10 Ιουλίου 2026

Άργος: Απολογούνται οι δύο αστυνομικοί της ΟΠΚΕ για τον πυροβολισμό 20χρονου

Στις δικαστικές αρχές οδηγούνται σήμερα, στις 11 το πρωί, οι δύο αστυνομικοί της ΟΠΚΕ που πυροβόλησαν 20χρονο οδηγό μετά από καταδίωξη στο Άργος. Οι δύο αστυνομικοί καλούνται να απολογηθούν για το βασικό αδίκημα της απόπειρας ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, σε μια υπόθεση που έχει προκαλέσει σοβαρά ερωτήματα για τη χρήση όπλων κατά τη διάρκεια αστυνομικής επιχείρησης.

Σύμφωνα με πληροφορίες, οι αστυνομικοί φέρονται να υποστηρίζουν ότι ο 20χρονος δεν σταμάτησε επί περίπου 35 λεπτά κατά την καταδίωξη, ότι το όχημα εμφανιζόταν σε άλλο όνομα και ότι εμβόλισε περιπολικά. Φέρονται επίσης να επικαλούνται το γεγονός ότι στην περιοχή είχαν σημειωθεί το προηγούμενο διάστημα σοβαρά περιστατικά με εκρήξεις σε ΑΤΜ, τις πρώτες πρωινές ώρες.

«Δεν ξεκινήσαμε τη βάρδια μας για να κάνουμε κακό σε κανέναν», φέρονται να αναφέρουν οι δύο αστυνομικοί, επιχειρώντας να περιγράψουν τις συνθήκες υπό τις οποίες εξελίχθηκε η καταδίωξη και ακολούθησαν οι πυροβολισμοί.

Το κρίσιμο ζήτημα για την υπόθεση είναι αν οι βολές που έριξαν οι αστυνομικοί ήταν προειδοποιητικές ή αν υπήρξε ευθεία βολή προς τον 20χρονο. Από αυτό θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό και αν τηρήθηκαν τα προβλεπόμενα πρωτόκολλα της Ελληνικής Αστυνομίας για τη χρήση υπηρεσιακού όπλου σε τέτοιες περιστάσεις.

Οι απαντήσεις αναμένονται από τη βαλλιστική έκθεση, η οποία θεωρείται καθοριστική για την πορεία της υπόθεσης. Σύμφωνα με τα πρώτα στοιχεία, και οι δύο αστυνομικοί πυροβόλησαν, ενώ στο σημείο εντοπίστηκαν συνολικά 13 κάλυκες από πυροβόλα όπλα.

Το χρονικό της καταδίωξης στο Άργος

Η υπόθεση ξεκίνησε περίπου στις 2 τα ξημερώματα της Τετάρτης, όταν ο 20χρονος οδηγός, ο οποίος όπως διαπιστώθηκε οδηγούσε το αυτοκίνητο της μητέρας του, δεν σταμάτησε σε μπλόκο της ΟΠΚΕ σε χωριό του Άργους.

Ο νεαρός ανέπτυξε ταχύτητα και ακολούθησε καταδίωξη από τους αστυνομικούς. Μετά από περίπου μισή ώρα, εγκατέλειψε το αυτοκίνητο έξω από σούπερ μάρκετ και προσπάθησε να διαφύγει πεζός προς εγκαταλελειμμένο κτίριο. Εκεί σημειώθηκαν οι πυροβολισμοί.

Σύμφωνα με πληροφορίες, οι αστυνομικοί φέρονται να υποστήριξαν ότι ο 20χρονος πήδηξε από κάγκελα και βρέθηκε σε χωράφι με βλάστηση, μέσα σε σημείο χωρίς φωτισμό. Οι ίδιοι φέρονται να ισχυρίζονται ότι πίστευαν πως βρισκόταν στο συγκεκριμένο σκοτεινό σημείο, μέσα στη νύχτα.

Η έρευνα καλείται πλέον να ξεκαθαρίσει τι ακριβώς συνέβη στα τελευταία δευτερόλεπτα της καταδίωξης, ποια ήταν η θέση του 20χρονου, προς ποια κατεύθυνση έγιναν οι βολές και αν υπήρχε πραγματικός και άμεσος κίνδυνος που να δικαιολογεί τη χρήση όπλου.

Η σκιά της υπόθεσης στο Πέραμα

Η υπόθεση του Άργους επαναφέρει στη δημόσια συζήτηση αντίστοιχα περιστατικά στα οποία αστυνομικοί βρέθηκαν κατηγορούμενοι έπειτα από καταδιώξεις που κατέληξαν σε πυροβολισμούς.

Τον Οκτώβριο του 2021, επτά αστυνομικοί της ομάδας ΔΙΑΣ συνελήφθησαν μετά από καταδίωξη στο Πέραμα, όπου ένας νεαρός που επέβαινε σε κλεμμένο όχημα έπεσε νεκρός από πυροβολισμό. Πέντε χρόνια αργότερα, με βούλευμα, οι αστυνομικοί παραπέμπονται στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Πειραιά για να δικαστούν με την κατηγορία της ανθρωποκτονίας.

Ένας από τους αστυνομικούς της υπόθεσης στο Πέραμα είχε υποστηρίξει τότε ενώπιον των δικαστικών αρχών ότι πυροβόλησε σημαδεύοντας τα λάστιχα του οχήματος, φοβούμενος ότι το αυτοκίνητο θα χτυπούσε συναδέλφους του. Είχε αναφέρει ότι αρχικά έριξε δύο βολές, σταμάτησε όταν είδε την πόρτα του συνοδηγού να ανοίγει και στη συνέχεια πυροβόλησε ξανά, συνολικά οκτώ φορές, καθώς το όχημα συνέχισε την πορεία του.

Οι δύο υποθέσεις δεν ταυτίζονται, όμως αναδεικνύουν το ίδιο κρίσιμο πρόβλημα: τα όρια της αστυνομικής βίας, την εφαρμογή των πρωτοκόλλων σε καταδιώξεις υψηλού κινδύνου και την ανάγκη πλήρους δικαστικής διερεύνησης κάθε περιστατικού όπου γίνεται χρήση πυροβόλου όπλου από αστυνομικούς.

Στην υπόθεση του Άργους, η βαλλιστική, οι καταθέσεις, τα ευρήματα στον χώρο και η συνολική αναπαράσταση των κινήσεων θα καθορίσουν αν οι βολές εντάσσονταν σε νόμιμη αστυνομική αντίδραση ή αν υπήρξε υπέρβαση των επιτρεπτών ορίων. Μέχρι τότε, η υπόθεση παραμένει ανοιχτή, με τις δικαστικές αρχές να καλούνται να απαντήσουν σε ερωτήματα που αφορούν τόσο την ποινική ευθύνη όσο και τη λειτουργία της αστυνομίας σε συνθήκες έντασης.