Προσφάτως, και μάλιστα αμέσως μετά την ψήφιση του νόμου 5221/2025 για τις παρεμβάσεις στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, εμφανίστηκε ένας καταιγισμός «δικαιολογητικών» άρθρων που επιχειρούν να στηρίξουν τον νέο νόμο, προβάλλοντας ως υπέρτατο αίτημα τη ριζική επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης. Η καθυστέρηση των αποφάσεων, μας λένε, δεν είναι απλώς μία θεσμική αδυναμία αλλά «φόρος στην οικονομία», που «δεσμεύει κεφάλαια, παγώνει επενδύσεις» και τελικώς προκαλεί «χαμένες ευκαιρίες».
Πίσω όμως από τη ρητορική της αποδοτικότητας και της επιχειρηματικής ταχύτητας, εγείρεται το καίριο ερώτημα: Για ποιον είναι αργή η δικαιοσύνη; Σε βάρος τίνος δημιουργούνται αυτές οι «χαμένες ευκαιρίες»;
Η πραγματικότητα είναι αμείλικτη. Οι τράπεζες και οι εισπρακτικές εταιρείες έχουν ήδη αποκτήσει πάνω από 20.000 ακίνητα, επισπεύδοντας μαζικά πλειστηριασμούς, ενώ τα περισσότερα «κόκκινα» δάνεια παραμένουν αρρύθμιστα. Οι ίδιες οι εισπρακτικές κωλυσιεργούν σκοπίμως τις ρυθμίσεις, πιέζουν τους δανειολήπτες να πληρώσουν το σύνολο της οφειλής μαζί με τους τόκους, χωρίς κανένα ουσιαστικό «κούρεμα», και επικαλούνται συνεχώς τον φόβο της κατάπτωσης των κρατικών εγγυήσεων του προγράμματος «Ηρακλής». Παράλληλα, εμφανίζουν αδικαιολόγητες καθυστερήσεις στην επικοινωνία και στην εξέταση αιτημάτων, χρησιμοποιώντας όλο και πιο καταχρηστικές μεθόδους.
Πίσω από αυτές τις πρακτικές βρίσκεται ένα δαιδαλώδες σύστημα εταιρειών ειδικού σκοπού — με έδρα, συχνά, την Ιρλανδία. Εταιρείες με αδιαφανή μετοχική σύνθεση, που δρουν εκτός ουσιαστικού φορολογικού και δικαστικού ελέγχου, αφού η Ιρλανδία δεν συνεργάζεται φορολογικώς με την Ελλάδα και δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Ο έλεγχος αυτών των εταιρειών είναι πρακτικά αδύνατος.
Μέσα σε αυτό το θολό πλαίσιο, οι εταιρείες–funds κερδοσκοπούν επάνω στα δάνεια εκατομμυρίων Ελλήνων. Τζογάρουν πάνω στις κατοικίες τους, τις βλέπουν ως «επενδυτικές ευκαιρίες» γρήγορου πλουτισμού, σε συνεργασία με ξένους «επενδυτές» που αγόρασαν τα δάνεια στο 4–6% της αξίας τους.
Οι ανακοπές που έχουν ασκηθεί κατά διαταγών πληρωμής και πλειστηριασμών αποτελούν τη μοναδική γραμμή άμυνας των πολιτών. Και δεν είναι αβάσιμες· στηρίζονται σε σοβαρούς ουσιαστικούς και δικονομικούς λόγους, όπως η καταχρηστικότητα των πρακτικών των funds, η έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης των servicers, και –κυρίως– η μη κοινοποίηση ή προσκόμιση των αποδεικτικών εγγράφων μεταβίβασης των απαιτήσεων. Όλα αυτά, σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, οδηγούν στην ακύρωση της διαδικασίας εκτέλεσης.
Πολλές από αυτές τις ανακοπές είχαν αναβληθεί νομίμως, εν αναμονή του πολυδιαφημισμένου «εξωδικαστικού μηχανισμού». Ένα σύστημα που διαφημίστηκε ως δίκαιη και αυτοματοποιημένη λύση, αλλά στην πράξη αποδείχθηκε εργαλείο διόγκωσης των χρεών. Με τον «αλγόριθμο» να υπερδιπλασιάζει ή και να τριπλασιάζει οφειλές, χωρίς καμία πραγματική διαπραγμάτευση, ο μηχανισμός αυτός οδήγησε χιλιάδες δανειολήπτες σε απόγνωση και απώλεια της κατοικίας τους.
Κι όμως, ενώ ακόμη αναμένονται τα αποτελέσματα αυτού του μηχανισμού, ο νέος νόμος 5221/2025 επιβάλλει τώρα μια υποχρεωτική διαδικασία επαναπροσδιορισμού όλων των εκκρεμών ανακοπών μέσω νέας ηλεκτρονικής πλατφόρμας. Όσες δεν ενταχθούν, θα θεωρηθούν «μηδέποτε ασκηθείσες». Και ακόμη χειρότερα: οι ανακοπές με δικάσιμο μετά την 1/1/2026 θεωρούνται «αυτοδικαίως αποσυρθείσες».
Έτσι, υποθέσεις που είχαν ήδη πάρει αναβολή για να εξεταστεί η δυνατότητα εξωδικαστικής ρύθμισης —αναβολή απολύτως νόμιμη και λογική— οδηγούνται σήμερα στην αυτόματη ακύρωση. Πρόκειται για μια θεσμική εκτροπή, που παραβιάζει κάθε έννοια δικαίου και κάθε αρχή της δίκαιης δίκης.
Η επιβολή αυτής της ηλεκτρονικής διαδικασίας δεν αποτελεί μεταρρύθμιση· είναι παρελκυστική τακτική. Παραβιάζει το ενοχικό δίκαιο και την πολιτική δικονομία, επιβάλλοντας μια fast-track δικαιοσύνη που εξυπηρετεί μόνο την πλευρά των funds. Οι δανειολήπτες απογυμνώνονται από το τελευταίο τους ένδικο μέσο και επιβαρύνονται επιπλέον με αμοιβές δικηγόρων, τουλάχιστον 1.000 ευρώ, για να «επανακαταθέσουν» ό,τι ήδη είχαν νομίμως καταθέσει.
Το αποτέλεσμα είναι ένα καθεστώς έκτακτης ανάγκης μεταμφιεσμένο σε εκσυγχρονισμό. Η κρίση των δανείων μέσω αλγορίθμου και η υποχρεωτική απόσυρση νόμιμων δικογράφων δεν συνιστούν δικαιοσύνη, αλλά την κατάλυσή της. Όταν οι υποθέσεις εκδικάζονται με συνοπτικές διαδικασίες και ασαφή, ομοιόμορφα κριτήρια, τότε δεν υπάρχει εξατομικευμένη κρίση — υπάρχει διοικητική εκτέλεση.
Η κατοικία του Έλληνα πολίτη μετατρέπεται έτσι σε απλό «οικονομικό αγαθό», σε μέσον εμπορικής συναλλαγής, σε αντικείμενο πλειστηριασμού. Το Σύνταγμα που προστατεύει το δικαίωμα στην κατοικία, και η αρχή της κοινωνικής αλληλεγγύης που επιβάλλει στο κράτος να στηρίζει τους ασθενέστερους, παρακάμπτονται στο όνομα της ταχύτητας.
Και ενώ οι δανειολήπτες κυνηγιούνται από εταιρείες με τις οποίες ουδέποτε συνεβλήθησαν, η Τράπεζα της Ελλάδος μιλά για «ανάγκη χρηματοοικονομικής παιδείας», θεωρώντας τη ως δημόσιο αγαθό. Δημόσιο αγαθό, όμως, δεν είναι η χρηματοοικονομική παιδεία. Δημόσιο αγαθό είναι η δικαιοσύνη. Δηλαδή, η βεβαιότητα ότι ο καθένας θα λάβει αυτό που του αναλογεί κάτω από δίκαιους νόμους.
Η εμπιστοσύνη των πολιτών στη δικαιοσύνη δεν εξαρτάται από το αν οι αποφάσεις εκδίδονται «στην ώρα τους», αλλά από το αν είναι δίκαιες. Από το αν οι δικαστές μπορούν να κρίνουν με βάση τα πραγματικά περιστατικά και όχι τις ανάγκες των επενδυτών.
Η σχολαστική τήρηση της νομικής διαδικασίας δεν είναι γραφειοκρατική αγκύλωση· είναι το ίδιο το θεμέλιο του κράτους δικαίου. Όταν το δίκαιο μετατρέπεται σε «τεχνική ρύθμιση» μέσω πλατφορμών και διοικητικών μέτρων, όταν οι θεσμοί της δικαιοσύνης υποτάσσονται στη λογική της αγοράς, τότε παύει να υπάρχει δικαιοσύνη.
Η εργαλειοποίηση του νόμου, η χειραγώγηση της δικαστικής εξουσίας, και η μετατροπή του κράτους δικαίου σε κράτος έκτακτης ανάγκης, δεν αφορούν μόνο τους οικονομικά ευάλωτους. Αφορούν όλους τους πολίτες, γιατί όλοι είναι ίσοι ενώπιον του νόμου.
Και όταν, υπό το πρόσχημα της «αργής δικαιοσύνης», καταργείται η ουσία της δικαιοσύνης, τότε το πρόβλημα δεν είναι πια η καθυστέρηση. Είναι η αδικία που θεσμοθετείται.
Πιο Δημοφιλή
Ο Μητσοτάκης ως ιδεολογικό υβρίδιο νεοφιλελευθερισμού και οικογενειοκρατίας
Κάστρα, καρέκλες και σιωπή: πώς θάβεται ο αγώνας των αγροτών στο Ηράκλειο
«Καποδίστριας»: Η ταινία που ξυπνά την αλήθεια πίσω από τον θρύλο
Πιο Πρόσφατα
Χρόνια πολλά και καλή χρονιά.