Αύξηση 19,7% στο εμπόριο Κίνας-Ρωσίας

Σύνοψη Άρθρου

  • Ο όγκος εμπορίου Κίνας-Ρωσίας αυξήθηκε 19,7% στα 85,2 δισ. δολάρια το πρώτο τετράμηνο του 2026.
  • Το διμερές εμπόριο ξεπέρασε τα 200 δισ. δολάρια για τρίτη συνεχόμενη χρονιά.
  • Υπογράφηκαν νέες συμφωνίες για την ενίσχυση της πολυμερούς εμπορικής συνεργασίας.

Σημαντική αύξηση παρουσίασε ο όγκος του διμερούς εμπορίου μεταξύ Κίνας και Ρωσίας κατά το πρώτο τετράμηνο του 2026, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα από το κινεζικό υπουργείο Εμπορίου (MOC). Ειδικότερα, την περίοδο Ιανουαρίου-Απριλίου, η αξία των εμπορικών συναλλαγών ανήλθε στα 85,2 δισεκατομμύρια δολάρια, ποσό που αντιστοιχεί περίπου σε 73,22 δισεκατομμύρια ευρώ, καταγράφοντας ετήσια αύξηση της τάξης του 19,7%. Η εξέλιξη αυτή, όπως ανακοινώθηκε στις 21 Μαΐου, σηματοδοτεί μια ιδιαίτερα θετική εκκίνηση για την τρέχουσα χρονιά, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική της οικονομικής συνεργασίας των δύο χωρών.

Σταθερή ανοδική πορεία και νέες συμφωνίες

Κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου, ο εκπρόσωπος του MOC, Χε Γιαντόνγκ, υπογράμμισε ότι ο ετήσιος όγκος του διμερούς εμπορίου έχει ξεπεράσει το φράγμα των 200 δισεκατομμυρίων δολαρίων (περίπου 171,87 δισεκατομμύρια ευρώ) για τρίτη συνεχόμενη χρονιά. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει την εδραίωση μιας μακροπρόθεσμης και αμοιβαία επωφελούς εμπορικής σχέσης, η οποία συνεχίζει να ενισχύεται παρά τις διεθνείς προκλήσεις. Η ανακοίνωση αυτή έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά θετικών οικονομικών δεικτών για τις δύο χώρες.

Παράλληλα, ο Χε Γιαντόνγκ γνωστοποίησε ότι το κινεζικό υπουργείο Εμπορίου και οι αρμόδιες ρωσικές αρχές έχουν ήδη υπογράψει σημαντικά έγγραφα συμφωνιών συνεργασίας. Οι συμφωνίες αυτές εστιάζουν στην προώθηση του εμπορίου και στην υποστήριξη της πολυμέρειας, με στόχο τη δημιουργία ενός πιο σταθερού και προβλέψιμου οικονομικού περιβάλλοντος. Οι δύο πλευρές δεσμεύτηκαν να εντείνουν την επικοινωνία τους σε θέματα οικονομικών και εμπορικών πολιτικών, δίνοντας έμφαση στην αξιοποίηση του νέου, υψηλής ποιότητας εργατικού δυναμικού. Στόχος είναι η δημιουργία νέων κινητήριων δυνάμεων ανάπτυξης, οι οποίες θα οδηγήσουν σε μια ουσιαστική αναβάθμιση τόσο του εμπορίου αγαθών όσο και του εμπορίου υπηρεσιών μεταξύ των δύο χωρών.