Αύξηση 36% στις τιμές τροφίμων την τελευταία δεκαετία

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Οι τιμές τροφίμων αυξήθηκαν σωρευτικά κατά 36% από το 2016 έως το 2025, λόγω πανδημίας και ενεργειακής κρίσης.
  • Η μέση μηνιαία δαπάνη για τρόφιμα ανά άτομο ανήλθε στα 356,7 ευρώ το 2024, με το κρέας να αποτελεί τη μεγαλύτερη δαπάνη.
  • Οι εξαγωγές τροφίμων και ποτών διπλασιάστηκαν σε 7,4 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 15% των συνολικών εξαγωγών.
  • Οι επενδύσεις στον κλάδο ξεπέρασαν το 1 δισ. ευρώ το 2024, ενώ οι δαπάνες για Ε&Α έφτασαν τα 56,5 εκατ. ευρώ.

Η ακρίβεια στα τρόφιμα έχει επιβαρύνει σημαντικά τον οικογενειακό προϋπολογισμό των Ελλήνων, με τις τιμές να καταγράφουν σωρευτική αύξηση 36% από το 2016 έως το 2025. Αυτό προκύπτει από την 21η Έκθεση του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), η οποία εκπονήθηκε για λογαριασμό του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Τροφίμων (ΣΕΒΤ). Η μελέτη αναδεικνύει τις επιπτώσεις της πανδημίας, της ενεργειακής κρίσης και του έντονου πληθωριστικού κύματος που ακολούθησε, καθιστώντας τη διατροφή μία από τις μεγαλύτερες επιβαρύνσεις για τα νοικοκυριά.

Δύο διακριτές περίοδοι πληθωρισμού

Η ανάλυση του ΙΟΒΕ διακρίνει δύο διαφορετικές φάσεις στην εξέλιξη των τιμών. Κατά την περίοδο 2006-2015, οι τιμές τροφίμων και μη αλκοολούχων ποτών αυξήθηκαν σωρευτικά κατά 14,7%, κινούμενες σχεδόν παράλληλα με τον Γενικό Δείκτη Τιμών Καταναλωτή. Ωστόσο, από το 2016 και μετά, η εικόνα μεταβλήθηκε ριζικά. Η σωρευτική αύξηση έφτασε το 36%, ξεπερνώντας σημαντικά τον γενικό πληθωρισμό, αντανακλώντας τις διαδοχικές διεθνείς κρίσεις. Παρόμοια τάση παρατηρήθηκε και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου ο δείκτης τιμών τροφίμων αυξήθηκε κατά 47,3% την περίοδο 2016-2025, έναντι 21,1% την προηγούμενη δεκαετία. Αντίθετα, η κατηγορία αλκοολούχων ποτών και καπνού στην Ελλάδα παρουσίασε διαφορετική εικόνα, με αύξηση 53,6% την περίοδο 2006-2015 και σημαντική επιβράδυνση στο 16,2% μετά το 2016.

Αναλυτικά οι δαπάνες των νοικοκυριών

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, η μέση μηνιαία κατά κεφαλήν καταναλωτική δαπάνη στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στα 1.725 ευρώ το 2024, αυξημένη κατά 3,6% σε σύγκριση με το 2023. Από αυτό το ποσό, τα 356,7 ευρώ αφορούσαν τρόφιμα και μη αλκοολούχα ποτά, έναντι 348,9 ευρώ το προηγούμενο έτος. Η δαπάνη για αλκοολούχα ποτά και προϊόντα καπνού ανήλθε στα 59,2 ευρώ μηνιαίως. Συνολικά, η μηνιαία δαπάνη για τρόφιμα και ποτά έφτασε τα 385,3 ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 21,4% σε σύγκριση με το 2015, όταν η αντίστοιχη δαπάνη ήταν 310,7 ευρώ.

Το μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού για τρόφιμα κατευθύνεται στο κρέας, με μέση μηνιαία δαπάνη 76,1 ευρώ ανά άτομο. Ακολουθούν τα γαλακτοκομικά προϊόντα με 56,6 ευρώ, ενώ στην τρίτη θέση βρίσκονται τα προϊόντα αλευριού, ψωμιού και δημητριακών, με μηνιαία δαπάνη 48,6 ευρώ.

Διακυμάνσεις ανά κατηγορία προϊόντων

Η μελέτη καταγράφει σημαντικές διαφοροποιήσεις ανά κατηγορία. Στο ψωμί και τα προϊόντα αρτοποιίας, μετά τις έντονες αυξήσεις του 2022 και του 2023, ο πληθωρισμός επιβραδύνθηκε σημαντικά το 2024, με άνοδο μόλις 0,4%, ενώ το 2025 οι τιμές αυξήθηκαν κατά 2,4%. Στο νωπό πλήρες γάλα, οι τιμές μειώθηκαν κατά 4,6% το 2024, για να επιστρέψουν σε θετικό πρόσημο το 2025, με αύξηση 4,2%.

Ιδιαίτερα έντονες διακυμάνσεις εμφάνισαν τα έλαια. Μετά τις μεγάλες ανατιμήσεις της διετίας 2022-2023, οι τιμές αυξήθηκαν ακόμη περισσότερο το 2024 (32,4%) λόγω προβλημάτων στην παραγωγή, πριν υποχωρήσουν κατά 26,3% το 2025. Στη ζάχαρη, αντίθετα, συνεχίστηκε η αποκλιμάκωση, με μειώσεις 15,6% το 2024 και 13,7% το 2025. Ο καφές παρέμεινε σε τροχιά ανατιμήσεων εξαιτίας των προβλημάτων στην παγκόσμια παραγωγή, με αύξηση 13,8% το 2025. Ανοδικά κινήθηκαν και οι χυμοί φρούτων, με τον ρυθμό αύξησης να περιορίζεται στο 11,4% το 2024 και στο 5,6% το 2025.

Η βιομηχανία τροφίμων ως εξαγωγική δύναμη

Ο κλάδος τροφίμων και ποτών αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εξαγωγικές δυνάμεις της χώρας. Οι εξαγωγές διπλασιάστηκαν την τελευταία δεκαετία, φτάνοντας τα 7,4 δισ. ευρώ το 2025, αντιπροσωπεύοντας το 15% των συνολικών ελληνικών εξαγωγών. Τα επεξεργασμένα φρούτα και λαχανικά, καθώς και τα γαλακτοκομικά προϊόντα, συνεισφέρουν σχεδόν το 51% της συνολικής αξίας των εξαγωγών. Η Ιταλία και η Γερμανία απορροφούν περίπου το 30% των εξαγωγών, ενώ η Ολλανδία και η Γερμανία αποτελούν τις βασικές χώρες προέλευσης εισαγωγών.

Οι επενδύσεις στον κλάδο ξεπέρασαν το 1 δισ. ευρώ το 2024 και τα 7,2 δισ. ευρώ την περίοδο 2015-2024, επιβεβαιώνοντας τη δέσμευση για εκσυγχρονισμό και καινοτομία. Επιπλέον, η εγχώρια βιομηχανία τροφίμων-ποτών-καπνού διέθεσε 56,5 εκατ. ευρώ για έργα Έρευνας & Ανάπτυξης το 2023, ποσό που αντιστοιχεί στο 10,5% της συνολικής δαπάνης για Ε&Α στην Ελλάδα.

Συγκράτηση τιμών στα επώνυμα τρόφιμα

Παρά τις διεθνείς αναταράξεις, η ελληνική βιομηχανία τροφίμων και ποτών διατηρεί την ανθεκτικότητά της. Στην κατηγορία των τυποποιημένων, επώνυμων τροφίμων, ο δείκτης εξέλιξης των τιμών τους τελευταίους 18 μήνες (Ιανουάριος 2025-Ιούνιος 2026) παρέμεινε περί το μηδέν, με μικρές αποκλίσεις. Ο Πρόεδρος του ΣΕΒΤ, κ. Ι. Γιώτης, δήλωσε ότι οι επιχειρήσεις του κλάδου συνεχίζουν να επενδύουν και να απορροφούν σημαντικό μέρος των ανατιμήσεων προς όφελος του καταναλωτή. Ο Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ, κ. Ν. Βέττας, ανέφερε ότι τα ευρήματα αναδεικνύουν τη στρατηγική σημασία του κλάδου για την ελληνική οικονομία, καταγράφοντας ισχυρές επιδόσεις σε όρους προστιθέμενης αξίας, απασχόλησης, επενδύσεων και εξαγωγών.