Σήμερα Γιορτάζουν:

ΕΥΨΥΧΙΟΣ

ΙΩΣΗΦ

10 Απριλίου 2026

Αύξηση ψυχιατρικών περιστατικών σε εφήβους που αναζητούν επαναπροσδιορισμό φύλου

Νεαρά άτομα που προσέφυγαν σε εξειδικευμένες υπηρεσίες ταυτότητας φύλου καταγράφονται με σαφώς επιβαρυμένη ψυχική υγεία, τόσο πριν από την πρώτη αξιολόγηση όσο και στη συνέχεια, σύμφωνα με νέα μελέτη που έρχεται να ανατρέψει το κυρίαρχο αφήγημα.

Παιδιά και νέοι έως 23 ετών στη Φινλανδία με δυσφορία φύλου παρουσίαζαν ήδη πριν από την πρώτη επαφή με τις σχετικές υπηρεσίες πολλαπλάσια ποσοστά ψυχιατρικών προβλημάτων σε σύγκριση με συνομήλικους της ομάδας ελέγχου, όπως προκύπτει από τη μελέτη που δημοσιεύθηκε στις 4 Απριλίου στο περιοδικό Acta Paediatrica. Η εικόνα είναι αποκαλυπτική: το 45,7% όσων παραπέμφθηκαν για ζητήματα ταυτότητας φύλου εμφάνιζε ψυχιατρική νοσηρότητα, έναντι μόλις 15% στην ομάδα σύγκρισης.

Η επιδείνωση δεν σταματά εκεί. Κατά την παρακολούθηση των ίδιων ατόμων για διάστημα έως και δύο ετών μετά την αρχική παραπομπή, τα ποσοστά εκτοξεύονται. Δύο ή περισσότερα χρόνια μετά την πρώτη επαφή, το 61,7% των νέων αυτών εμφάνιζε ψυχιατρικά προβλήματα, έναντι 14,6% στην ομάδα ελέγχου. Πρόκειται για χάσμα που δεν επιδέχεται εύκολες ερμηνείες ή υπεκφυγές.

Ακόμη πιο ανησυχητικά είναι τα δεδομένα για όσους υποβλήθηκαν σε ιατρικές παρεμβάσεις επαναπροσδιορισμού φύλου. Στην ομάδα αυτή καταγράφεται εκρηκτική αύξηση των ψυχιατρικών προβλημάτων κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης. Στους εφήβους που υποβλήθηκαν σε θηλυκοποιητικές παρεμβάσεις, το ποσοστό εκτινάχθηκε από 9,8% σε 60,7%, ενώ σε όσους υποβλήθηκαν σε αρρενοποιητικές παρεμβάσεις αυξήθηκε από 21,6% σε 54,5%. Τα στοιχεία αυτά αποτυπώνουν μια δραματική μεταβολή που δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η σοβαρή ψυχιατρική νοσηρότητα εμφανίζεται με υψηλή συχνότητα στους εφήβους που παραπέμπονται σε υπηρεσίες ταυτότητας φύλου. Τα δεδομένα αντλήθηκαν από το εθνικό πληροφοριακό σύστημα της Φινλανδίας και καλύπτουν την περίοδο 1996–2019, με παρακολούθηση έως τον Ιούνιο του 2022. Το τελικό δείγμα περιλάμβανε 2.083 άτομα έως 22 ετών, τα οποία αντιστοιχίστηκαν με 16.643 άτομα της ομάδας ελέγχου.

Όταν συνυπολογίστηκε η προϋπάρχουσα ψυχιατρική νοσηρότητα, οι διαφορές παρέμειναν έντονες. Οι νέοι που είχαν παραπεμφθεί σε υπηρεσίες ταυτότητας φύλου εμφάνιζαν ανάγκη για εξειδικευμένη ψυχιατρική θεραπεία αυξημένη κατά πέντε έως έξι φορές σε σχέση με τους άνδρες της ομάδας ελέγχου και κατά τρεις έως τέσσερις φορές σε σχέση με τις γυναίκες.

Οι ίδιοι οι ερευνητές καταγράφουν ότι τα ευρήματα δεν επιβεβαιώνουν την άποψη πως η ψυχική υγεία βελτιώνεται μετά από ιατρικές παρεμβάσεις επαναπροσδιορισμού φύλου κατά την εφηβεία. Αντίθετα, σημειώνουν ότι οι σοβαρές ψυχιατρικές διαταραχές δεν φαίνεται να οφείλονται πρωτίστως στη δυσφορία φύλου, ενώ τονίζουν ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι παρεμβάσεις ενδέχεται να συνδέονται με επιδείνωση της ψυχικής κατάστασης.

Στο ίδιο πλαίσιο, το 2025 στις Ηνωμένες Πολιτείες, ομοσπονδιακοί αξιωματούχοι υγείας συνέστησαν οι ανήλικοι με δυσφορία φύλου να λαμβάνουν ψυχοθεραπευτική υποστήριξη αντί να οδηγούνται σε ιατρικές παρεμβάσεις, επισημαίνοντας τον κίνδυνο εμφάνισης ψυχιατρικών προβλημάτων.

Η μελέτη καταγράφει περιορισμούς, όπως η απουσία αναλυτικών στοιχείων για τους λόγους χρήσης ψυχιατρικών υπηρεσιών, ωστόσο τα ευρήματα παραμένουν σαφή ως προς την έκταση του φαινομένου. Χρηματοδοτήθηκε από το Ίδρυμα Jenny ja Antti Wihurin Rahasto, ενώ στη δήλωση συμφερόντων καταγράφονται οι σχετικές ερευνητικές και επαγγελματικές συνδέσεις των συμμετεχόντων.