Σήμερα Γιορτάζουν:

ΚΑΣΣΙΑΝΗ

ΣΩΖΩΝ

7 Σεπτεμβρίου 2026

ΒΕΑ: Μικρή ανάσα για τις μικρές επιχειρήσεις από πακέτο ΔΕΘ

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Το ΒΕΑ κρίνει το πακέτο των 2,2 δισ. ευρώ ως θετικό αλλά ανεπαρκές για τις μικρές επιχειρήσεις.
  • Οι άμεσες παρεμβάσεις για μείωση λειτουργικού και μη μισθολογικού κόστους κρίνονται περιορισμένες.
  • Το ΒΕΑ επικρίνει την καθυστέρηση στην κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για την Αττική έως το 2029.
  • Η μείωση ασφαλιστικών εισφορών αφορά μόνο τους εργαζόμενους, χωρίς όφελος για τις επιχειρήσεις.

Το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας (ΒΕΑ) προχώρησε σε μια πρώτη, αναλυτική αποτίμηση των κυβερνητικών εξαγγελιών που παρουσιάστηκαν στο πλαίσιο της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης. Η συνολική εικόνα που σχηματίζεται από την αξιολόγηση του φορέα είναι μεικτή, καθώς αναγνωρίζεται η ύπαρξη ορισμένων θετικών παρεμβάσεων, οι οποίες, ωστόσο, κρίνονται ως μη επαρκείς για να καλύψουν το πραγματικό εύρος των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η μικρή και πολύ μικρή επιχειρηματικότητα στην παρούσα συγκυρία.

Από τη μία πλευρά, το Επιμελητήριο διαπιστώνει ότι αρκετές από τις ανακοινωθείσες ρυθμίσεις κινούνται σε μια λογική που ανταποκρίνεται σε πάγια και διαχρονικά αιτήματα του επιχειρηματικού κόσμου. Από την άλλη πλευρά, όμως, επισημαίνεται με έμφαση ότι το συνολικό δημοσιονομικό πακέτο, ύψους 2,2 δισεκατομμυρίων ευρώ, περιέχει περιορισμένες μόνο άμεσες παρεμβάσεις που στοχεύουν στην ουσιαστική μείωση του λειτουργικού, φορολογικού και μη μισθολογικού κόστους για τις επιχειρήσεις αυτής της κλίμακας.

Τα διαχρονικά αιτήματα και οι ανεπίλυτες προκλήσεις

Σύμφωνα με την ανάλυση του ΒΕΑ, οι βιοτεχνικές και μικρές επιχειρήσεις εξακολουθούν να βρίσκονται αντιμέτωπες με μια σειρά από διαρθρωτικά εμπόδια. Το υψηλό ενεργειακό κόστος παραγωγής, οι αυξημένες φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις, η δυσκολία πρόσβασης σε τραπεζική χρηματοδότηση, το βάρος των συσσωρευμένων οφειλών προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, καθώς και η οξεία έλλειψη εξειδικευμένου τεχνικού προσωπικού, συνθέτουν ένα ιδιαίτερα δυσμενές περιβάλλον για την επιχειρηματική δραστηριότητα.

Στο πεδίο των θετικών αποτιμήσεων, το ΒΕΑ εντάσσει την ουσιαστική αποδυνάμωση του τεκμαρτού τρόπου φορολόγησης για τους ελεύθερους επαγγελματίες. Ειδικότερα, η κατάργηση των δύο προσαυξήσεων που συνδέονταν με το ετήσιο κόστος μισθοδοσίας και με την απόκλιση του τζίρου από τον μέσο όρο του αντίστοιχου ΚΑΔ εκλαμβάνεται ως ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Ωστόσο, ο φορέας δεν διστάζει να επαναφέρει στο τραπέζι τη σταθερή θέση του, που δεν είναι άλλη από την πλήρη κατάργηση του τεκμαρτού συστήματος και την αντικατάστασή του από τη φορολόγηση βάσει του πραγματικού εισοδήματος.

Οι χρονικές καθυστερήσεις και ο προβληματισμός για την εφαρμογή

Θετική κρίνεται και η εξαγγελία για την έναρξη της πλήρους κατάργησης του τέλους επιτηδεύματος για τα νομικά πρόσωπα. Παρ' όλα αυτά, το ΒΕΑ εκφράζει έντονο προβληματισμό σχετικά με τη διαφορετική ταχύτητα με την οποία θα εφαρμοστεί το μέτρο αυτό ανάλογα με τη γεωγραφική περιοχή. Όπως γίνεται αντιληπτό από την ανακοίνωση, για την Περιφέρεια και τη Θεσσαλονίκη προβλέπεται πλήρης κατάργηση από το 2027, ενώ για την Αττική η πορεία είναι πιο αργή, με τη μείωση του τέλους κατά 50% να μετατίθεται για το 2028 και την πλήρη κατάργησή του να τοποθετείται χρονικά στο 2029.

Αναφορικά με την προκαταβολή φόρου, το Επιμελητήριο αναγνωρίζει ως θετική την απόφαση για μείωση του ποσοστού από το 80% στο 50% για τα νομικά πρόσωπα. Εντούτοις, η ικανοποίηση μετριάζεται από το γεγονός ότι η αποκλιμάκωση αυτή δεν είναι άμεση, καθώς θα ξεκινήσει από το φορολογικό έτος 2028 και θα υλοποιείται σταδιακά, με ρυθμό πέντε ποσοστιαίων μονάδων ετησίως. Παρομοίως, το βήμα για τη μείωση της προκαταβολής φόρου των ατομικών επιχειρήσεων από το 55% στο 50% χαρακτηρίζεται ως θετικό, πλην όμως περιορισμένο σε εύρος και ουσία.

Σε ένα άλλο σημείο, το ΒΕΑ χαιρετίζει την επιτάχυνση των αποσβέσεων για την αγορά νέου μηχανολογικού εξοπλισμού, με τη μείωση του χρόνου από τα δέκα στα έξι χρόνια για δαπάνες που θα πραγματοποιηθούν από την 1η Ιανουαρίου 2027. Παρόλα αυτά, υπογραμμίζεται με σαφήνεια ότι η πραγματική αποτελεσματικότητα αυτού του μέτρου εξαρτάται άμεσα από τη δυνατότητα των μικρών επιχειρήσεων να έχουν πρόσβαση σε επαρκή κεφάλαια και χρηματοδοτικά εργαλεία για να προχωρήσουν σε τέτοιου είδους επενδύσεις.

Χρηματοδοτικά εργαλεία και το ζητούμενο της ουσίας

Ιδιαίτερη μνεία γίνεται και στην ανακοίνωση για τη δημιουργία δύο νέων χρηματοδοτικών εργαλείων μέσω της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, με τον στόχο να κινητοποιηθούν κεφάλαια ύψους 5 δισεκατομμυρίων ευρώ για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Το ΒΕΑ τονίζει, ωστόσο, ότι το κρίσιμο ζητούμενο δεν είναι απλώς η ανακοίνωση των εργαλείων, αλλά η διασφάλιση ότι αυτά τα κεφάλαια θα φτάσουν στην πράξη στις πολύ μικρές επιχειρήσεις και στους αυτοαπασχολούμενους, οι οποίοι σήμερα παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αποκλεισμένοι από τον τραπεζικό δανεισμό.

Ο έντονος προβληματισμός του φορέα επικεντρώνεται, τέλος, στην ανακοίνωση για τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα από τον Απρίλιο του 2027. Η συγκεκριμένη παρέμβαση, όπως επισημαίνεται, αφορά αποκλειστικά την εισφορά του εργαζομένου και ως εκ τούτου δεν συνεπάγεται καμία απολύτως μείωση του μη μισθολογικού κόστους που επιβαρύνει τις επιχειρήσεις. Το γεγονός αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, αν συνυπολογιστεί ότι ο κατώτατος μισθός προβλέπεται να αυξηθεί σε δύο στάδια, τον Απρίλιο του 2027 και τον Ιανουάριο του 2028, με τελικό στόχο τα 1.000 ευρώ.

Η θέση της αγοράς και τα ανοιχτά μέτωπα

Το ΒΕΑ καταλήγει στην εκτίμηση ότι παραμένουν ανοιχτά και ανεπίλυτα μια σειρά από κρίσιμα ζητήματα που καθορίζουν την ανταγωνιστικότητα και τη βιωσιμότητα της μικρής επιχειρηματικότητας. Το ενεργειακό κόστος της παραγωγής, η ανάγκη για ουσιαστική μείωση του μη μισθολογικού κόστους, η διαχείριση των συσσωρευμένων οφειλών και η έλλειψη τεχνικού και εξειδικευμένου προσωπικού παραμένουν στην κορυφή της ατζέντας των προβλημάτων.

Ο πρόεδρος του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθήνας, Κωνσταντίνος Δαμίγος, με δηλώσεις του αποτύπωσε με μελανά χρώματα την πραγματικότητα που βιώνουν οι επιχειρήσεις, σημειώνοντας πως οι ανακοινώσεις περιέχουν θετικά στοιχεία που απαντούν σε πάγια αιτήματα, αλλά οι μικρές επιχειρήσεις έχουν ανάγκη από άμεση ανακούφιση και δεν μπορούν να αναμένουν έως το 2028 ή το 2029. Υπογράμμισε, μάλιστα, ότι στο μέτωπο του μη μισθολογικού κόστους η μείωση των εισφορών αφορά μόνο τους εργαζόμενους, κάτι που είναι θετικό για το εισόδημά τους, αλλά μηδενικό για την ελάφρυνση των επιχειρήσεων, οι οποίες καλούνται να διαχειριστούν και τις επερχόμενες αυξήσεις στον κατώτατο μισθό. Η πραγματική οικονομία, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, δεν λειτουργεί με εξαγγελίες που αφορούν το 2029, αλλά με μισθοδοσίες, φόρους, εισφορές και λογαριασμούς που πρέπει να εξοφληθούν στο παρόν.