10 Ιουλίου 2026

Βενζίνη στα 1,92 ευρώ: Η ακρίβεια στην αντλία και ο ρόλος των διυλιστηρίων

Αντιμέτωποι με ένα ακόμη κύμα ακρίβειας στα καύσιμα βρίσκονται οι καταναλωτές, καθώς η τιμή της βενζίνης στα ελληνικά πρατήρια παραμένει υψηλή, παρά την επιστροφή της διεθνούς τιμής του πετρελαίου κοντά στα προ κρίσης επίπεδα. Το αποτέλεσμα είναι γνώριμο και εξοργιστικό: οι διεθνείς τιμές αποκλιμακώνονται, όμως η αντλία στην Ελλάδα συνεχίζει να πιέζει τα νοικοκυριά.

Πριν από την κρίση στον Περσικό Κόλπο, τον περασμένο Φεβρουάριο, με τη διεθνή τιμή του πετρελαίου λίγο πάνω από τα 70 δολάρια το βαρέλι, η μέση τιμή της βενζίνης στα ελληνικά πρατήρια κινούνταν λίγο πάνω από τα 1,70 ευρώ το λίτρο. Η άνοδος που ακολούθησε λόγω των εχθροπραξιών ήταν έντονη, καθώς οι διεθνείς τιμές του αργού και της βενζίνης εκτινάχθηκαν μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Μετά την κήρυξη της εκεχειρίας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, οι διεθνείς τιμές άρχισαν να υποχωρούν, φτάνοντας ξανά κοντά στα προπολεμικά επίπεδα. Η αποκλιμάκωση αυτή, ωστόσο, δεν πέρασε με τον ίδιο τρόπο στην ελληνική αγορά. Η βενζίνη στα πρατήρια παρέμεινε αισθητά ακριβότερη, με διαφορά που στην καλύτερη περίπτωση έφτανε και ξεπερνούσε τα 15 λεπτά ανά λίτρο σε σχέση με την περίοδο πριν από την κρίση.

Η εικόνα έγινε ακόμη πιο βαριά μετά τα νέα αμερικανικά πλήγματα στο Ιράν, καθώς οι τιμές στην αντλία άρχισαν ξανά να ανεβαίνουν. Για τους καταναλωτές, η κατάσταση μοιάζει με έναν μηχανισμό που μεταφέρει αμέσως τις αυξήσεις, αλλά καθυστερεί ή περιορίζει τις μειώσεις.

«Δύσκολα θα δούμε χαμηλή τιμή βενζίνης το καλοκαίρι»

Ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Πρατηριούχων Εμπόρων Καυσίμων, Θέμης Κιουρτζής, εκτιμά ότι το επόμενο διάστημα δύσκολα θα υπάρξουν ουσιαστικές μειώσεις στην τιμή της βενζίνης. Όπως αναφέρει, η διεθνής αγορά καυσίμων κινείται με τέτοια αστάθεια, ώστε κανείς δεν μπορεί να κάνει ασφαλείς προβλέψεις για την επόμενη ημέρα.

Ο ίδιος σημειώνει ότι μέσα στο καλοκαίρι δεν φαίνεται πιθανό να δουν οι καταναλωτές αισθητά χαμηλότερες τιμές. Η αγορά, όπως λέει, έχει δείξει πολλές φορές ότι οι τιμές ανεβαίνουν για να πέσουν και πέφτουν για να ξανανέβουν, όμως ανάμεσα σε αυτές τις μεταβολές παρεμβάλλεται πάντα η τιμή που δίνουν τα διυλιστήρια.

Η συγκεκριμένη επισήμανση στρέφει το ενδιαφέρον στον πραγματικό πυρήνα της τιμολόγησης. Οι πρατηριούχοι υποστηρίζουν ότι το καθοριστικό βάρος δεν βρίσκεται στο τελευταίο στάδιο της πώλησης, αλλά στην τιμή χονδρικής με την οποία προμηθεύονται τα καύσιμα από τα διυλιστήρια.

Κατά τον κ. Κιουρτζή, πριν από την κρίση στον Περσικό Κόλπο η διεθνής τιμή του αργού πετρελαίου βρισκόταν στα 73 με 74 δολάρια το βαρέλι, επίπεδο στο οποίο είχε επιστρέψει μέχρι και πριν από λίγες ημέρες. Παρόλα αυτά, η μέση τιμή της βενζίνης στα ελληνικά πρατήρια, από τα 1,73 ευρώ το λίτρο της προπολεμικής περιόδου, ανέβηκε στα 1,92 ευρώ το λίτρο, δηλαδή αυξήθηκε κατά 19 λεπτά.

Στο επίκεντρο οι τιμές των διυλιστηρίων

Ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας επισημαίνει ότι στις αρχές Μαρτίου τα διυλιστήρια πωλούσαν βενζίνη προς 1,56 ευρώ το λίτρο, ενώ πριν από το νέο χτύπημα των ΗΠΑ στο Ιράν τα πρατήρια αγόραζαν από τα διυλιστήρια προς 1,77 ευρώ το λίτρο. Η διαφορά αυτή φτάνει τα 21 λεπτά, εξηγώντας γιατί η λιανική τιμή παραμένει υψηλή ακόμη και όταν το αργό πετρέλαιο κινείται κοντά στα προηγούμενα επίπεδα.

Σύμφωνα με τον ίδιο, αν αφαιρεθούν ΦΠΑ και λοιπά κόστη, το καθαρό κέρδος για τον πρατηριούχο κινείται μόλις στα 6 με 7 λεπτά ανά λίτρο. Με βάση αυτή την εικόνα, οι πρατηριούχοι υποστηρίζουν ότι δεν μπορούν να θεωρούνται οι βασικοί υπεύθυνοι για τις υψηλές τιμές, όταν τα διυλιστήρια ανακοινώνουν αυξημένα περιθώρια διύλισης και διαμορφώνουν την τιμή με την οποία τροφοδοτούν την αγορά.

Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σοβαρό από τη δομή της αγοράς. Ο κ. Κιουρτζής κάνει λόγο για μονοπωλιακές συνθήκες στον κλάδο των διυλιστηρίων, τονίζοντας ότι οι τιμές που δίνουν αποτελούν τον κύριο παράγοντα που καθορίζει την τελική τιμή πώλησης στα πρατήρια.

Από την πλευρά των διυλιστηρίων, η συνήθης αιτιολόγηση είναι ότι οι τιμές των καυσίμων καθορίζονται από τα διεθνή χρηματιστήρια. Αγοράζουν αργό πετρέλαιο, το διυλίζουν και στη συνέχεια πουλούν βενζίνη ή πετρέλαιο με βάση τις χρηματιστηριακές τιμές των προϊόντων. Αυτό σημαίνει ότι η τιμή του αργού δεν αρκεί από μόνη της για να εξηγήσει την τελική επιβάρυνση στην αντλία.

Το πρόβλημα, όμως, για τον καταναλωτή παραμένει ίδιο. Κάθε διεθνής αναταραχή περνά γρήγορα στη λιανική, ενώ η αποκλιμάκωση φτάνει αργά, περιορισμένα ή καθόλου. Η κυβέρνηση μιλά για ελέγχους και προσδοκίες μείωσης, όμως η πραγματικότητα στα πρατήρια δείχνει ότι η αγορά εξακολουθεί να λειτουργεί με τρόπο που αφήνει τον πολίτη απροστάτευτο.

Η βενζίνη δεν είναι είδος πολυτελείας. Για χιλιάδες εργαζόμενους, οικογένειες, επαγγελματίες και κατοίκους περιοχών χωρίς επαρκείς δημόσιες συγκοινωνίες, αποτελεί καθημερινή ανάγκη. Όταν η τιμή της παραμένει στα ύψη, το κόστος δεν μένει μόνο στην αντλία. Περνά στις μετακινήσεις, στις μεταφορές, στα προϊόντα και τελικά σε ολόκληρο το κόστος ζωής.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς γιατί δεν πέφτει η βενζίνη. Είναι ποιος ελέγχει πραγματικά τη διαμόρφωση της τιμής, ποιος κερδίζει από τα αυξημένα περιθώρια και γιατί ο καταναλωτής πληρώνει πάντα άμεσα την κρίση, χωρίς να απολαμβάνει αντίστοιχα την αποκλιμάκωση όταν αυτή έρχεται.