Σήμερα Γιορτάζουν:

ΕΡΜΥΛΛΟΣ

Διάλογος ή σκηνοθεσία συναίνεσης; Τα μπλόκα γιατί είναι ανένδοτα;

Πρίν αρχίσουμε να γράφουμε την πρώτη παράγραφο αξίζει να προστεθεί  ότι, ακόμη και από ένα επιδερμικό ψάξιμο, προκύπτει πως ένα σημαντικό ποσοστό των εκπροσώπων που εμφανίστηκαν ως «φωνή των αγροτών» προέρχονται από γνωστές γαλάζιες δεξαμενές επιρροής, με σταθερή πολιτική και εκλογική εγγύτητα προς το περιβάλλον του Κυριάκος Μητσοτάκης. Ίσως, μάλιστα, ο όρος «γαλάζιες δεξαμενές» να είναι επιεικής, καθώς σε αρκετές περιπτώσεις πρόκειται για σαφώς οριοθετημένες μητσοτακικές δεξαμενές, όπου η εκπροσώπηση λειτουργεί περισσότερο ως προέκταση κομματικής πειθαρχίας παρά ως αυθόρμητη έκφραση αγροτικής αγωνίας.

Ήταν πράγματι διάλογος αυτός που διεξήχθη στο Μέγαρο Μαξίμου ή μια προσεκτικά ενορχηστρωμένη επίδειξη συναίνεσης; Και, τελικά, ποιοι μίλησαν εκ μέρους των αγροτών και ποιοι απλώς επιβεβαίωσαν μια ήδη ειλημμένη πολιτική γραμμή; Τα ερωτήματα αυτά αιωρούνται αναπόφευκτα μετά τις δηλώσεις του Κυριάκος Μητσοτάκης, ο οποίος εμφανίστηκε να ανακοινώνει γενναία μέτρα στήριξης, να υψώνει ταυτόχρονα αυστηρό τόνο απέναντι στα μπλόκα και να κλείνει τη συζήτηση με το γνωστό δίπολο «διάλογος με τους συνετούς – μηδενική ανοχή στους υπόλοιπους».

Ας σταθούμε, όμως, στην ουσία. Πόσο αντιπροσωπευτικός ήταν ο διάλογος; Πόσο «απ’ όλη τη χώρα» ήταν οι εκπρόσωποι που κάθισαν γύρω από το τραπέζι; Και κυρίως: πόσοι από αυτούς εξέφραζαν αυθεντικά την αγωνία των παραγωγών και πόσοι αναπαρήγαγαν μια γραμμή ήδη επεξεργασμένη σε κομματικά γραφεία και τοπικά πολιτικά δίκτυα; Η αίσθηση –έστω και αν δεν διατυπώνεται ανοιχτά– ότι σημαντικό μέρος των παρισταμένων κινήθηκε εντός «γαλάζιου» πλαισίου, με άτυπη καθοδήγηση από τοπικούς βουλευτές συγκεκριμένων νομών, δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί. Ιδίως όταν ορισμένες περιοχές, όπως το Ηράκλειο, εμφανίζονται διαχρονικά ως δεξαμενές ελεγχόμενης εκπροσώπησης.

Ο πρωθυπουργός μίλησε για «χαμηλότερο ηλεκτρικό τιμολόγιο στην Ευρώπη». Ρητορικά, ποιος μπορεί να διαφωνήσει; Το ερώτημα, όμως, είναι απλό: πόσοι αγρότες θα μπορέσουν πράγματι να ενταχθούν σε αυτό το καθεστώς και με ποιους όρους; Η ένταξη όσων βρίσκονται σε ρύθμιση παρουσιάζεται ως γενναία παραχώρηση. Είναι, όμως, λύση ή απλώς μια προσωρινή ανάσα σε ένα κόστος παραγωγής που παραμένει ασφυκτικό; Και όταν η κυβέρνηση μιλά για απαλλαγή από τον Ειδικό Φόρο στο πετρέλαιο, πόσο μόνιμη είναι αυτή η δέσμευση και πόσο εύκολα μπορεί να ανατραπεί σε έναν επόμενο δημοσιονομικό κύκλο;

Ακόμη πιο αιχμηρό είναι το πολιτικό σκέλος. Όταν ο πρωθυπουργός κάνει λόγο για «κομματική μειοψηφία που εκβιάζει την κοινωνία», σε ποιους ακριβώς αναφέρεται; Σε εκείνους που δεν προσήλθαν στο Μαξίμου; Σε όσους δεν δέχθηκαν να νομιμοποιήσουν μια διαδικασία με προαποφασισμένα όρια; Ή μήπως σε όσους δεν ελέγχονται πολιτικά και δεν ανταποκρίνονται σε τηλεφωνήματα και «συστάσεις» τοπικών παραγόντων; Και, αντιστρόφως, όσοι προσήλθαν και μίλησαν, μίλησαν ελεύθερα ή με το βλέμμα στραμμένο στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση και στις ισορροπίες του νομού τους;

Οι τοποθετήσεις ορισμένων εκπροσώπων περί «καλού κλίματος» και «ανοίγματος διαύλων επικοινωνίας» γεννούν ένα ακόμη ερώτημα: διάλογος για ποιον και με ποιον; Για τους αγρότες που βρίσκονται στα μπλόκα ή για εκείνους που έχουν ήδη επιλέξει τον ρόλο του συνομιλητή της εξουσίας; Και όταν γίνεται λόγος για συζητήσεις στη Βουλή «με ανοιχτή πρόσκληση προς όλους», πόσο ανοιχτή είναι πραγματικά αυτή η πρόσκληση σε όσους δεν ανήκουν στο αποδεκτό φάσμα συνομιλητών;

Τελικά, το πρόβλημα δεν είναι αν υπήρξε συνάντηση ούτε αν ανακοινώθηκαν μέτρα. Το πρόβλημα είναι αν ο διάλογος αυτός ήταν ειλικρινής ή αν λειτούργησε ως μηχανισμός αποσυμπίεσης και πολιτικής διαχείρισης. Αν δηλαδή επρόκειτο για μια διαδικασία ουσιαστικής ακρόασης ή για μια προσεκτικά σκηνοθετημένη εικόνα συναίνεσης, όπου οι «κατάλληλοι» εκπρόσωποι είπαν τα «σωστά» πράγματα και οι υπόλοιποι βαφτίστηκαν ακραίοι.

Σε έναν πραγματικό διάλογο, οι ερωτήσεις προηγούνται των ανακοινώσεων και οι απαντήσεις δεν είναι προδιαγεγραμμένες. Στην περίπτωση αυτή, όμως, το ερώτημα παραμένει ανοιχτό: μίλησαν οι αγρότες ή μίλησε η κυβέρνηση μέσω επιλεγμένων αγροτών; Και αν αυτός είναι ο νέος δρόμος για τον πρωτογενή τομέα, πόσο ανοιχτός είναι πραγματικά και για ποιους;