Δημήτρης Νατσιός:Το μεταναστευτικό τέλμα και η κυβερνητική διγλωσσία-Η ΝΙΚΗ απειλεί τον κυβερνητικό σχεδιασμό

Η επικοινωνιακή ομηρία της κυβέρνησης και το τέλμα στο μεταναστευτικό

Η πρόσφατη τηλεοπτική εμφάνιση του προέδρου της ΝΙΚΗΣ, Δημήτρη Νατσιού, στην κρατική τηλεόραση, ανέδειξε με τον πλέον ανάγλυφο τρόπο το βαθύ πολιτικό και ιδεολογικό αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Με μια ρητορική που ισορροπεί ανάμεσα στην εθνική ανησυχία και την κοινωνική αγανάκτηση, ο επικεφαλής της ΝΙΚΗΣ αποδομεί το κυβερνητικό αφήγημα περί «σταθερότητας» και «αριστείας», αναδεικνύοντας τις κραυγαλέες αντιφάσεις της εκτελεστικής εξουσίας, ιδιαίτερα στο φλέγον ζήτημα της διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών.

Η κυβερνητική παράταξη, εγκλωβισμένη σε μια διαρκή επικοινωνιακή διαχείριση της πραγματικότητας, επιχειρεί να ωθήσει τη χώρα σε μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδο, επιδιώκοντας τη φθορά των πολιτικών της αντιπάλων, την ώρα που η καθημερινότητα των πολιτών χειροτερεύει. Η αναφορά του Δημήτρη Νατσιού στο κυβερνητικό σύνθημα «ηττήθημεν σε όλα τα θέματα» αποτυπώνει με ακρίβεια το κλίμα που επικρατεί στην κοινωνική βάση, η οποία βιώνει την οικονομική πίεση και την αίσθηση της εθνικής υποχώρησης. Η κυβέρνηση δείχνει να ενδιαφέρεται περισσότερο για τον χρόνο των επόμενων καλπών και τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης μέσω των καθημερινών δημοσκοπήσεων, παρά για την παραγωγή ουσιαστικού έργου που θα θωρακίσει τη χώρα απέναντι στις σύγχρονες προκλήσεις.

Οι κρατικές αντιφάσεις και η γεωπολιτική αδράνεια στο Αιγαίο

Το μεταναστευτικό ζήτημα αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κυβερνητικής διγλωσσίας. Οι επίσημες διαβεβαιώσεις των αρμόδιων υπουργών για μείωση των ροών και αυστηροποίηση των διαδικασιών ασύλου καταρρέουν μπροστά στην πραγματικότητα των γεγονότων. Η καταγγελία για τη νυχτερινή μεταφορά εκατοντάδων παράνομων μεταναστών στη Σάμο, σε πλήρη αντίθεση με τις περσινές κατηγορηματικές δεσμεύσεις της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Μετανάστευσης, αποδεικνύει ότι η κυβέρνηση στερείται ολοκληρωμένου σχεδίου. Αντί για μια συγκροτημένη πολιτική αποτροπής, επιλέγεται η τακτική της εσωτερικής μετακίνησης και της προσωρινής απόκρυψης του προβλήματος, δημιουργώντας συνθήκες αναστάτωσης στις τοπικές κοινωνίες, ιδιαίτερα στην Κρήτη και τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου.

Παράλληλα, η γεωπολιτική διάσταση του προβλήματος αναδεικνύει την αδυναμία της Αθήνας να παρέμβει αποτελεσματικά στις πηγές της κρίσης. Η πλήρης τουρκική επιρροή στη δυτική Λιβύη και το Τομπρούκ μετατρέπει την περιοχή σε ένα απέραντο ορμητήριο διακινητών, οι οποίοι εργαλειοποιούν τον ανθρώπινο πόνο με την πλήρη ανοχή, αν όχι καθοδήγηση, της Άγκυρας. Η ελληνική διπλωματία παρακολουθεί αμήχανα τις εξελίξεις, τη στιγμή που ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες για δημιουργία κέντρων υποδοχής σε τρίτες χώρες, όπως η προσπάθεια της Ιταλίας στην Αλβανία, καταλήγουν σε παταγώδη αποτυχία, αποδεικνύοντας ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει απλός θεατής. Η ανάγκη για αυστηροποίηση των ποινών των διακινητών με πραγματική έκτιση ισοβίων δεσμών προβάλλει ως η μόνη ρεαλιστική λύση απέναντι στο οργανωμένο έγκλημα που απειλεί την εθνική ασφάλεια.

Στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό, η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιχειρεί να παρουσιάσει τα νέα κοινοβουλευτικά σχήματα ως προσωποπαγή μορφώματα με σκοπό την αποσυσπείρωση των πατριωτικών δυνάμεων. Η διαφοροποίηση της ΝΙΚΗΣ, η οποία προτάσσει έναν συλλογικό και θεσμικό χαρακτήρα μακριά από την αρχηγοκεντρική δομή άλλων κομμάτων, αποτελεί μια σαφή πρόκληση για το κατεστημένο σύστημα εξουσίας. Όσο η κυβέρνηση αρνείται να αντιμετωπίσει τις ρίζες των προβλημάτων στην παιδεία, την οικονομία και την εθνική άμυνα, τόσο θα εντείνεται η πολιτική αμφισβήτηση, με τις κάλπες να αποτελούν τη μόνη διέξοδο για την αποκατάσταση της θεσμικής αξιοπρέπειας του τόπου.