Δημοκρατικοί: Η σοσιαλιστική πτέρυγα σηκώνει κεφάλι
Οι Ρεπουμπλικανοί χαρακτηρίζουν τον Ζόραν Μαμντάνι ακραίο και επικίνδυνο λαϊκιστή, ενώ οι πολιτικές του προκαλούν σφοδρές αντιδράσεις από τους αντιπάλους του. Παρ’ όλα αυτά, ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης συνεχίζει να λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για ένα νέο ρεύμα μέσα στους Δημοκρατικούς, το οποίο διεκδικεί χώρο, επιρροή και πολιτική νομιμοποίηση μέσα από προτάσεις που θέτουν στο επίκεντρο την οικονομική ασφυξία των χαμηλότερων και μεσαίων στρωμάτων.
Η τάση αυτή φαίνεται πλέον να αποκτά δυναμική και στην Ουάσινγκτον. Η Τζανίς Λιούις Τζορτζ, 38χρονη δημοτική σύμβουλος και πρώην εισαγγελέας, επικράτησε στις προκριματικές εκλογές των Δημοκρατικών για τη δημαρχία της αμερικανικής πρωτεύουσας και θεωρείται πλέον φαβορί για να διαδεχθεί τη Μουριέλ Μπόουζερ, η οποία αποσύρθηκε από τη διεκδίκηση νέας θητείας έπειτα από τρεις συνεχόμενες θητείες.
Η επικράτησή της ανοίγει τον δρόμο για μια εμφανή μετατόπιση προς τα αριστερά σε μια πόλη που, παρότι δεν είναι η μεγαλύτερη των Ηνωμένων Πολιτειών, διαθέτει τεράστια πολιτική και συμβολική βαρύτητα. Η Ουάσινγκτον αποτελεί την καρδιά της ομοσπονδιακής εξουσίας και κάθε πολιτική αλλαγή στην τοπική της διοίκηση υπερβαίνει τα στενά δημοτικά όρια.
Η Λιούις Τζορτζ, που αυτοπροσδιορίζεται ως δημοκρατική σοσιαλίστρια, εκφράζει μια υπόγεια αλλά σταθερή μεταβολή στο εσωτερικό του Δημοκρατικού Κόμματος. Το ίδιο ρεύμα ενσαρκώθηκε σε εθνικό επίπεδο από τον Ζόραν Μαμντάνι, ο οποίος κατέκτησε απρόσμενα τη δημαρχία της Νέας Υόρκης τον περασμένο Νοέμβριο, αξιοποιώντας τη δυσαρέσκεια απέναντι στις παραδοσιακές πολιτικές και προβάλλοντας ένα πρόγραμμα βασισμένο στην οικονομική προσιτότητα, στη στέγαση και στις δυσκολίες της εργατικής τάξης.
Ο αντίπαλός της στις προκριματικές, ο δημοτικός σύμβουλος Κένιαν ΜακΝτάφι, ο οποίος εκφράζει τη μετριοπαθή και κεντρώα πτέρυγα των Δημοκρατικών, αναγνώρισε την Πέμπτη την ήττα του. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει καθοριστικά την πορεία της Λιούις Τζορτζ προς τις εκλογές του Νοεμβρίου και καθιστά πλέον ρεαλιστικό το ενδεχόμενο να αναλάβει τη δημαρχία της πρωτεύουσας.
Εάν η νίκη της επιβεβαιωθεί τον Νοέμβριο, θα γίνει η πρώτη δήμαρχος με σαφή δημοκρατικό σοσιαλιστικό προσανατολισμό σε μια πόλη με μακρά δημοκρατική παράδοση. Η προεκλογική της διαδρομή αντιμετωπίζεται ήδη ως πολιτικό εργαστήριο για το Δημοκρατικό Κόμμα, το οποίο από το επόμενο έτος θα εισέλθει στη διαδικασία αναζήτησης υποψηφίου για τις προεδρικές εκλογές του 2028.
Το ρεύμα των Σάντερς και Οκάσιο Κορτές
Η Λιούις Τζορτζ κινείται στο πολιτικό μονοπάτι που άνοιξαν ο Μπέρνι Σάντερς και η Αλεξάντρια Οκάσιο Κορτές, οι δύο πιο αναγνωρίσιμες μορφές του δημοκρατικού σοσιαλισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το ρεύμα αυτό υποστηρίζει ότι οι απλοί πολίτες πρέπει να έχουν ουσιαστικό λόγο στους χώρους εργασίας, στις γειτονιές και στην κοινωνική οργάνωση.
Σύμφωνα με τη δική του πολιτική περιγραφή, ο δημοκρατικός σοσιαλισμός επιδιώκει μια δημοκρατία που θα επιτρέπει στους πολίτες να ευημερούν και όχι απλώς να επιβιώνουν. Το κέντρο βάρους δεν βρίσκεται στην αφηρημένη διαχείριση της εξουσίας, αλλά στη συμμετοχή των ίδιων των πολιτών στις αποφάσεις που καθορίζουν την καθημερινότητά τους.
Η Λιούις Τζορτζ εντάχθηκε στο κίνημα το 2016, επηρεασμένη από την προεκλογική εκστρατεία του Μπέρνι Σάντερς. Παρότι ο γερουσιαστής του Βερμόντ ηττήθηκε τότε από τη Χίλαρι Κλίντον στις εσωκομματικές διαδικασίες των Δημοκρατικών, η καμπάνια του δημιούργησε ένα νέο πολιτικό υπόστρωμα που εξακολουθεί να παράγει αποτελέσματα σε τοπικό και εθνικό επίπεδο.
Η ίδια έχει αναφερθεί σε μια καθοριστική στιγμή του 2018, όταν παρακολούθησε για πρώτη φορά συγκέντρωση δημοκρατικών σοσιαλιστών. Εκεί άκουσε την προειδοποίηση ότι οι προοδευτικές δυνάμεις δεν θα μπορούσαν να κερδίσουν σε εθνικό επίπεδο, εάν δεν άρχιζαν πρώτα να κερδίζουν σε τοπικό επίπεδο. Οκτώ χρόνια αργότερα, αυτή η στρατηγική φαίνεται να αποκτά υλική υπόσταση.
Το πολιτικό ρεύμα βρίσκεται πλέον κοντά στην ηγεσία τριών μεγάλων αμερικανικών πόλεων. Εκτός από τη Νέα Υόρκη του Μαμντάνι και την Ουάσινγκτον της Λιούις Τζορτζ, η δημοτική σύμβουλος από την Καλιφόρνια Νίθια Ράμαν, επίσης δημοκρατική σοσιαλίστρια, διεκδικεί το χρίσμα απέναντι στη δήμαρχο του Λος Άντζελες για τις εκλογές του Νοεμβρίου.
Η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί απλή εσωκομματική ιδιομορφία. Αντανακλά τη συσσωρευμένη πίεση που προκαλούν το κόστος ζωής, η στεγαστική κρίση, η ανασφάλεια των εργαζομένων και η δυσπιστία απέναντι στις παραδοσιακές ελίτ του Δημοκρατικού Κόμματος. Ο Μαμντάνι και η Λιούις Τζορτζ εμφανίζονται ως εκφραστές μιας νέας αστικής πολιτικής ατζέντας, όπου η κοινωνική πολιτική δεν λειτουργεί ως συμπλήρωμα, αλλά ως πυρήνας της διοίκησης.
Η σύγκρουση με τον Τραμπ και το πρόγραμμα της Ουάσινγκτον
Σύμφωνα με την El Pais, η Λιούις Τζορτζ θα αναλάβει, εφόσον εκλεγεί, μια πόλη σε βαθιά οικονομική πίεση. Οι περικοπές της κυβέρνησης Τραμπ έχουν επιβαρύνει την Ουάσινγκτον, η οποία βρίσκεται αντιμέτωπη με μεγάλο δημόσιο έλλειμμα, στεγαστική κρίση και σοβαρά ζητήματα ασφάλειας.
Το μεγαλύτερο πολιτικό εμπόδιο, ωστόσο, θα είναι η ίδια η ομοσπονδιακή εξουσία. Ο Ντόναλντ Τραμπ απείλησε την περασμένη εβδομάδα ότι θα παρέμβει στην πόλη εάν η Λιούις Τζορτζ εκλεγεί δήμαρχος. Από το Οβάλ Γραφείο δήλωσε ότι ίσως η ομοσπονδιακή κυβέρνηση «ανακτήσει» την Ουάσινγκτον και τη διοικήσει σε ομοσπονδιακό επίπεδο, προσθέτοντας ότι δεν θα επιτρέψει να χαθούν οι επιχειρήσεις.
Η υποψήφια των Δημοκρατικών, απόφοιτη της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Howard, έχει ήδη συγκρουστεί ανοιχτά με τις παρεμβάσεις Τραμπ στην πόλη. Υπήρξε από τις πιο έντονες φωνές κατά του προσωρινού ομοσπονδιακού ελέγχου της αστυνομίας της Ουάσινγκτον το περασμένο καλοκαίρι και παρουσιάζει την υπεράσπιση της τοπικής αυτονομίας ως ζήτημα δημοκρατικής αρχής.
Απαντώντας στις απειλές του προέδρου, έγραψε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι η Ουάσινγκτον δεν μπορεί να προστατεύσει την τοπική της αυτονομία φοβούμενη τον Τραμπ. Χαρακτήρισε την απειλή εναντίον της πόλης επίθεση στη δημοκρατία και υπογράμμισε ότι οι κάτοικοι της Ουάσινγκτον είναι εκείνοι που εκλέγουν τον δήμαρχό τους. Το μήνυμά της ήταν σαφές: η πόλη χρειάζεται κάποιον που να αντιστέκεται στον Τραμπ.
Η σύγκρουση έχει και θεσμικό βάθος. Η Ουάσινγκτον λειτουργεί μέσα σε ένα περίπλοκο σύστημα κατανομής αρμοδιοτήτων. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ελέγχει μνημεία και χώρους γύρω από ομοσπονδιακά κτίρια, έχει τη δυνατότητα προσωρινού ελέγχου της αστυνομίας, ενώ το Κογκρέσο μπορεί να επηρεάζει τους δημοτικούς προϋπολογισμούς και να παρεμβαίνει σε ορισμένα πολεοδομικά ζητήματα. Ο δήμος διαχειρίζεται κρίσιμες λειτουργίες, όπως η καθαριότητα και οι κοινωνικές πολιτικές, μέσα σε ένα πλαίσιο περιορισμένης αυτονομίας.
Η Λιούις Τζορτζ αντλεί μεγάλο μέρος της πολιτικής της ταυτότητας από τις οικογενειακές της ρίζες στην Ουάσινγκτον. Συχνά αναφέρεται στη γιαγιά της, η οποία μεγάλωσε 13 παιδιά δουλεύοντας ως οικιακή βοηθός, καθώς και στη μητέρα της, ταχυδρόμο και συνδικαλίστρια, που την έπαιρνε μαζί της σε πορείες για τα δικαιώματα των εργαζομένων.
Μεγάλωσε στο βορειοδυτικό τμήμα της Ουάσινγκτον τη δεκαετία του ’90, σε μια περίοδο κατά την οποία η πόλη αντιμετώπιζε έντονα φαινόμενα βίας, κοινωνικής παρακμής και κρίσης που συνδεόταν με τα ναρκωτικά. Η προσωπική αυτή διαδρομή αποτελεί βασικό στοιχείο της δημόσιας εικόνας της και ενισχύει το αφήγημα μιας υποψηφιότητας που προέρχεται από τις ίδιες τις κοινωνικές αντιθέσεις της πόλης.
Το πρόγραμμά της είναι απλό στη διατύπωση και ριζοσπαστικό στην πολιτική του στόχευση. Προτείνει αλλαγή του μοντέλου διακυβέρνησης της Ουάσινγκτον, με αύξηση της φορολόγησης επιχειρήσεων και ισχυρών οικονομικών συμφερόντων, ώστε να χρηματοδοτηθούν κοινωνικές πολιτικές μεγάλης κλίμακας.
Οι δύο βασικοί άξονες της πρότασής της είναι η ενίσχυση της φροντίδας παιδιών και η κατασκευή 72.000 δημόσιων κατοικιών μέσα σε πέντε χρόνια. Η επιλογή αυτή στοχεύει ευθέως στο κόστος ζωής και στη στεγαστική πίεση που πλήττουν την αμερικανική πρωτεύουσα, ιδιαίτερα τα εργατικά και μεσαία νοικοκυριά.
Εφόσον επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις τον Νοέμβριο, η Τζανίς Λιούις Τζορτζ θα γίνει η πρώτη δημοκρατική σοσιαλίστρια δήμαρχος της πρωτεύουσας της ισχυρότερης χώρας του κόσμου. Η εκλογή της θα αποκτήσει βαρύ πολιτικό συμβολισμό, καθώς θα πραγματοποιηθεί απέναντι σε έναν πρόεδρο που εκπροσωπεί έναν εθνικιστικό, λαϊκιστικό και υπερσυντηρητικό πόλο εξουσίας.
Η πιθανή επικράτησή της θα επιβεβαιώσει ότι το «μοντέλο Μαμντάνι» δεν αποτελεί μεμονωμένη εκλογική έκρηξη, αλλά μέρος μιας βαθύτερης αναδιάταξης στην αμερικανική αστική πολιτική. Το Δημοκρατικό Κόμμα βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη επιλογή: είτε θα ενσωματώσει τις πιέσεις της κοινωνικής του βάσης είτε θα αφήσει τις πιο προοδευτικές δυνάμεις να διαμορφώσουν από τα κάτω τη νέα του κατεύθυνση.
Πιο Δημοφιλή
Η σιωπή των Αγανακτισμένων δεν είναι συναίνεση
Παραπληροφόρηση: το στοχευμένο όπλο της προπαγάνδας
Σκόπια: Μειονότητα χωρίς φωνή και προστασία
Μεταναστευτικό: Η αποτυχία πίσω από τα νομοσχέδια
Πιο Πρόσφατα
Λήξη προθεσμίας καθαρισμού οικοπέδων στις 22 Ιουνίου
Νεκρός άνδρας εντοπίστηκε στη Νέα Χώρα
Σταυρούλα Λεβεντάκη: Ίχνη αίματος στο σπίτι