10 Αυγούστου 2026

Δημόσιο χρέος: Η Ελλάδα κυνηγά το 100% του ΑΕΠ – Το μεγάλο τεστ μετά το Ταμείο Ανάκαμψης

Σε νέα φάση περνά σταδιακά η πορεία του ελληνικού δημόσιου χρέους, με τη χώρα να επιχειρεί μια πολυετή και ταχύτερη αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ σε σύγκριση με τα χρόνια της δημοσιονομικής κρίσης.

Η κυβερνητική στρατηγική στηρίζεται κυρίως σε δύο άξονες: στη διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων και στις διαδοχικές πρόωρες αποπληρωμές υποχρεώσεων που προέρχονται από τη μνημονιακή περίοδο. Στόχος είναι να περιοριστούν οι μελλοντικές χρηματοδοτικές ανάγκες του Δημοσίου και να βελτιωθεί περαιτέρω η εικόνα του ελληνικού χρέους απέναντι στις αγορές.

Με βάση τις σημερινές προβολές, η Ελλάδα αναμένεται να περάσει τα επόμενα χρόνια από διαδοχικά ορόσημα. Πρώτος στόχος είναι να υποχωρήσει το χρέος χαμηλότερα από το αντίστοιχο της Ιταλίας, στη συνέχεια να πέσει κάτω από το 120% του ΑΕΠ και αργότερα να περάσει κάτω από το κρίσιμο ψυχολογικό όριο του 100%.

Το μεγάλο ορόσημο του 100% και οι κίνδυνοι μετά το Ταμείο Ανάκαμψης

Το οικονομικό επιτελείο εκτιμά ότι η Ελλάδα μπορεί ήδη από το τέλος του 2026 να πάψει να εμφανίζει υψηλότερο λόγο δημόσιου χρέους από την Ιταλία. Ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης, έχει τοποθετήσει την υποχώρηση κάτω από το 120% του ΑΕΠ στο 2029.

Το επόμενο μεγάλο σημείο αναφοράς μεταφέρεται στις αρχές της επόμενης δεκαετίας. Σύμφωνα με προβολές που έχουν παρουσιαστεί από αρμόδιους παράγοντες, το ελληνικό δημόσιο χρέος θα μπορούσε να βρεθεί κάτω από το 100% του ΑΕΠ μέσα στη διετία 2033-2034.

Η ανάλυση βιωσιμότητας εμφανίζεται θετική ακόμη και υπό ένα ιδιαίτερα συντηρητικό μακροπρόθεσμο σενάριο, στο οποίο η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται με ρυθμούς μόλις 0,4% έως 0,8%.

Η εικόνα αυτή, ωστόσο, δεν καταργεί τους κινδύνους. Παρά την αποκλιμάκωση, το ελληνικό δημόσιο χρέος εξακολουθεί να βρίσκεται σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα σε ευρωπαϊκή σύγκριση και η πορεία του μετά το τέλος της περιόδου έντονης χρηματοδοτικής ώθησης από το Ταμείο Ανάκαμψης παραμένει κρίσιμο ζήτημα.

Το πραγματικό τεστ θα έρθει όταν οι έκτακτες ευρωπαϊκές εισροές περιοριστούν και η οικονομία θα πρέπει να στηρίζει την ανάπτυξή της περισσότερο στις επενδύσεις, στην παραγωγικότητα, στα εισοδήματα και στις εγχώριες δυνατότητες.

Η κυβέρνηση εμφανίζει την πτώση του χρέους ως βασικό στοιχείο της οικονομικής της πολιτικής. Η διατήρηση όμως της ίδιας ταχύτητας αποκλιμάκωσης προϋποθέτει ότι η χώρα θα συνεχίσει για χρόνια να παράγει πρωτογενή πλεονάσματα και να διατηρεί θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Η συγκεκριμένη ισορροπία δεν είναι αυτονόητη. Υψηλά πλεονάσματα επί μακρόν μπορεί να περιορίζουν τα δημοσιονομικά περιθώρια, ενώ χαμηλότερη ανάπτυξη μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης θα μπορούσε να επιβραδύνει σημαντικά την πτώση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ.

Η Ελλάδα βρίσκεται έτσι σε μια μακρά «κούρσα»: πρώτα απέναντι στην Ιταλία, αργότερα απέναντι στο 120% και τελικά απέναντι στο 100% του ΑΕΠ. Οι πρόωρες αποπληρωμές επιταχύνουν τη διαδικασία, η διάρκεια όμως της αποκλιμάκωσης θα κριθεί από την πραγματική αντοχή της οικονομίας.

Νέες πρόωρες αποπληρωμές 4,7 δισ. ευρώ έως το τέλος του 2026

Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση επιταχύνει τις πρόωρες αποπληρωμές του δημόσιου χρέους. Μετά την πρώτη σχετική κίνηση που πραγματοποιήθηκε στις 15 Ιουνίου 2026, προγραμματίζονται ακόμη δύο αποπληρωμές μέχρι το τέλος της χρονιάς, συνολικού ύψους 4,7 δισ. ευρώ.

Ο κυβερνητικός σχεδιασμός προβλέπει ότι οι κινήσεις αυτές θα μειώσουν τις μελλοντικές ανάγκες αναχρηματοδότησης και θα συμβάλουν στην ταχύτερη αποκλιμάκωση του δείκτη χρέους προς ΑΕΠ.

Η πρώτη νέα αποπληρωμή αφορά, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, δάνεια του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, ύψους 2,5 δισ. ευρώ. Η διαδικασία αναμένεται να ολοκληρωθεί έως τα τέλη Οκτωβρίου.

Στις 15 Δεκεμβρίου προγραμματίζεται να ακολουθήσει η εξόφληση ομολόγου ύψους 2,2 δισ. ευρώ, το οποίο βρίσκεται στα χαρτοφυλάκια των τεσσάρων συστημικών τραπεζών και λήγει την ίδια ημερομηνία.

Με τις δύο κινήσεις ολοκληρώνεται ο φετινός κύκλος πρόωρων αποπληρωμών, ενώ παράλληλα θα διαμορφωθεί η αντίστοιχη στρατηγική για τα επόμενα χρόνια, αρχής γενομένης από το 2027.

Μέχρι στιγμής το ελληνικό Δημόσιο έχει αντλήσει από τις αγορές περίπου 7,75 δισ. ευρώ, ενώ στο τέλος του έτους εκτιμάται ότι το απόθεμα των ταμειακών διαθεσίμων θα ξεπεράσει τα 30 δισ. ευρώ.

Η ύπαρξη ισχυρού ταμειακού «μαξιλαριού» παρέχει στην κυβέρνηση σημαντική ευχέρεια στη διαχείριση των λήξεων του χρέους και μειώνει την εξάρτηση από τις βραχυπρόθεσμες συνθήκες στις αγορές.

Παρά τα θετικά στοιχεία, το μεγάλο οικονομικό ερώτημα παραμένει ανοικτό. Η αποκλιμάκωση του χρέους δεν αρκεί από μόνη της για να αποδείξει ότι η ελληνική οικονομία έχει αφήσει οριστικά πίσω τις αδυναμίες της προηγούμενης δεκαετίας.

Η κυβέρνηση θα κριθεί τελικά από το εάν η μείωση του χρέους θα συνοδευτεί από σταθερή ανάπτυξη και ισχυρότερη παραγωγική βάση μετά το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης. Διαφορετικά, οι πρόωρες αποπληρωμές μπορεί να βελτιώνουν τους αριθμούς του χρέους, χωρίς να λύνουν το βαθύτερο πρόβλημα της μακροχρόνιας αντοχής της οικονομίας.