27 Ιουλίου 2026

Δημοσκοπήσεις: Η ΝΔ κρατά προβάδισμα, αλλά η αυτοδυναμία παραμένει μακριά

Τα τελευταία δημοσκοπικά ευρήματα βρίσκονται στο μικροσκόπιο της κυβέρνησης, όχι μόνο ως προς την πρόθεση ψήφου, αλλά κυρίως ως προς τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που αποτυπώνουν την πραγματική πολιτική διάθεση της κοινωνίας. Με δεδομένο ότι τον Αύγουστο οι μετρήσεις συνήθως παγώνουν, καθώς μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων βρίσκεται σε περίοδο διακοπών, οι πρόσφατες έρευνες αποκτούν αυξημένη σημασία για το πώς κλείνει πολιτικά το καλοκαίρι.

Ο επόμενος κύκλος δημοσκοπήσεων αναμένεται το φθινόπωρο, όταν θα έχει φανεί και η απήχηση των εξαγγελιών του Κυριάκου Μητσοτάκη στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Μέχρι τότε, το Μέγαρο Μαξίμου επιχειρεί να προωθήσει νομοθετικές πρωτοβουλίες και να διαμορφώσει ατζέντα επανεκκίνησης. Την Πέμπτη συνεδριάζει το υπουργικό συμβούλιο, με αντικείμενο νομοσχέδια που θα οδηγηθούν στη Βουλή μετά το καλοκαίρι.

Στη Νέα Δημοκρατία διαβάζουν με ικανοποίηση το γεγονός ότι το κυβερνών κόμμα εξακολουθεί να διατηρεί καθαρό προβάδισμα. Τα ποσοστά του στην εκτίμηση ψήφου κινούνται κοντά στο ψυχολογικό όριο του 30%, στοιχείο που επιτρέπει στο Μαξίμου να μιλά για πολιτική κυριαρχία. Ωστόσο, η απόσταση από την αυτοδυναμία παραμένει ορατή και δύσκολη, καθώς το τελικό όριο εξαρτάται και από το ποσοστό των κομμάτων που θα μείνουν εκτός Βουλής.

Όσο μεγαλύτερο είναι το ποσοστό των εκτός Βουλής κομμάτων, τόσο χαμηλώνει ο πήχης της αυτοδυναμίας. Όσο μικρότερο είναι, τόσο δυσκολότερη γίνεται η υπόθεση της μονοκομματικής κυβέρνησης. Αυτός ο παράγοντας κάνει το πολιτικό σκηνικό πιο σύνθετο και εξηγεί γιατί η κυβέρνηση δεν αρκείται στο προβάδισμα, αλλά αναζητά αύξηση συσπείρωσης και επιστροφή χαμένων ψηφοφόρων.

Το προβάδισμα της ΝΔ και τα προειδοποιητικά σημάδια

Θετικό στοιχείο για τη Νέα Δημοκρατία θεωρείται η κομματική βεβαιότητα. Σύμφωνα με έρευνα της Marc, το 70,1% των σημερινών ψηφοφόρων του κυβερνώντος κόμματος δηλώνει «πολύ σίγουρο» για την επιλογή του, ενώ το 18,7% δηλώνει «αρκετά σίγουρο». Η εικόνα αυτή δείχνει ότι ο σκληρός πυρήνας της ΝΔ παραμένει σε μεγάλο βαθμό συμπαγής.

Παράλληλα, όμως, υπάρχει σοβαρό καμπανάκι. Ένα τμήμα των ψηφοφόρων που στήριξαν τη Νέα Δημοκρατία το 2023 έχει μετακινηθεί προς άλλα κόμματα ή έχει περάσει στη δεξαμενή των αναποφάσιστων. Με βάση την ίδια έρευνα, η ΝΔ διατηρεί το 67,9% της εκλογικής της βάσης από το 2023. Το ποσοστό είναι καλύτερο από την επίδοση άλλων κομμάτων, αλλά δεν επιτρέπει κανέναν εφησυχασμό.

Στον δρόμο προς τις επόμενες κάλπες, η κυβέρνηση θα επενδύσει στο αφήγημα της πολιτικής και δημοσιονομικής σταθερότητας. Το Μαξίμου γνωρίζει ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια είναι ισχυρή, αλλά επιχειρεί να αντιτάξει το επιχείρημα της κυβερνησιμότητας και της αποφυγής αστάθειας. Η στρατηγική αυτή πατά σε ένα πραγματικό εύρημα: σύμφωνα με δημοσκόπηση της Alco, το 57% δηλώνει ότι στις επόμενες εκλογές θα ψηφίσει για να εκφράσει διαμαρτυρία, ενώ το 34% δηλώνει ότι θα ψηφίσει με κριτήριο την κυβερνητική σταθερότητα.

Η εικόνα για την επόμενη ημέρα παραμένει μοιρασμένη. Σε έρευνα της MRB, το 45,1% προτιμά αυτοδύναμη κυβέρνηση, ενώ το 43,7% απαντά ότι προτιμά κυβέρνηση συνεργασίας. Η ισορροπία αυτή δείχνει ότι η κοινωνία δεν έχει δώσει καθαρή εντολή ως προς το μοντέλο διακυβέρνησης που θέλει μετά τις επόμενες εκλογές.

Το εύρημα αυτό είναι πολιτικά βαρύ για τη ΝΔ. Η κυβέρνηση ζητά καθαρή εντολή και αυτοδυναμία, όμως μεγάλο μέρος των πολιτών φαίνεται να μην απορρίπτει τη λογική των συνεργασιών. Σε ένα περιβάλλον φθοράς, ακρίβειας και θεσμικής καχυποψίας, η αυτοδυναμία δεν είναι δεδομένο αίτημα της κοινωνίας, αλλά πολιτικός στόχος που πρέπει να ξανακερδηθεί.

Σαμαράς, ακρίβεια, νέοι και σενάρια εκλογών

Στο εσωτερικό της Κεντροδεξιάς, ο παράγοντας Αντώνης Σαμαράς εξακολουθεί να προκαλεί συζητήσεις. Ο πρώην πρωθυπουργός δεν έχει ανοίξει ακόμη τα χαρτιά του, όμως τα σενάρια για τις επόμενες κινήσεις του έχουν αναζωπυρωθεί. Η πιθανότητα δημιουργίας νέου πολιτικού φορέα εξετάζεται πλέον και δημοσκοπικά.

Σύμφωνα με την Interview, στο ερώτημα πόσο πιθανό είναι να ψήφιζαν ένα κόμμα με επικεφαλής τον Αντώνη Σαμαρά, το 7% απαντά «πολύ» και το 5% «αρκετά». Ένα επιπλέον 9% απαντά «λίγο», ενώ το 78% λέει «καθόλου». Τα ποσοστά δεν προδικάζουν πολιτικό σεισμό, αλλά δείχνουν ότι υπάρχει μια υπολογίσιμη ζώνη ενδιαφέροντος που μπορεί να λειτουργήσει πιεστικά για τη ΝΔ, ειδικά στα δεξιά της.

Η κρισιμότερη μάχη για την κυβέρνηση, πάντως, δεν θα δοθεί μόνο στα κομματικά δεξιά. Θα δοθεί στην αγορά, στο καλάθι του νοικοκυριού και στο πραγματικό εισόδημα. Σε όλες τις μετρήσεις, η ακρίβεια παραμένει το πρώτο πρόβλημα των πολιτών και η κυβέρνηση γνωρίζει ότι εκεί θα κριθεί η αξιοπιστία της οικονομικής της αφήγησης.

Σε πρόσφατη μέτρηση της MRB, το 43,7% απαντά ότι τα θέματα ελέγχου της ακρίβειας στην αγορά αποτελούν το βασικό πολιτικό διακύβευμα της επόμενης αναμέτρησης. Αντίστοιχα, σύμφωνα με την Alco, το 51% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι η ακρίβεια είναι το ζήτημα που τον απασχολεί περισσότερο, ενώ ακολουθούν η διαφθορά με 22% και η λειτουργία των θεσμών με 9%.

Τα στοιχεία αυτά αποκαλύπτουν το πιο δύσκολο σημείο για το Μαξίμου. Η κυβέρνηση μπορεί να μιλά για ανάπτυξη, επενδύσεις και δημοσιονομική σταθερότητα, όμως ο πολίτης μετρά την οικονομία στο ράφι, στον λογαριασμό και στο ενοίκιο. Όταν η ακρίβεια κυριαρχεί στις απαντήσεις, το κυβερνητικό αφήγημα δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στους δείκτες.

Ιδιαίτερα δύσκολη παραμένει και η σχέση της ΝΔ με τους νέους. Σύμφωνα με τη Marc, στην πρόθεση ψήφου τα ποσοστά του κυβερνώντος κόμματος στις ηλικίες 17 έως 44 ετών βρίσκονται στο 20,5%, ενώ στους άνω των 65 ετών φτάνουν το 45,6%. Η διαφορά είναι μεγάλη και δείχνει ένα ηλικιακό ρήγμα που η κυβέρνηση δεν μπορεί να αγνοήσει.

Για τον λόγο αυτό, ενόψει ΔΕΘ σχεδιάζεται διπλή στρατηγική. Από τη μία πλευρά, ετοιμάζεται πακέτο μέτρων με στόχευση στη Generation Z, με έμφαση στο στεγαστικό και στους μισθούς. Από την άλλη, προωθείται ευρύ πλέγμα μέτρων για τους συνταξιούχους, οι οποίοι αποτελούν σταθερότερο και παραδοσιακά πιο φιλικό ακροατήριο για τη Νέα Δημοκρατία.

Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι οι νέοι δεν αρκούνται σε εξαγγελίες. Αντιμετωπίζουν χαμηλούς μισθούς, ακριβή στέγη, δυσκολία επαγγελματικής προοπτικής και αίσθηση αποκλεισμού από την κοινωνική άνοδο. Αν η κυβέρνηση δεν παρουσιάσει πειστικές και άμεσα εφαρμόσιμες λύσεις, το δημοσκοπικό κενό στις νεότερες ηλικίες θα παραμείνει ανοιχτό.

Μέσα σε αυτό το πολιτικό περιβάλλον, η κυβέρνηση επιμένει ότι οι εθνικές εκλογές θα γίνουν το 2027 και απορρίπτει τα σενάρια αιφνιδιασμού μέσα στο φθινόπωρο. Το Μαξίμου θέλει να περιορίσει την εκλογολογία, καθώς γνωρίζει ότι η παρατεταμένη συζήτηση για πρόωρες κάλπες μπορεί να οδηγήσει υπουργούς και βουλευτές σε πολιτική αδράνεια.

Ωστόσο, οι μετρήσεις δείχνουν ότι η κοινωνία δεν είναι αδιάφορη απέναντι στο ενδεχόμενο εκλογών. Σύμφωνα με την Pulse, το 46% δηλώνει ότι θέλει εκλογές μέσα στο 2026, το 33% απαντά το 2027 και το 16% θεωρεί ότι δεν έχει διαφορά. Οι απαντήσεις διαφοροποιούνται έντονα ανάλογα με την κομματική προτίμηση. Εκλογές το 2026 θέλει μόλις το 9% όσων δηλώνουν ότι προτίθενται να ψηφίσουν Νέα Δημοκρατία, ενώ το ποσοστό φτάνει στο 78% μεταξύ όσων λένε ότι θα ψηφίσουν το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα.

Το πολιτικό συμπέρασμα είναι σαφές. Η Νέα Δημοκρατία κρατά την πρώτη θέση και εμφανίζει ανθεκτικότητα, όμως η φθορά είναι υπαρκτή, η αυτοδυναμία δεν έχει εξασφαλιστεί, η ακρίβεια πιέζει, οι νέοι παραμένουν δύσκολο κοινό και οι κινήσεις στα δεξιά της παράταξης παρακολουθούνται με ανησυχία. Το φθινόπωρο θα είναι καθοριστικό, γιατί εκεί θα φανεί αν οι εξαγγελίες της ΔΕΘ μπορούν να μετατρέψουν το προβάδισμα σε δυναμική ή αν θα επιβεβαιώσουν ότι η κυβέρνηση προηγείται, αλλά δεν πείθει όσο χρειάζεται.