Δημοσκοπήσεις: Μεγάλες μετακινήσεις ψηφοφόρων και άτυπη προεκλογική περίοδος
Τη βαθιά ρευστότητα στο πολιτικό σκηνικό καταγράφουν οι τελευταίες δημοσκοπήσεις, καθώς οι μετακινήσεις ψηφοφόρων από κόμμα σε κόμμα δείχνουν ότι καμία πολιτική δύναμη δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένη την εκλογική της βάση. Τα ποσοστά συσπείρωσης προκαλούν προβληματισμό στα κομματικά επιτελεία, τα οποία εντείνουν πλέον την προσπάθεια επαναπροσέγγισης απογοητευμένων ψηφοφόρων. Η κυβέρνηση επιμένει ότι οι εθνικές εκλογές θα γίνουν το 2027, όμως τα εκλογικά σενάρια παραμένουν ενεργά και η χώρα κινείται ήδη σε συνθήκες άτυπης προεκλογικής περιόδου.
Η εμφάνιση των νέων πολιτικών σχημάτων από τον Αλέξη Τσίπρα και τη Μαρία Καρυστιανού έχει ανακατέψει την πολιτική τράπουλα, σε μια περίοδο όπου πληθαίνουν και οι συζητήσεις για τις επόμενες κινήσεις του Αντώνη Σαμαρά. Κυβέρνηση και αντιπολίτευση παρακολουθούν με ιδιαίτερη προσοχή όχι μόνο τα ποσοστά πρόθεσης ψήφου, αλλά και τα ποιοτικά στοιχεία των μετρήσεων, καθώς εκεί αποτυπώνονται οι πραγματικές μετατοπίσεις του εκλογικού σώματος.
Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι πλέον μόνο ποιο κόμμα προηγείται ή ποιο εμφανίζει δυναμική ανόδου. Η ουσία βρίσκεται στο από πού προέρχονται οι ψηφοφόροι κάθε νέου σχηματισμού, ποια κόμματα χάνουν δυνάμεις, πόσοι πολίτες παραμένουν στην αδιευκρίνιστη ψήφο και πόσοι από εκείνους που απείχαν στις εκλογές του 2023 σκέφτονται τώρα να επιστρέψουν στην κάλπη. Αυτά τα στοιχεία διαμορφώνουν το πραγματικό παρασκήνιο της πολιτικής μάχης.
Οι συσπειρώσεις και οι διαρροές των κομμάτων
Στη μέτρηση της Marc, η συσπείρωση της Νέας Δημοκρατίας βρίσκεται στο 67%. Πρόκειται για ποσοστό που δείχνει ότι το κυβερνών κόμμα διατηρεί ακόμη βασικό κορμό ψηφοφόρων, όμως ταυτόχρονα αποκαλύπτει σημαντικές απώλειες. Το 12,9% των ψηφοφόρων της ΝΔ του 2023 κινείται σήμερα στην αδιευκρίνιστη ψήφο, γεγονός που εξηγεί γιατί το κυβερνητικό επιτελείο επενδύει σε αφήγημα σταθερότητας και επαναπατρισμού.
Οι διαρροές της Νέας Δημοκρατίας απλώνονται σε διαφορετικές πολιτικές κατευθύνσεις. Το 3,8% κατευθύνεται προς την ΕΛ.Α.Σ., το 3,5% προς την Ελπίδα για τη Δημοκρατία, άλλο 3,5% προς την Ελληνική Λύση, το 2,7% προς το ΠΑΣΟΚ, το 1,9% προς την Πλεύση Ελευθερίας και το 1,5% προς τη Φωνή Λογικής. Παράλληλα, ένα 3,2% δηλώνει άλλο κόμμα, επιβεβαιώνοντας ότι η κυβερνητική φθορά δεν έχει ενιαία αντιπολιτευτική διέξοδο, αλλά διαχέεται σε πολλά μικρότερα ρεύματα.
Στο ΠΑΣΟΚ, η συσπείρωση καταγράφεται στο 58,7%, ποσοστό που επίσης δεν μπορεί να θεωρηθεί ασφαλές για ένα κόμμα που διεκδικεί κεντρικό ρόλο στην αντιπολίτευση. Το 15,4% των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ παραμένει στην αδιευκρίνιστη ψήφο, ενώ καταγράφονται μετακινήσεις 8,3% προς την ΕΛ.Α.Σ., 5,7% προς την Ελπίδα για τη Δημοκρατία, 4,1% προς τη Νέα Δημοκρατία, 3,6% προς τη Φωνή Λογικής, 2,2% προς την Πλεύση Ελευθερίας και 2% προς την Ελληνική Λύση.
Η εικόνα του ΣΥΡΙΖΑ είναι ακόμη πιο δραματική. Η συσπείρωση περιορίζεται στο 3,9%, ενώ το 57,5% των παλιών ψηφοφόρων του κατευθύνεται προς το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα. Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνει ότι το νέο σχήμα του πρώην πρωθυπουργού απορροφά σχεδόν ολοκληρωτικά τον βασικό κορμό της προηγούμενης εκλογικής βάσης του ΣΥΡΙΖΑ, αφήνοντας το κόμμα σε κατάσταση πολιτικής συρρίκνωσης.
Από τους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ του 2023, το 10,2% βρίσκεται στην αδιευκρίνιστη ψήφο, το 7,5% κατευθύνεται προς την Ελπίδα για τη Δημοκρατία, το 5,5% προς την Πλεύση Ελευθερίας, το 4,5% προς το ΠΑΣΟΚ και το 2,8% προς τη Νέα Δημοκρατία. Παράλληλα, το 2,9% πηγαίνει στους Δημοκράτες, το 1,7% στη Νέα Αριστερά και το 3,5% δηλώνει άλλο κόμμα. Η εικόνα δείχνει πλήρη αποδιάρθρωση ενός χώρου που πριν από λίγα χρόνια διεκδικούσε την εξουσία.
Νέα κόμματα, αναποφάσιστοι και το ενδεχόμενο Σαμαρά
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η προέλευση των ψηφοφόρων που δηλώνουν ότι θα στηρίξουν τα νέα κόμματα του Αλέξη Τσίπρα και της Μαρίας Καρυστιανού. Στην περίπτωση του κόμματος Τσίπρα, το 57,5% προέρχεται από τον ΣΥΡΙΖΑ του 2023, στοιχείο αναμενόμενο αλλά πολιτικά καθοριστικό. Ταυτόχρονα, το 15,8% όσων δηλώνουν ότι θα ψηφίσουν την ΕΛ.Α.Σ. δεν είχε πάει να ψηφίσει στις προηγούμενες εθνικές εκλογές, γεγονός που δείχνει δυνατότητα ενεργοποίησης τμήματος της αποχής.
Το νέο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα αντλεί επίσης 10,5% από το ΜέΡΑ25, 9,1% από την Πλεύση Ελευθερίας, 8,3% από το ΠΑΣΟΚ και 8,1% από το ΚΚΕ. Από τον δεξιό χώρο οι εισροές εμφανίζονται περιορισμένες, με 5,4% από την Ελληνική Λύση και 3,8% από τη Νέα Δημοκρατία. Η εικόνα δείχνει ότι το σχήμα Τσίπρα ανασυνθέτει κυρίως τον χώρο της κεντροαριστεράς και της αριστεράς, με μικρότερη διείσδυση στα δεξιά ακροατήρια.
Στην περίπτωση της Ελπίδας για τη Δημοκρατία της Μαρίας Καρυστιανού, η μεγαλύτερη δεξαμενή προέρχεται από τη Νίκη, με ποσοστό 45,6%. Ακολουθούν η Ελληνική Λύση με 16,3% και η Πλεύση Ελευθερίας με 16%. Από τον ΣΥΡΙΖΑ προέρχεται το 7,5%, από το ΚΚΕ το 6,2%, από το ΠΑΣΟΚ το 5,7% και από τη Νέα Δημοκρατία το 3,5%.
Επιπλέον, το 20,4% όσων δηλώνουν ότι θα ψηφίσουν το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού είχε επιλέξει άλλο κόμμα το 2023, ενώ το 17,9% δεν είχε ψηφίσει στις προηγούμενες εκλογές. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι το συγκεκριμένο σχήμα δεν κινείται μόνο μέσα σε στενά κομματικά όρια, αλλά συγκεντρώνει δυνάμεις από χώρους διαμαρτυρίας, πατριωτικής ψήφου, αντισυστημικής στάσης και αποχής.
Κομβικής σημασίας παραμένει και η δεξαμενή των αναποφάσιστων. Με βάση τη μέτρηση της Metron Analysis, το 55% όσων δηλώνουν σήμερα αναποφάσιστοι είτε δεν ψήφισε στις εκλογές του 2023 είτε προσήλθε στην κάλπη και επέλεξε άκυρο ή λευκό. Πρόκειται για ένα μεγάλο, ασταθές και δύσκολα προβλέψιμο κοινό, το οποίο μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά τους τελικούς συσχετισμούς.
Σχεδόν ένας στους έξι αναποφάσιστους δηλώνει ότι το 2023 είχε ψηφίσει Νέα Δημοκρατία. Αυτό εξηγεί γιατί το κυβερνών κόμμα θεωρεί ότι διαθέτει ακόμη περιθώριο ανάκτησης απωλειών, αρκεί να πείσει τους απογοητευμένους ψηφοφόρους του ότι παραμένει η ασφαλέστερη επιλογή διακυβέρνησης. Η γραμμή αυτή θα υπηρετηθεί με έμφαση στη σταθερότητα, στην οικονομία και στον φόβο πολιτικής αστάθειας.
Σύμφωνα με την ίδια μέτρηση, το 8% των αναποφάσιστων είχε ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ το 2023, το 4% ΚΚΕ και το 13% άλλο κόμμα. Το εύρημα επιβεβαιώνει ότι η αδιευκρίνιστη ψήφος δεν ανήκει αποκλειστικά σε έναν πολιτικό χώρο, αλλά απλώνεται σε διαφορετικές δεξαμενές, με έντονο το στοιχείο της απογοήτευσης από το συνολικό κομματικό σύστημα.
Ξεχωριστό ενδιαφέρον έχει και το ενδεχόμενο δημιουργίας κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά. Στη μέτρηση της Metron Analysis, το 5% δηλώνει ότι είναι «πολύ πιθανό» να ψηφίσει ένα νέο κόμμα με επικεφαλής τον πρώην πρωθυπουργό, ενώ το 8% απαντά «αρκετά πιθανό». Αντίθετα, το 21% το θεωρεί «όχι και τόσο πιθανό» και το 65% το χαρακτηρίζει «απίθανο».
Στη μέτρηση της Marc, το 60,2% απαντά ότι ο Αντώνης Σαμαράς δεν πρέπει να προχωρήσει στη δημιουργία κόμματος, ενώ το 29% τάσσεται υπέρ. Ωστόσο, στην πιθανότητα ψήφου, το 12,4% δηλώνει «σίγουρα ναι» ή «αρκετά πιθανό» για ένα ενδεχόμενο κόμμα Σαμαρά. Το ποσοστό δεν αρκεί από μόνο του για να ανατρέψει το πολιτικό σκηνικό, όμως μπορεί να λειτουργήσει ως παράγοντας πίεσης κυρίως προς τη Νέα Δημοκρατία.
Το συνολικό συμπέρασμα είναι σαφές: το πολιτικό σύστημα έχει εισέλθει σε περίοδο έντονης κινητικότητας. Η Νέα Δημοκρατία χάνει τμήματα της βάσης της, το ΠΑΣΟΚ δεν κατορθώνει να κεφαλαιοποιήσει πλήρως τη φθορά της κυβέρνησης, ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζεται αποδυναμωμένος από την επιστροφή Τσίπρα, ενώ τα νέα κόμματα αντλούν δύναμη από την αποχή, τη διαμαρτυρία και τις μετακινήσεις ψηφοφόρων. Η κυβέρνηση μπορεί να μιλά για εκλογές το 2027, αλλά οι αριθμοί δείχνουν ότι η πολιτική μάχη έχει ήδη αρχίσει.
Πιο Δημοφιλή
Ο Μητσοτάκης χάνει την αύρα του «άτρωτου» στα μάτια της Ευρώπης
ΔΙΑΓΡΑΦΕΣ ΔΑΝΕΙΩΝ ΠΑΝΩ ΑΠΟ 1 ΔΙΣ. ΕΥΡΩ ΣΤΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ
Βαλκάνια: Έρχεται κύμα καύσωνα με θερμοκρασίες έως 39°C
Πιο Πρόσφατα
Καιρός: Βροχές, καταιγίδες και ισχυροί βοριάδες σήμερα