Ειδικοί για Δυτική Αττική: Οι καμένες πλαγιές μπορεί να γίνουν παγίδα με τις πρώτες βροχές
Καλοκαίρι, πολλά ελληνικά νησιά βρίσκονται αντιμέτωπα με τις βαριές συνέπειες των πυρκαγιών, με τις καταστροφές να επαναφέρουν στο προσκήνιο χρόνιες αδυναμίες που παραμένουν άλυτες. Η προβληματική διαχείριση των απορριμμάτων, οι αστοχίες ή βλάβες σε δίκτυα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, η εγκατάλειψη της υπαίθρου, η πίεση από τον υπερτουρισμό και οι ελλείψεις σε πυροσβεστικό προσωπικό συνθέτουν ένα εκρηκτικό μείγμα, πάνω στο οποίο επιδρούν πλέον και οι δυσμενέστερες κλιματικές συνθήκες.
Ο Θοδωρής Γιάνναρος, πυρομετεωρολόγος και κύριος ερευνητής στο Ινστιτούτο Ερευνών Περιβάλλοντος και Βιώσιμης Ανάπτυξης του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, επισημαίνει ότι η συντριπτική πλειονότητα των πυρκαγιών συνδέεται με ανθρώπινες δραστηριότητες.
Όπως εξηγεί, μια φωτιά μπορεί να ξεκινήσει από τη χρήση τροχού, από εργασίες καθαρισμού, από κοπή ξερών κλαδιών ή γενικότερα από οποιαδήποτε δραστηριότητα είναι ικανή να παράξει σπινθήρα. Το κρίσιμο πρόβλημα είναι ότι σε συνθήκες έντονης ξηρασίας και ισχυρών ανέμων ακόμη και ένα μικρό λάθος μπορεί να μετατραπεί μέσα σε ελάχιστο χρόνο σε ανεξέλεγκτο μέτωπο.
ΧΥΤΑ, απορρίμματα και δίκτυα ηλεκτρισμού στο επίκεντρο
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Πάρου και της Λέσβου. Σύμφωνα με τον κ. Γιάνναρο, έχει διαπιστωθεί ότι οι πυρκαγιές εκεί ξεκίνησαν από τους ΧΥΤΑ των δύο νησιών, γεγονός που επαναφέρει τη συζήτηση για τη διαχείριση των απορριμμάτων σε μια χώρα που βασίζει μεγάλο μέρος της οικονομικής της δραστηριότητας στον τουρισμό.
Η εικόνα αυτή είναι ιδιαίτερα προβληματική για το 2026, καθώς η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπη με πρακτικές ταφής και συσσώρευσης αποβλήτων που αυξάνουν τον κίνδυνο ανάφλεξης και εξάπλωσης πυρκαγιάς.
Στην Πάρο, η διαχείριση του ΧΥΤΑ βρίσκεται ήδη στο επίκεντρο εισαγγελικής έρευνας. Εξετάζεται ειδικότερα ποιος είχε την ευθύνη για την εναπόθεση υλικών στο σημείο όπου εκδηλώθηκε η πυρκαγιά.
Ο εργολάβος που έχει αναλάβει τη διαχείριση του ΧΥΤΑ από το 2022 υποστηρίζει ότι ο Δήμος Πάρου είχε αποθέσει στον χώρο ανακυκλώσιμα υλικά, κλαδιά, χαρτικά και άλλα απόβλητα που, κατά τον ίδιο, δεν θα έπρεπε να βρίσκονται εκεί.
Από την πλευρά του, ο δήμαρχος Πάρου Κώστας Μπιζάς, ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με κατηγορία για πυρκαγιά από ενδεχόμενο δόλο σε σχέση με τη φερόμενη εναπόθεση απορριμμάτων, αρνείται τις κατηγορίες. Υποστηρίζει ότι δεν είχε αρμοδιότητα για τη λειτουργία του ΧΥΤΑ και ότι δεν έδωσε ποτέ οδηγία για απόθεση απορριμμάτων στο συγκεκριμένο σημείο.
Η δικαστική διερεύνηση θα κρίνει τις ευθύνες. Το ευρύτερο πρόβλημα, ωστόσο, είναι ήδη καταγεγραμμένο.
Με βάση το αναθεωρημένο Περιφερειακό Σχέδιο Διαχείρισης Αποβλήτων Νοτίου Αιγαίου, από περίπου 285.000 τόνους αστικών στερεών αποβλήτων που παράχθηκαν το 2019, σχεδόν το 91% οδηγήθηκε σε ΧΥΤΑ ή ΧΑΔΑ.
Το ποσοστό αυτό δείχνει πόσο πίσω παραμένει ακόμη η πραγματική αξιοποίηση, η ανακύκλωση και η σύγχρονη διαχείριση αποβλήτων στα νησιά. Η πολιτεία γνωρίζει εδώ και χρόνια το πρόβλημα, ωστόσο η εικόνα παραμένει εξαιρετικά επιβαρυντική.
Στο μικροσκόπιο βρίσκονται και τα δίκτυα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Ο κ. Γιάνναρος αναφέρει την πυρκαγιά στο νότιο Ρέθυμνο, όπου έχασαν τη ζωή τους δύο πυροσβέστες, επισημαίνοντας ότι εξετάστηκε το ενδεχόμενο η φωτιά να ξεκίνησε από το ηλεκτρικό δίκτυο.
Ο ίδιος υπογραμμίζει ότι οι ανθρωπογενείς δραστηριότητες και οι τεχνικές υποδομές αποτελούν από τις βασικότερες πηγές έναρξης πυρκαγιών, απορρίπτοντας σενάρια που αποδίδουν αυτομάτως κάθε μεγάλη φωτιά σε οργανωμένες εμπρηστικές ενέργειες ή σε σχέδια εγκατάστασης ανεμογεννητριών.
Ο ΔΕΔΔΗΕ, πάντως, έχει αντιδράσει στις σχετικές αναφορές, κάνοντας λόγο για «εύκολη στοχοποίηση» και υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία πως η πυρκαγιά στο Ρέθυμνο προκλήθηκε από δικό του δίκτυο. Η διερεύνηση των πραγματικών αιτίων παραμένει ευθύνη των αρμόδιων αρχών.
Στη συνολική εικόνα προστίθεται πλέον και η κλιματική αλλαγή, η οποία ενισχύει δραματικά τις συνθήκες που ευνοούν την έναρξη και κυρίως την ταχύτατη εξάπλωση μιας πυρκαγιάς.
Ο πυρομετεωρολόγος επισημαίνει ότι πολλά νησιά έχουν δεχθεί περιορισμένες βροχοπτώσεις, με αποτέλεσμα η βλάστηση να βρίσκεται σε εξαιρετικά ξηρή κατάσταση και να αναφλέγεται πολύ ευκολότερα.
Κατά την εκτίμησή του, η κλιματική αλλαγή πρέπει πλέον να θεωρείται δεδομένος παράγοντας και όχι αντικείμενο επαναλαμβανόμενης αμφισβήτησης. Το πόσο καταστροφική θα εξελιχθεί μια πυρκαγιά εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την πρόληψη, τη διαχείριση της καύσιμης ύλης, την ανθρώπινη συμπεριφορά και την επιχειρησιακή ετοιμότητα.
Ο ίδιος εκτιμά ότι περίπου το 95% της τελικής επίδρασης βρίσκεται στην ανθρώπινη διαχείριση, ενώ ένα μικρότερο ποσοστό αφορά φυσικά αίτια, όπως πυρκαγιές που ξεκινούν από κεραυνούς.
Εγκατάλειψη, υπερτουρισμός και πυροσβέστες στα όριά τους
Ένας ακόμη παράγοντας που επιβαρύνει την κατάσταση είναι η μακροχρόνια εγκατάλειψη της υπαίθρου. Η μείωση του μόνιμου πληθυσμού σε χωριά και αγροτικές περιοχές έχει οδηγήσει στη συσσώρευση πολύ μεγαλύτερων ποσοτήτων βιομάζας.
Στο παρελθόν, πολλές περιοχές γύρω από τους οικισμούς αποτελούνταν από ένα μωσαϊκό πευκοδάσους, αμπελώνων, ελαιώνων και καλλιεργήσιμων εκτάσεων. Η ανθρώπινη παρουσία και η αγροτική δραστηριότητα λειτουργούσαν σε έναν βαθμό ως φυσικές ζώνες διακοπής της καύσιμης ύλης.
Σήμερα, εγκαταλελειμμένες εκτάσεις μετατρέπονται σταδιακά σε ένα ενιαίο «χαλί» από πεύκα, θάμνους και ξερή βλάστηση. Όταν ξεκινήσει εκεί πυρκαγιά υπό συνθήκες ακραίας ξηρασίας και ανέμων, η κατά μέτωπο αντιμετώπισή της γίνεται εξαιρετικά δύσκολη και επικίνδυνη για τις πυροσβεστικές δυνάμεις.
Στην εξίσωση μπαίνει και ο υπερτουρισμός. Η μαζική συγκέντρωση επισκεπτών δεν συνδέεται αυτομάτως με την πρόκληση πυρκαγιάς, αυξάνει όμως συνολικά τις ανθρώπινες δραστηριότητες, την κατανάλωση ενέργειας και νερού και την παραγωγή απορριμμάτων.
Όσο περισσότεροι άνθρωποι συγκεντρώνονται σε ευάλωτες νησιωτικές περιοχές, τόσο περισσότερες είναι και οι πιθανότητες μιας λανθασμένης ή απρόσεκτης ενέργειας που μπορεί να οδηγήσει σε πυρκαγιά.
Ταυτόχρονα, ο υπερτουρισμός ασκεί τεράστια πίεση στους περιορισμένους υδάτινους πόρους των νησιών.
Ιδιαίτερα αιχμηρή είναι η τοποθέτηση του κ. Γιάνναρου για τις πισίνες στις Κυκλάδες. Όπως επισημαίνει, είναι αδιανόητο σε νησιά με χαμηλά ύψη βροχής να καταναλώνονται μεγάλες ποσότητες νερού για πισίνες την ώρα που γειτονικές περιοχές αντιμετωπίζουν ελλείψεις ακόμη και για βασικές ανάγκες.
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε περίοδο πυρκαγιών, όταν η επάρκεια υδάτινων αποθεμάτων αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την προστασία του πληθυσμού και την επιχειρησιακή δράση.
Σημαντικό κενό υπάρχει και στο ανθρώπινο δυναμικό της Πυροσβεστικής. Ο κ. Γιάνναρος τονίζει ότι το Σώμα χρειάζεται ουσιαστική ενίσχυση, καθώς οι πυροσβέστες καλούνται κάθε καλοκαίρι να λειτουργούν επί εβδομάδες στα όρια της φυσικής και ψυχικής αντοχής τους.
Οι άνθρωποι αυτοί, όπως σημειώνει, θέτουν καθημερινά τη ζωή τους σε κίνδυνο για να προστατεύσουν ανθρώπους, περιουσίες και φυσικό περιβάλλον.
Ο ίδιος ζητά ακόμη την κατάργηση του θεσμού του εποχικού πυροσβέστη, υπογραμμίζοντας ότι οι πυρκαγιές και η πρόληψή τους δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπίζονται ως πρόβλημα αποκλειστικά του καλοκαιριού.
Η ολοκληρωμένη διαχείριση απαιτεί προσωπικό και σχεδιασμό δώδεκα μήνες τον χρόνο, με έμφαση στην πρόληψη, στον καθαρισμό, στη διαχείριση της βλάστησης και στην επιχειρησιακή εκπαίδευση.
Στο πεδίο της πρόληψης έχουν γίνει, σύμφωνα με τον ίδιο, ορισμένα σημαντικά θεσμικά βήματα. Ο νέος νόμος Πολιτικής Προστασίας «Ενεργή Μάχη» περιλαμβάνει εργαλεία όπως η ελεγχόμενη βόσκηση, η προδιαγεγραμμένη καύση, η επιχειρησιακή μετεωρολογία, το σύστημα διοίκησης συμβάντων και δεκαετές σχέδιο ολοκληρωμένης διαχείρισης.
Το κρίσιμο, όμως, είναι όλα αυτά να περάσουν από τη θεωρία στην εφαρμογή. Η χώρα έχει γνωρίσει πολλές φορές θεσμικά σχέδια που δεν απέδωσαν επειδή έμειναν πίσω σε χρηματοδότηση, προσωπικό, συντονισμό και υλοποίηση.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι και το φαινόμενο των εκτάσεων που καίγονται ξανά και ξανά μέσα σε λίγα χρόνια.
Όταν μια περιοχή καεί δύο ή τρεις φορές σε σύντομο χρονικό διάστημα, το δυναμικό φυσικής αναγέννησης περιορίζεται δραματικά. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η δασική βλάστηση υποχωρεί και αντικαθίσταται σταδιακά από χαμηλή βλάστηση και χορτάρια.
Γι' αυτό, η μεταπυρική πολιτική δεν μπορεί να εξαντλείται σε μια τυπική αναδάσωση. Ο στόχος πρέπει να είναι η δημιουργία τοπίων περισσότερο ανθεκτικών στην επόμενη πυρκαγιά, με σωστή επιλογή φυτικών ειδών, διαχείριση της καύσιμης ύλης και διατήρηση αγροτικών και φυσικών ζωνών που μπορούν να ανακόψουν την εξάπλωση της φωτιάς.
Οι φετινές καταστροφές στα νησιά δείχνουν ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο η ένταση των ακραίων καιρικών συνθηκών. Είναι και όσα το κράτος, οι τοπικές αρχές και η κοινωνία γνωρίζουν εδώ και χρόνια και εξακολουθούν να μην αντιμετωπίζουν επαρκώς: σκουπίδια, εγκαταλελειμμένη ύπαιθρος, ασυντήρητες ή αμφισβητούμενες υποδομές, λειψυδρία, υπερβολική τουριστική πίεση και εξαντλημένες πυροσβεστικές δυνάμεις.
Χωρίς σταθερή πρόληψη και πραγματική εφαρμογή των σχεδίων Πολιτικής Προστασίας, η Ελλάδα κινδυνεύει να επαναλαμβάνει κάθε καλοκαίρι την ίδια συζήτηση πάνω σε νέες καμένες εκτάσεις.
Πιο Δημοφιλή
Βυζαντινό ναυάγιο γεμάτο χρυσό ανακαλύφθηκε στις ακτές της Κροατίας
Πιο Πρόσφατα
Σκουπίδια στον βυθό της Κέρκυρας σε βάθος 5 μέτρων