Δολοφονία Πολωνού καθηγητή: Προφυλακιστέοι και οι πέντε κατηγορούμενοι – Τι δήλωσαν οι συνήγοροι υπεράσπισης
Στη φυλακή οδηγούνται και οι πέντε κατηγορούμενοι για την υπόθεση της δολοφονίας του Πολωνού καθηγητή Πσεμισλάβ Γεζιόρσκι στην Αγία Παρασκευή, μετά τις απολογίες τους ενώπιον της ανακρίτριας. Η υπόθεση που έχει συγκλονίσει την κοινή γνώμη εξελίσσεται με έντονη αντιπαράθεση και δηλώσεις υπεράσπισης που επιχειρούν να αποδομήσουν το κατηγορητήριο.
Πρωταγωνιστής της υπόθεσης φέρεται να είναι ο 35χρονος καθ’ ομολογίαν δράστης, ο οποίος σύμφωνα με τον δικηγόρο του Χρήστο Ζωτιάδη, είναι ένας άνθρωπος «βαθιά τραυματισμένος από την παιδική του ηλικία» και «δεν είχε βιώσει ποτέ την έννοια της οικογένειας». Όπως υποστήριξε, η πράξη του δεν προήλθε από πρόθεση να σκοτώσει, αλλά από μια στρεβλή αντίληψη περί προστασίας. «Η πρόθεσή του ήταν να εκφοβίσει το θύμα. Γι’ αυτό είχε πάρει το όπλο», σημείωσε, επισημαίνοντας ότι ο εντολέας του θεωρούσε τη 43χρονη σύντροφό του ως σύζυγο και τα παιδιά της ως δικά του, βιώνοντας την κατάσταση ως οικογένεια που χρειαζόταν προστασία.
Από την πλευρά της 43χρονης φερόμενης ως ηθικής αυτουργού, ο συνήγορός της Αλέξανδρος Πασσιατάς εξαπέλυσε ευθεία επίθεση κατά της ανακρίτριας, κάνοντας λόγο για προκατάληψη. «Η πελάτισσά μου είναι αθώα. Το δηλώνει και θα συνεχίσει να το δηλώνει. Όσο και να θέλουν κάποιοι να το παίξουν Ρομπέν των Δασών της Δικαιοσύνης, η αλήθεια θα λάμψει», υπογράμμισε με αιχμηρό τόνο.
Ο 30χρονος Βούλγαρος υπήκοος, που κατηγορείται για απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονία, εκπροσωπήθηκε από δύο συνηγόρους. Ο Νικόλαος Λουκόπουλος επεσήμανε σημαντικές διαφορές μεταξύ της σημερινής απολογίας και της αρχικής του, η οποία, όπως ανέφερε, είχε υπογραφεί χωρίς ανάγνωση και υπό την ψευδή πληροφόρηση ότι εξετάζεται ως μάρτυρας και όχι ως κατηγορούμενος. Ο εντολέας του, τόνισε, δεν είχε γνώση της πρόθεσης για ανθρωποκτονία, ούτε έλαβε κάποιο οικονομικό όφελος.
Ο συνήγορός του Θεοδόσιος Κονταξής ανέφερε πως ο 30χρονος ήταν σοκαρισμένος και από την πρώτη στιγμή υποστήριξε ότι δεν γνώριζε τίποτα για την ύπαρξη του όπλου. Σύμφωνα με την υπεράσπιση, το μόνο που γνώριζε ήταν ότι επρόκειτο να εκφοβιστεί το θύμα, και πως μεταξύ του θύματος και της 43χρονης υπήρχε εν εξελίξει δικαστική διαμάχη.
Ο πέμπτος κατηγορούμενος, οδηγός του οχήματος με το οποίο μετέβησαν στο σημείο, εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Ιωάννη Αργυρόπουλο. Σύμφωνα με τη δήλωσή του, ο εντολέας του είχε ενημερωθεί μόνο για μια απειλή και έναν τραμπουκισμό, όχι για χρήση όπλου. Όταν άκουσε τον πυροβολισμό, όπως υποστήριξε, προσπάθησε να τον αποτρέψει, δέχθηκε απειλή και αποχώρησε από το σημείο, αφήνοντας πίσω τον δράστη.
Προσωρινά κρατούμενος κρίνεται και ο ανήλικος εμπλεκόμενος, ηλικίας 16 ετών, ο οποίος επίσης κατηγορείται για συνέργεια στην υπόθεση. Αν και η συμμετοχή του ερευνάται υπό το πρίσμα της ηλικίας του, η σοβαρότητα των κατηγοριών οδήγησε στην απόφαση προφυλάκισης και για αυτόν.
Η βασική κατηγορούμενη, η 43χρονη πρώην σύζυγος του θύματος, βαρύνεται με τις κατηγορίες της ηθικής αυτουργίας και συνέργειας σε ανθρωποκτονία, ενώ ο 35χρονος νυν σύντροφός της, που φέρεται να πυροβόλησε τον Πολωνό καθηγητή, αντιμετωπίζει κατηγορίες ως φυσικός αυτουργός. Οι υπόλοιποι τρεις – μεταξύ αυτών ο ανήλικος – αντιμετωπίζουν διώξεις για απλή ή άμεση συνέργεια.
Αλληλοκατηγορίες, άρνηση ενοχής και μια δολοφονία με πολλά σκοτεινά σημεία
Αθώα δηλώνει η 43χρονη πρώην σύζυγος του δολοφονημένου Πολωνού καθηγητή Πσεμισλάβ Γεζιόρσκι, υποστηρίζοντας πως δεν είχε καμία απολύτως γνώση για το σχέδιο ανθρωποκτονίας και πως πληροφορήθηκε την ταυτότητα του δράστη για πρώτη φορά στις Αρχές. «Δεν γνώριζα τίποτα για το σχέδιο του συντρόφου μου. Είμαι συντετριμμένη και σοκαρισμένη», φέρεται να δήλωσε ενώπιον της ανακρίτριας, επιχειρώντας να αποσείσει από πάνω της την κατηγορία της ηθικής αυτουργίας.
Στην απολογία της, σύμφωνα με πληροφορίες, η 43χρονη κατηγορούμενη ως ηθική αυτουργός της δολοφονίας που έγινε στις 4 Ιουλίου, στην Αγία Παρασκευή, δήλωσε απογητευμένη και καταρρακωμένη από την κίνηση του συντρόφου της να σκοτώσει τον πρώην σύζυγό της. «Στέρησε στα παιδιά μου τον πατέρα τους, με έβαλε σε κατάσταση να απολογηθώ για κάτι που δεν έχω κάνει», είπε απολογούμενη και υποστήριξε ότι το έκανε χωρίς να του έχει εκφραστεί ποτέ ότι κάτι τέτοιο θα αποτελούσε έστω και ενδόμυχη διάθεσή της. «Όλες μου οι προσπάθειες όλα αυτά τα χρόνια να κρατήσω τον πατέρα των παιδιών μου, παρά τις διαφωνίες μας, σε ένα επίπεδο συνεννόησης και αμοιβαίας κατανόησης, χάθηκαν σε μία στιγμή και ακόμα δεν μπορώ να κατανοήσω ποιο ήταν αυτό το σημείο στο οποίο ο σύντροφός μου άρχισε να σκέφτεται με αυτόν τον τρόπο και οδηγήθηκε στο έγκλημα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η Νάντια υποστηρίζει στο απολογητικό της υπόμνημα ότι η κατηγορία σε βάρος της δεν τεκμηριώνεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο και στηρίζεται αποκλειστικά σε εικασίες και εξωπραγματικές υποθέσεις.
Η Νάντια και Πολωνός καθηγητής χώρισαν οριστικά το 2022 και όπως ισχυρίστηκε η ίδια η μεταξύ τους σχέση ήταν κακή, καθώς «είχε προηγηθεί σωματική κακοποίηση (μία φορά) και συστηματική λεκτική βία, γεγονότα που είχα υπομείνει αποκλειστικά για το καλό των παιδιών».
Για την ημέρα της δολοφονίας η 43χρονη κατηγορούμενη υποστήριξε ότι μαζί με το θύμα και τα παιδιά τους κάθισαν σε έναν κατάστημα «για γρανίτα» που ήθελαν τα παιδιά, μετά τη συνεδρία στον παιδοψυχολόγο και στη συνέχεια, όπως ισχυρίζεται, όταν χωρίστηκαν ένιωσε ότι ο πρώην σύζυγός της την παρακολουθούσε. Επιχειρώντας να δικαιολογήσει το γεγονός ότι τον φωτογράφησε, πράγμα που στη δικογραφία περιλαμβάνεται ως στοιχείο σε βάρος της, υποστήριξε ότι το έκανε για να μπορεί να ξέρει πότε την παρακολουθούσε, όπως της είχαν υποδείξει κατά το παρελθόν να πράξει, οι δικηγόροι της.
Η 43χρονη ισχυρίζεται ότι επέστρεψε στο σπίτι με τα παιδιά και περίμενε τον πατέρα τους να τα πάρει. Ενα λεπτό πριν δολοφονηθεί μίλησαν στο τηλέφωνο και ο καθηγητής της είπε ότι έφθανε έξω από το σπίτι. Ακουσε μεν «έναν εκκωφαντικό ήχο» που δεν συνέδεσε με κάτι, δεν πήγε ο νους της στο κακό και μόνο αφού είχαν περάσει δύο ώρες και είδε για το έγκλημα που είχε γίνει λίγα μέτρα από το σπίτι της τηλεφώνησε στο αστυνομικό τμήμα της Αγίας Παρασκευής και ρώτησε αν το θύμα της δολοφονίας ήταν ο πρώην άνδρας, πράγμα που επιβεβαίωσαν οι αστυνομικοί.
Όπως υποστήριξε έπαθε σοκ και δεν ήξερε τι να κάνει και πώς να προστατεύσει τα παιδιά της. Ετσι, ζήτησε από έναν φίλο της να τα πάρει και να τα πάει στο δικό του σπίτι.
Η Νάντια ισχυρίζεται ότι υπάρχουν ασάφειες στο κατηγορητήριο, όσον αφορά την περιγραφή του τρόπου που έδρασε. Υποστηρίζει πάντως, ότι αν και ο σύντροφός της γνώριζε την αγωνία και τις ανησυχίες της σε σχέση με την επικοινωνία των παιδιών με τον πρώην σύζυγό της, εντούτοις ποτέ δεν υπερέβη τα ανθρώπινα όρια της συναισθηματικής έκφρασης. «Πάντα ήξερε ότι τα παιδιά μου θέλω να έχουν επαφή με τον πατέρα τους, να έχουν μνήμες και να μην αισθάνονται ότι εκείνος τα αγνοεί! Ναι υπήρχαν στιγμές που έβλεπα ότι είναι πιο δεμένα με τον σύντροφό μου, αλλά πάντα ήταν ξεκάθαρο ότι ο πατέρας τους πρέπει να έχει την πρέπουσα θέση. Για αυτό και πάντα τους έλεγα να έχουν τις φωτογραφίες με τον μπαμπά τους δίπλα στο θρανίο τους», αναφέρει σε άλλο σημείο του απολογητικού της υπομνήματος.
Η γυναίκα υποστηρίζει επίσης ότι δεν γνώριζε κανέναν από τους φερόμενους συνεργούς της, τους οποίους, όπως είπε είχε πρώτη φορά στην Ευελπίδων, ενώ αρνήθηκε ότι είχε χρέος στον πρώην άνδρα της. «Η αλήθεια είναι ότι εκείνος όφειλε σε μένα χρήματα», είπε.
«Ο αποβιώσας, παρά τη δυσκολία της κοινής μας ζωής, δεν αποτελούσε απειλή. Μεταξύ μας είχε καταρτιστεί πρακτικό διαμεσολάβησης για επιμέλεια και διατροφή, ενώ με τη συμβολή παιδοψυχολόγου καταφέραμε να φτάσουμε σε ένα κοινώς αποδεκτό σημείο συνεννόησης, εντός του οποίου προτεραιότητα είχε η ευημερία των παιδιών μας. Ουδέν έννομο συμφέρον είχα ή μπορούσα να προσδοκώ από την απομάκρυνσή του, πολλώ δε μάλλον με εγκληματική ενέργεια. Αντιθέτως, ήμουν η μόνη που τον στήριζα σταθερά για να έχει σχέση με τα παιδιά», ισχυρίστηκε.
Την ίδια ώρα, ο 35χρονος νυν σύντροφός της και καθ’ ομολογίαν φυσικός αυτουργός, εμφανίστηκε απολογούμενος σε έντονη συναισθηματική φόρτιση, ζητώντας συγγνώμη και αναλαμβάνοντας πλήρως την ευθύνη για τη δολοφονία. Όπως είπε, έδρασε μόνος του, χωρίς ενημέρωση ή συμμετοχή της 43χρονης, προσπαθώντας, όπως ισχυρίστηκε, να προστατεύσει την «οικογένεια» του. «Ήθελα να λυτρώσω την οικογένειά μου. Όλα τα έκανα γιατί φοβόμουν πως θα πάρει τα παιδιά από την Ελλάδα και δεν θα τα ξαναδούμε», φέρεται να ανέφερε χαρακτηριστικά.
Στο κάδρο των απολογιών προστέθηκαν και οι τρεις συγκατηγορούμενοι, ανάμεσά τους κι ένας 23χρονος, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι αγνοούσε κάθε πρόθεση δολοφονίας. «Μου είπε ότι πρόκειται για βιαστή παιδιών και ότι ήθελε να τον εκφοβίσει. Νόμιζα ότι απλώς θα του κάνει φασαρία», υποστήριξε, προσθέτοντας πως ο ίδιος νοίκιασε το πολυτελές όχημα με το οποίο προσέγγισαν το θύμα. «Κατάλαβα ότι κάτι δεν πάει καλά όταν τον άκουσα να οπλίζει το όπλο. Πανικοβληθήκαμε και φύγαμε», πρόσθεσε.
Παράλληλα, εντύπωση προκάλεσε και η κατάθεση ενός ακόμη κατηγορούμενου, στον οποίο φέρεται να απευθύνθηκε ο 35χρονος προκειμένου να του συστήσει άτομα για «εκφοβισμό». Όπως είπε, απλώς παρέλαβε το αυτοκίνητο με εντολή να το «οδηγεί λίγο για ξεκάρφωμα». Ο ίδιος υποστήριξε ότι μετά τον φόνο, ο 35χρονος του αποκάλυψε την πράξη και του πρότεινε να του δώσει 50.000 ευρώ για να σωπάσει.
Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι αν πρόκειται για ένα οργανωμένο σχέδιο με σαφές κίνητρο και προσυνεννόηση ή για ένα έγκλημα που εξελίχθηκε με βάση την πρωτοβουλία ενός και μόνο προσώπου, όπως ισχυρίζεται ο φυσικός αυτουργός. Οι διαψεύσεις και οι επιμέρους αποποιήσεις ευθύνης από τους κατηγορούμενους, πάντως, δεν εμπόδισαν τις ανακριτικές αρχές να κρίνουν και τους πέντε προφυλακιστέους, συμπεριλαμβανομένου και του 16χρονου που φέρεται να εμπλέκεται περιφερειακά στην υπόθεση.
Πιο Δημοφιλή
«Καποδίστριας»: Η ταινία που ξυπνά την αλήθεια πίσω από τον θρύλο
Ο Μητσοτάκης ως ιδεολογικό υβρίδιο νεοφιλελευθερισμού και οικογενειοκρατίας
Κάστρα, καρέκλες και σιωπή: πώς θάβεται ο αγώνας των αγροτών στο Ηράκλειο
Πιο Πρόσφατα
Η συμφωνία Χαφτάρ-Πακιστάν απειλεί την ελληνική εθνική ασφάλεια