2 Απριλίου 2026

Δύο ταχύτητες στους συνταξιούχους λόγω χαμηλών παροχών

Οι χαμηλές συντάξεις αλλάζουν τον χάρτη της τρίτης ηλικίας

Οι χαμηλές παροχές του ΕΦΚΑ και η διαρκής πίεση στο εισόδημα των συνταξιούχων διαμορφώνουν πλέον δύο διαφορετικές ταχύτητες στην ηλικιακή καθημερινότητα των πολιτών μετά την έξοδο από την εργασία. Από τη μία πλευρά βρίσκεται μια πιο ενεργή γενιά συνταξιούχων, που συνεχίζει να εργάζεται για να ενισχύσει το εισόδημά της, και από την άλλη μια μεγαλύτερη ηλικιακά ομάδα, η οποία περνά σε φάση αυξημένων αναγκών και μειωμένων δυνατοτήτων.

Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι κάτω από τα 66 έτη βρίσκονται περίπου 520.000 συνταξιούχοι. Αν αφαιρεθούν οι περιπτώσεις χηρείας και τα ορφανά, ο αριθμός αυτός περιορίζεται περαιτέρω, καθώς τα αυξημένα όρια ηλικίας έχουν περιορίσει σταθερά τις πρόωρες εξόδους από την εργασία. Από αυτούς τους νεότερους συνταξιούχους, περίπου 300.000 συνεχίζουν να εργάζονται νόμιμα, γεγονός που αποτυπώνει με σαφήνεια ότι για ένα μεγάλο μέρος των δικαιούχων η σύνταξη από μόνη της δεν αρκεί.

Η «τρίτη ηλικία» εργάζεται, η «τέταρτη ηλικία» πιέζεται

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο καθαρή αν εξεταστεί το σύνολο των συνταξιούχων έως τα 76 έτη, μια κατηγορία που μπορεί να χαρακτηριστεί ως η πιο ενεργή περίοδος της συνταξιοδότησης. Σε αυτή την ηλικιακή ζώνη εντάσσονται περίπου 1.440.000 άτομα, με έναν στους τέσσερις να εξακολουθεί να εργάζεται επίσημα. Το στοιχείο αυτό αναδεικνύει μια νέα πραγματικότητα, όπου η συνταξιοδότηση δεν σημαίνει απαραίτητα αποχώρηση από την παραγωγική διαδικασία, αλλά συχνά παράλληλη επιβίωση μέσω εργασίας και σύνταξης.

Πάνω από τα 76 έτη βρίσκονται περίπου 1.100.000 συνταξιούχοι, δηλαδή ένα ιδιαίτερα μεγάλο τμήμα του συνταξιοδοτικού πληθυσμού που περνά σε μια διαφορετική φάση ζωής, με σαφώς αυξημένες ανάγκες υγείας και περιορισμένες δυνατότητες να παραμείνει ενεργό στην αγορά εργασίας. Αυτή η διάκριση δείχνει ότι η μέση ηλικία των συνταξιούχων έχει ανέβει σημαντικά και επιβάλλει πλέον έναν πιο ουσιαστικό διαχωρισμό ανάμεσα στην ενεργή τρίτη ηλικία και στην πιο επιβαρυμένη τέταρτη ηλικία.

Η αύξηση των ορίων πιέζει προς τις συντάξεις αναπηρίας

Η μετατόπιση της συνταξιοδότησης στο 62ο έτος με 40 χρόνια ασφάλισης και στο 67ο με λιγότερα ένσημα έχει δημιουργήσει νέα πίεση και στο πεδίο των αναπηρικών συντάξεων. Οι πιο σκληρές εργασιακές συνθήκες, η φθορά από το άγχος, οι επαγγελματικές ασθένειες και η αύξηση των εργατικών ατυχημάτων ενισχύουν μια τάση που πλέον εμφανίζεται καθαρά στα στοιχεία των νέων απονομών.

Στο γενικό σύνολο των συνταξιούχων, οι ανάπηροι αντιστοιχούν στο 6,9% των δικαιούχων, δηλαδή περίπου 175.000 άτομα σε σύνολο 2.527.531 συνταξιούχων. Ωστόσο, στις νέες συνταξιοδοτικές πράξεις του Δεκεμβρίου του 2025, οι αναπηρικές συντάξεις έφτασαν να αποτελούν το 16% των απονομών. Η διαφορά αυτή είναι ενδεικτική της έντασης που δέχεται η αγορά εργασίας και των αδιεξόδων που οδηγούν όλο και περισσότερους ασφαλισμένους προς το ΚΕΠΑ και τη λύση της αναπηρικής σύνταξης.

Οι περικοπές οδηγούν σε παροχές οριακής επιβίωσης

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη εντονότερο όταν οι συντάξεις αναπηρίας απονέμονται με ποσοστά χαμηλότερα από το συνήθως απαιτούμενο 67%, καθώς τότε η εθνική σύνταξη μειώνεται έως και στο μισό. Σε συνδυασμό με τα λίγα ή ελλιπή χρόνια ασφάλισης, το αποτέλεσμα είναι συντάξεις που κινούνται σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα και αδυνατούν να καλύψουν βασικές ανάγκες διαβίωσης. Η οικονομική αυτή πίεση εξηγεί και γιατί σημαντικό μέρος των συνταξιούχων της πιο ενεργής ηλικιακής ομάδας παραμένει στην εργασία.

Τα ίδια τα ποσά των κύριων συντάξεων φωτίζουν την ανισότητα μέσα στο ίδιο το σύστημα. Τον περασμένο Δεκέμβριο, η μέση σύνταξη γήρατος του ΕΦΚΑ για τον ιδιωτικό τομέα διαμορφώθηκε μόλις στα 769 ευρώ, όταν οι αντίστοιχες παροχές του Δημοσίου έφτασαν τα 1.390 ευρώ. Η απόσταση ανάμεσα στις δύο κατηγορίες είναι τεράστια και αποτυπώνει ένα σύστημα δύο ταχυτήτων, όπου οι δημόσιοι υπάλληλοι, που κατά κανόνα ολοκληρώνουν πλήρως την υπηρεσιακή τους διαδρομή, καταλήγουν να λαμβάνουν παροχές αυξημένες κατά περίπου 180% σε σχέση με τους συνταξιούχους του ιδιωτικού τομέα.

Η συνολική εικόνα δείχνει ότι η συνταξιοδοτική πραγματικότητα στην Ελλάδα δεν ορίζεται πλέον μόνο από την ηλικία, αλλά από το ύψος της παροχής, τη δυνατότητα συνέχισης της εργασίας και την επιβάρυνση της υγείας. Οι εξαιρετικά χαμηλές συντάξεις, η πίεση για παραμονή στην εργασία και η άνοδος των αναπηρικών απονομών συνθέτουν ένα νέο κοινωνικό τοπίο, στο οποίο η μετάβαση από την εργασία στη σύνταξη κάθε άλλο παρά ασφαλής ή αξιοπρεπής μπορεί να θεωρείται για μεγάλο μέρος των πολιτών.