31 Ιουλίου 2026

ΕΥΔΑΠ, ΕΥΑΘ και εγκαταλελειμμένοι οικισμοί: Το νομοσχέδιο που ανοίγει επικίνδυνα ερωτήματα

Το νομοσχέδιο του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας για την επέκταση των αρμοδιοτήτων της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ ανοίγει νέο κύκλο πολιτικής σύγκρουσης, καθώς μέσα σε ένα πλαίσιο που αφορά την ύδρευση και τις βασικές υποδομές της χώρας εντάσσονται ρυθμίσεις για την «πολεοδομική αναζωογόνηση παρακμαζόντων οικισμών».

Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη παρουσιάζει τις διατάξεις ως εργαλείο αντιμετώπισης της εγκατάλειψης της ελληνικής υπαίθρου και ως μηχανισμό δημιουργίας νέων προοπτικών ανάπτυξης. Η επιλογή, όμως, να περάσουν τόσο κρίσιμες πολεοδομικές προβλέψεις μέσα από ένα νομοσχέδιο για την ΕΥΔΑΠ και την ΕΥΑΘ προκαλεί εύλογες αντιδράσεις και βαριά πολιτικά ερωτήματα.

Οι επικριτές της κυβέρνησης μιλούν για ακόμη μία περίπτωση νομοθέτησης με «παράθυρα», όπου σημαντικές αλλαγές για χρήσεις γης, εγκαταλελειμμένους οικισμούς και δυνατότητες εγκατάστασης πληθυσμών εισάγονται χωρίς την ουσιαστική δημόσια συζήτηση που απαιτείται. Το ζήτημα δεν είναι τυπικό. Αγγίζει τον πυρήνα της πολιτικής για την ελληνική περιφέρεια, το δημογραφικό και το μέλλον των τοπικών κοινωνιών.

Το βασικό ερώτημα είναι σαφές: γιατί η κυβέρνηση ανοίγει τέτοια ζητήματα μέσα σε νομοσχέδιο που αφορά την ύδρευση; Γιατί διατάξεις με σοβαρές συνέπειες για τον χωροταξικό σχεδιασμό, την εγκατάσταση πληθυσμών και τη χρήση εγκαταλελειμμένων οικισμών δεν έρχονται ως αυτόνομη πολιτική πρωτοβουλία, με καθαρό περιεχόμενο και πλήρη λογοδοσία;

Η ύπαιθρος αδειάζει και η κυβέρνηση μιλά για «αναζωογόνηση»

Την ώρα που χιλιάδες Έλληνες εγκαταλείπουν την επαρχία επειδή δεν βρίσκουν εργασία, γιατρούς, σχολεία, συγκοινωνίες και στοιχειώδεις υποδομές, η κυβέρνηση εμφανίζεται να αναζητά λύσεις για την αναζωογόνηση των χωριών χωρίς να χτυπά την πραγματική αιτία της ερήμωσης. Η αιτία είναι η δημογραφική κατάρρευση, η οικονομική ασφυξία και η διαρκής εγκατάλειψη της περιφέρειας από το κράτος.

Η ελληνική ύπαιθρος δεν ερήμωσε επειδή λείπουν πολεοδομικές διατάξεις. Ερήμωσε επειδή οι νέοι άνθρωποι δεν μπορούν να χτίσουν ζωή στον τόπο τους. Ερήμωσε επειδή το κόστος διαβίωσης αυξάνεται, οι θέσεις εργασίας είναι περιορισμένες, οι δημόσιες υπηρεσίες αποσύρονται και ολόκληρες περιοχές αντιμετωπίζονται ως δεύτερης κατηγορίας Ελλάδα.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η κυβερνητική ρητορική περί «αναζωογόνησης» ακούγεται κενή, όταν δεν συνοδεύεται από πραγματικές πολιτικές επιστροφής και παραμονής των Ελλήνων στην περιφέρεια. Χωρίς στήριξη της οικογένειας, της εργασίας, της στέγης, της υγείας και της παιδείας, κανένα πολεοδομικό σχήμα δεν μπορεί να ξαναγεμίσει τα άδεια χωριά.

Οι αντιδράσεις εντείνονται επειδή οι συγκεκριμένες προβλέψεις συνδέονται με τον Κώδικα Χωροταξίας και Πολεοδομίας και τις χρήσεις «Γενικής Κατοικίας». Εκεί, μεταξύ των επιτρεπόμενων χρήσεων, περιλαμβάνονται εγκαταστάσεις προσωρινής υποδοχής και φιλοξενίας μεταναστών, προσφύγων και ευάλωτων ομάδων έως 300 άτομα.

Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι πρόκειται για γενική πολεοδομική πρόβλεψη και όχι για ειδική ρύθμιση δημιουργίας νέων δομών. Η εξήγηση αυτή, όμως, δεν απαντά στον πολιτικό πυρήνα της ανησυχίας. Όταν μια τέτοια δυνατότητα περιλαμβάνεται σε καθεστώς χρήσεων μια τέτοια δυνατότητα περιλαμβάνεται σε καθεστός γης που μπορεί να εφαρμοστεί σε εγκαταλελειμμένους οικισμούς, οι τοπικές κοινωνίες έχουν κάθε λόγο να ζητούν απόλυτη σαφήνεια.

Τα αναπάντητα ερωτήματα για τους εγκαταλελειμμένους οικισμούς

Το ζήτημα δεν είναι αν η χώρα χρειάζεται σχέδιο για την ύπαιθρο. Το χρειάζεται επειγόντως. Το ζήτημα είναι ποιο σχέδιο προωθείται, με ποιους όρους, για ποιους πληθυσμούς και με ποια διασφάλιση για τις τοπικές κοινωνίες. Η ασάφεια σε τέτοια θέματα δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι πολιτικό πρόβλημα.

Οι επικριτές του πρωθυπουργού υποστηρίζουν ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να περάσει κρίσιμες αλλαγές υπό τον μανδύα της πολεοδομικής ανάπτυξης, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο αξιοποίησης εγκαταλελειμμένων οικισμών και για δομές φιλοξενίας μεταναστών. Η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει με καθαρό τρόπο, χωρίς υπεκφυγές και χωρίς επικοινωνιακές διατυπώσεις.

Η κοινωνική ένταση γύρω από το θέμα δεν προκύπτει τυχαία. Σε μια χώρα που βιώνει υπογεννητικότητα, γήρανση πληθυσμού και ερήμωση της επαρχίας, κάθε ρύθμιση που αφορά εγκατάσταση πληθυσμών σε παρακμάζοντες οικισμούς αποκτά άμεση πολιτική και εθνική βαρύτητα. Δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως απλή πολεοδομική άσκηση.

Η ελληνική περιφέρεια δεν χρειάζεται διαχείριση εγκατάλειψης. Χρειάζεται πολιτική αναγέννησης. Χρειάζεται νέους αγρότες, μικρές επιχειρήσεις, σχολεία που μένουν ανοιχτά, γιατρούς στα Κέντρα Υγείας, δρόμους, συγκοινωνίες, φορολογικά κίνητρα, στήριξη της τεκνοποίησης και πραγματική παρουσία του κράτους.

Αντί γι’ αυτό, η κυβέρνηση δίνει την εικόνα ότι αντιμετωπίζει την ερήμωση ως διαθέσιμο πολεοδομικό απόθεμα. Αυτή είναι η βαθιά πολιτική ένιά πολιτική ένσταση. Οι οικισμοί που άδειασαν από Έλληνες δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως ουδέτεροι χώροι προς διοικητική αξιοποίηση. Είναι τόποι με ιστορία, κοινωνική μνήμη, ιδιοκτησίες, κοινότητες και εθνική σημασία.

Το πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι ότι λείπουν σχέδια χρήσεων γης. Το πρόβλημα είναι ότι οι νέες γενιές φεύγουν από την περιφέρεια και συχνά από τη χώρα, επειδή δεν βλέπουν προοπτική. Αν η κυβέρνηση θέλει πραγματικά να μιλήσει για αναζωογόνηση, πρέπει να ξεκινήσει από εκεί: από το πώς θα επιστρέψουν οι Έλληνες στα χωριά τους και πώς θα μπορέσουν να μείνουν με αξιοπρέπεια.

Η κυβέρνηση καλείται πλέον να δώσει καθαρές απαντήσεις. Ποιο είναι το σχέδιό της για τους εγκαταλελειμμένους οικισμούς; Θα στηρίξει την ελληνική οικογένεια, την επιστροφή στην περιφέρεια και την παραγωγική ανασυγκρότηση ή θα κινηθεί σε λύσεις διαχείρισης του δημογραφικού κενού που προκαλούν βαθιά κοινωνική καχυποψία;

Το δημογραφικό, η ύπαιθρος και οι χρήσεις γης δεν είναι θέματα που χωρούν σε νομοθετικές παρεμβάσεις χαμηλής ορατότητας. Απαιτούν δημόσια συζήτηση, πολιτική ευθύνη και καθαρή θέση. Γιατί όταν οι οικισμοί αδειάζουν, το κράτος έχει δύο επιλογές: να δημιουργήσει συνθήκες επιστροφής των ανθρώπων του ή να αποδεχθεί σιωπηρά ότι η ελληνική περιφέρεια περνά σε μια νέα, αβέβαιη εποχή.