Εκεί που χάθηκε ο ορίζοντας... Η Αθηναϊκή Ριβιέρα ως μνημείο παρακμής
Κατεβαίνοντας τη λεωφόρο Ποσειδώνος προς το Σούνιο, μέχρι πριν από λίγο καιρό απλωνόταν μπροστά σου ο Σαρωνικός. Το φως της Αττικής, η καθαρότητα του ουρανού, η θάλασσα που συνόδευε τη διαδρομή, συνέθεταν μία από τις ωραιότερες αστικές εικόνες της Ευρώπης. Σήμερα η ίδια διαδρομή έχει αλλάξει πρόσωπο. Εκεί όπου το βλέμμα συναντούσε τον ορίζοντα, τώρα σταματά πάνω σε όγκους από μπετόν. Η θάλασσα δεν έφυγε. Απλώς θάφτηκε πίσω από το τσιμέντο.
Η Αθηναϊκή Ριβιέρα παρουσιάστηκε ως το μεγάλο στοίχημα της χώρας στη μεταμνημονιακή περίοδο, ως το νέο εθνικό αφήγημα μιας υποτιθέμενης αναγέννησης. Στην πράξη μετατρέπεται σε κάτι πολύ διαφορετικό. Σε μια εκτεταμένη τσιμεντούπολη δίπλα στη θάλασσα. Αυτή η μετάλλαξη δεν έχει μόνο πολεοδομική διάσταση. Έχει χαρακτήρα βαθιά πολιτικό. Οι πόλεις είναι οι πιο ειλικρινείς καθρέφτες των κοινωνιών. Πάνω στα κτίριά τους, στις λεωφόρους τους, στις ακτές και στα τοπία τους, εγγράφονται οι πραγματικές αξίες κάθε εποχής. Το νέο πρόσωπο της αθηναϊκής ακτογραμμής φανερώνει κάτι πολύ βαρύτερο από ένα μονοσήμαντο και ξεπερασμένο επενδυτικό σχέδιο. Φέρνει στην επιφάνεια την κρίση ενός ολόκληρου πολιτικού, οικονομικού και πολιτισμικού μοντέλου.
Η μεταμόρφωση του παραθαλάσσιου μετώπου της Αθήνας δεν εξηγείται ως μια απλή τεχνική ή χωροταξική επιλογή. Είναι η συμπύκνωση ενός βαθύτερου φαινομένου. Της λατρείας του χρήματος ως σύγχρονης συλλογικής ψυχασθένειας. Με το βλέμμα καρφωμένο αποκλειστικά στο εύκολο κέρδος και με σημαία το αφήγημα της αέναης ανάπτυξης, το πολιτικό σύστημα επιταχύνει την υπερεκμετάλλευση των φυσικών πόρων και εξακολουθεί να μετρά την οικονομία μόνο με τους δείκτες των αγορών. Ό,τι δεν μετατρέπεται άμεσα σε χρηματιστηριακή αξία, ό,τι δεν εγγράφεται ως εμπορικό μέγεθος, αντιμετωπίζεται περίπου ως περιττό.
Την ίδια στιγμή, η αίσθηση ασφάλειας στην καθημερινή ζωή έχει διαρραγεί. Οι τιμές αυξάνονται χωρίς αναλογία με τα εισοδήματα, οι θεσμοί έχουν αποδιαρθρωθεί, η εμπιστοσύνη στη δικαιοσύνη έχει καταρρεύσει, τα ψυχολογικά βάρη διευρύνονται και η κοινωνία μοιάζει να ζει σε μια μόνιμη κατάσταση εσωτερικής έντασης. Η απληστία, η διαφθορά, η κερδοσκοπία, το τσιμέντο, επιβλήθηκαν σαν να συνιστούν επίσημη ιδεολογία. Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ίδια η έννοια του δημόσιου συμφέροντος απογυμνώθηκε από το περιεχόμενό της.
Για να συντηρηθεί αυτή η ψυχαναγκαστική ψευδαίσθηση της αδιάκοπης μεγέθυνσης, τα κράτη συσσώρευσαν δημόσια χρέη τέτοιας έκτασης ώστε πλέον δεν μπορούν να αποπληρωθούν με τους παραδοσιακούς όρους της οικονομίας. Ο μόνος τρόπος διαχείρισής τους είναι η διαρκής αναχρηματοδότηση και η σταδιακή απομείωσή τους μέσω του πληθωρισμού. Όταν οι τιμές ανεβαίνουν, η πραγματική αξία του χρέους μειώνεται. Μαζί της μειώνεται όμως και η αξία του ίδιου του χρήματος, ενώ οι αποταμιεύσεις χάνουν την προστατευτική τους δύναμη. Τα κράτη αγοράζουν χρόνο και οι κοινωνίες πληρώνουν τον λογαριασμό. Έτσι ο πληθωρισμός λειτουργεί ως ένα σιωπηλό μνημόνιο, βαρύτερο σε κοινωνικό κόστος από όλα όσα προηγήθηκαν.
Η ψυχασθένεια της λατρείας του χρήματος δεν εμφανίστηκε σε κενό. Βρήκε πρόσφορο έδαφος μέσα σε ένα πολιτικό σύστημα που είχε ήδη εξαντλήσει τις αντοχές του. Η Μεταπολίτευση υπήρξε, κατά την πρώτη της εικοσιπενταετία, μια ιστορική περίοδος δημοκρατικής αποκατάστασης. Θεμελίωσε θεσμούς, σταθεροποίησε ελευθερίες, ενέταξε τη χώρα στην ευρωπαϊκή τροχιά. Με το πέρασμα όμως του χρόνου μετατράπηκε σε έναν μηχανισμό εξουσίας που στηρίχθηκε σε μια εύθραυστη κοινωνική και οικονομική ισορροπία.
Η ανάπτυξη που επικράτησε, ανεξέλεγκτη και δίχως παραγωγικό σχεδιασμό, στηρίχθηκε στον δανεισμό, στην οικοδομή και στην κατανάλωση. Οι κυβερνήσεις άλλαζαν, το οικονομικό πρότυπο όμως παρέμενε αμετάβλητο. Οι πόλεις επεκτείνονταν χωρίς μέτρο, η επαρχία άδειαζε, το δημόσιο χρέος διογκωνόταν ασταμάτητα. Η κρίση της δεκαετίας του 2010 αποκάλυψε το αδιέξοδο αυτού του μοντέλου. Η πολιτική, ωστόσο, δεν επανασχεδίασε την οικονομία, δεν αναζήτησε έναν νέο παραγωγικό προσανατολισμό, δεν επανεξέτασε σοβαρά τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται ο χώρος και η κοινωνία. Επέστρεψε στα ίδια εργαλεία που είχαν ήδη οδηγήσει τη χώρα στο αδιέξοδο.
Η μετατροπή του παραθαλάσσιου μετώπου της Αθήνας είναι η τελευταία και ίσως πιο αποκαλυπτική φάση αυτού του ίδιου προτύπου. Το «Μαϊάμι της Ευρώπης» υπήρξε παλαιότερα το σχέδιο της Χούντας. Εκεί κατέληξε τελικά, έπειτα από δεκαετίες, το παραγωγικό όραμα της παλιάς Μεταπολίτευσης. Η Αθηναϊκή Ριβιέρα δεν αποτελεί μια ολοκληρωμένη και πολιτισμικά επεξεργασμένη επένδυση. Αποτελεί τη μεταφορά του παλιού μοντέλου της αντιπαροχής σε μεγαλύτερη κλίμακα, με ακριβότερες προσόψεις και πιο επιθετικό μάρκετινγκ. Είναι η ίδια λογική που κατέστρεψε την Αθήνα, τώρα εφαρμοσμένη πάνω στην πιο πολύτιμη ακτογραμμή της.
Η κατοικία, που για δεκαετίες αποτέλεσε έναν από τους βασικούς πυλώνες κοινωνικής σταθερότητας στην Ελλάδα, μετατρέπεται πλέον σε ολοένα πιο δυσεύρετο αγαθό. Κάτοικοι των νοτίων προαστίων αδυνατούν να ανταποκριθούν στις νέες τιμές και ωθούνται σε εσωτερική μετανάστευση. Τα ενοίκια έχουν ξεφύγει από κάθε μέτρο. Οι γειτονιές αντικαθίστανται από βραχυχρόνιες μισθώσεις. Οι αθλητικές εγκαταστάσεις του Αγίου Κοσμά κατεδαφίστηκαν. Το όραμα που συνδέθηκε κάποτε με μια άλλη αντίληψη για τον δημόσιο χώρο πετάχτηκε στα μπάζα. Οι Ολυμπιακές εγκαταστάσεις του 2004 γκρεμίστηκαν. Οι Ολυμπιονίκες εκδιώχθηκαν από τους χώρους προετοιμασίας τους. Η πρόσβαση στις παραλίες καθίσταται όλο και πιο ακριβή. Και το καζίνο, για το οποίο όλα τα κόμματα διαβεβαίωναν κάποτε ότι δεν θα υπάρξει, υψώνεται τώρα ως το απόλυτο έμβλημα των έργων και των ημερών της παρακμασμένης Μεταπολίτευσης.
Στο νέο τοπίο της αθηναϊκής ακτογραμμής, η αισθητική που επιβάλλεται δεν είναι ούτε ελληνική ούτε αυθεντικά κοσμοπολίτικη. Η Ριβιέρα των Βαλκανίων που κατασκευάζεται δεν θυμίζει τη Μεσόγειο των πόλεων που σέβονται το μέτρο, το τοπίο και τη μνήμη τους. Δεν συνομιλεί με την ιστορία του τόπου. Δεν φέρει το βάθος ενός πολιτισμού. Αποτυπώνει την αισθητική του νεοπλουτισμού. Η Γλυφάδα, η Βούλα, η Βάρκιζα, η Βουλιαγμένη, περιοχές με ιδιαίτερη φυσιογνωμία, κοινωνική σύνθεση και τοπική μνήμη, αλλάζουν χαρακτήρα με τρόπο βίαιο. Πύργοι, κλειστά συγκροτήματα, καζίνο και εμπορικές κατασκευές αντικαθιστούν τις γειτονιές και αντιμετωπίζουν το τοπίο ως σκηνικό κατανάλωσης. Η αρχιτεκτονική παύει να υπηρετεί την πόλη και μετατρέπεται σε εργαλείο επίδειξης.
Ο βαλκανικός νεοπλουτισμός δεν είναι εδώ ένας γεωγραφικός προσδιορισμός. Είναι μια νοοτροπία. Μια αντίληψη που εκλαμβάνει την ανάπτυξη ως επιδεικτική συσσώρευση πλούτου και όχι ως δημιουργία πολιτισμού. Καθημερινά οι ξένες πινακίδες πληθαίνουν, ενώ οι Έλληνες αλλάζουν τόπο κατοικίας επειδή δεν μπορούν πια να ζήσουν στον τόπο τους. Στο όνομα της συνεχούς ανάπτυξης συντελείται στην πραγματικότητα ένα βαθύ ξεπούλημα. Η Αθηναϊκή Ριβιέρα παύει σταδιακά να είναι ελληνική. Περνά σε υπεράκτιες εταιρείες, σε σχήματα άγνωστων συμφερόντων, σε ένα καθεστώς ιδιοκτησίας χωρίς πρόσωπο, χωρίς τοπική ευθύνη, χωρίς κοινωνική αναφορά.
Η εικόνα που διαμορφώνεται σήμερα στην αθηναϊκή ακτογραμμή είναι το πιο πιστό αποτύπωμα της εποχής μας. Μιας εποχής όπου η λατρεία του χρήματος επιβλήθηκε ως ιδεολογία, η παλιά Μεταπολίτευση χρεοκόπησε κοινωνικά και η αισθητική του βαλκανικού νεοπλουτισμού προβλήθηκε ως παραγωγικό υπόδειγμα. Οι πόλεις, όμως, δεν είναι απλοί χώροι οικονομικής δραστηριότητας. Είναι τόποι πολιτισμού, μνήμης και συλλογικής ύπαρξης. Όταν ο δημόσιος χώρος μετατρέπεται σε εμπόρευμα και όταν η πόλη σχεδιάζεται αποκλειστικά με όρους αγοράς, τότε η πολιτική έχει ήδη εγκαταλείψει τον ιστορικό της ρόλο. Οι πόλεις δεν ψεύδονται. Και η Αθήνα σήμερα θάβει ακόμη και τη θάλασσά της μέσα στο τσιμέντο.
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα απαιτείται μια άλλη αντίληψη για τον τόπο. Όχι ένας πατριωτισμός συνθημάτων και τηλεοπτικών εξάρσεων, αλλά ένας πατριωτισμός ευθύνης απέναντι στον χώρο, στην κοινωνία και στον πολιτισμό. Η υπεράσπιση του δημόσιου χώρου ως κοινού αγαθού. Η αποκατάσταση του μέτρου στην πόλη και στην οικονομία. Η συνειδητοποίηση ότι το ξεπούλημα δεν συνιστά ανάπτυξη. Η Αθηναϊκή Ριβιέρα δεν είναι απλώς μια ακτογραμμή. Είναι ένας καθρέφτης. Και μέσα σε αυτόν τον καθρέφτη φαίνεται καθαρά η εποχή μας. Είναι το σύμβολο μιας χώρας που διολισθαίνει στην παρακμή. Δεν αποτελεί το όραμα μιας νέας Ελλάδας. Αποτελεί το τελευταίο μνημείο της παλιάς Μεταπολίτευσης. Εκεί όπου κάποτε άνοιγε ο Σαρωνικός, υψώνεται τώρα μια τσιμεντούπολη δίπλα στη θάλασσα. Ένας τόπος που αδειάζει από το ίδιο του το κοινωνικό σώμα.
Πιο Δημοφιλή
Η σοβαρότητα είναι πατριωτισμός!
Πιο Πρόσφατα
Τι πληρώνει πραγματικά ο πολίτης στην αντλία;
Η ανθρωπότητα μπροστά στο πιο επικίνδυνο κατώφλι της...