12 Αυγούστου 2026

Έκοψαν αεροσκάφη, αύξησαν κονδύλια: Το κυβερνητικό φιάσκο πίσω από την αεροπυρόσβεση

Η χώρα γνωρίζει εδώ και χρόνια, μέσα από τα ίδια τα επίσημα κρατικά έγγραφα, ότι ο μηχανισμός πολιτικής προστασίας και ιδιαίτερα η αεροπυρόσβεση αντιμετωπίζουν σοβαρές ελλείψεις. Τα διαθέσιμα κονδύλια υπήρχαν, οι ανάγκες είχαν καταγραφεί εγκαίρως, όμως οι προμήθειες καθυστέρησαν, έργα άλλαξαν ή απεντάχθηκαν και η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τις μεγάλες πυρκαγιές με έναν γερασμένο στόλο και με ακριβές εποχικές μισθώσεις εναέριων μέσων.

Η εικόνα που προκύπτει από στοιχεία τα οποία παρουσιάζει η DEALnews είναι αποκαλυπτική για τις καθυστερήσεις στον σχεδιασμό. Η νέα περίοδος των μεγάλων ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων άρχισε ήδη από το 2021, μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και του ΕΣΠΑ, όμως σημαντικοί διαγωνισμοί μετατέθηκαν χρονικά και οι παραδόσεις κρίσιμου εξοπλισμού απομακρύνθηκαν πολύ από τους αρχικούς στόχους.

Μέρος των έργων για την πολιτική προστασία δεν κατόρθωσε τελικά να ολοκληρωθεί εντός των αυστηρών χρονικών ορίων του Ταμείου Ανάκαμψης. Άλλες προμήθειες περιορίστηκαν σε φυσικό αντικείμενο, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις το κόστος αυξήθηκε σημαντικά.

Η κυβέρνηση επικαλείται, μεταξύ άλλων, την εκτόξευση των τιμών συγκεκριμένων αεροσκαφών λόγω της αυξημένης διεθνούς ζήτησης που προκάλεσε ο πόλεμος στην Ουκρανία, καθώς και τις καθυστερήσεις που δημιουργούν κοινές ευρωπαϊκές προμήθειες. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, παραμένει γιατί οι εναλλακτικές λύσεις δεν αναζητήθηκαν εγκαίρως, όταν οι ελλείψεις του στόλου ήταν επίσημα καταγεγραμμένες ήδη από το 2021.

Χρόνια καθυστερήσεων σε μια χώρα που γνωρίζει τον κίνδυνο

Το πρόβλημα δεν γεννήθηκε τα τελευταία χρόνια. Τα δεδομένα προηγούμενων προγραμματικών περιόδων δείχνουν ότι σημαντικές ευκαιρίες θωράκισης χάθηκαν και στο παρελθόν.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το δημοσίευμα, από τις δράσεις του ΕΣΠΑ 2014-2020 για την πολιτική προστασία, αρχικού προϋπολογισμού περίπου 800 εκατ. ευρώ, τελικά υλοποιήθηκε περίπου το μισό φυσικό αντικείμενο.

Το αποτέλεσμα είναι ότι η οικονομία, οι πολίτες και το φυσικό περιβάλλον εξακολουθούν να πληρώνουν το κόστος μιας χρόνιας υστέρησης σε πρόληψη και ανθεκτικότητα.

Οι ελλείψεις, μάλιστα, δεν περιορίζονται στα πυροσβεστικά αεροσκάφη. Αφορούν ευρύτερα έργα πρόληψης, αντιπλημμυρικές παρεμβάσεις, υποδομές διαχείρισης αποβλήτων, ηλεκτρικά δίκτυα και άλλες κρίσιμες υποδομές που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με την ανθεκτικότητα της χώρας απέναντι στις φυσικές καταστροφές.

Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο δύσκολη καθώς σε ευρωπαϊκό επίπεδο σημαντικό μέρος των διαθέσιμων πόρων μετατοπίζεται πλέον προς την ενεργειακή μετάβαση και την άμυνα, γεγονός που περιορίζει τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο για τις τεράστιες ανάγκες προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή.

Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει εκτιμήσει ότι η Ελλάδα χρειάζεται επενδύσεις που αντιστοιχούν περίπου στο 0,7% του ΑΕΠ ετησίως, δηλαδή κοντά στα 2 δισ. ευρώ τον χρόνο, προκειμένου να μειώσει την έκθεσή της σε φυσικές καταστροφές.

Η ανάγκη αυτή δεν είναι θεωρητική.

Σύμφωνα με απολογισμό του ΕΣΠΑ, το οικονομικό κόστος μεγάλων φυσικών καταστροφών στην Ελλάδα κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες προσεγγίζει τα 22 δισ. ευρώ.

Ειδική μελέτη της Παγκόσμιας Τράπεζας για την Ελλάδα καταγράφει 47 μεγάλες καταστροφές, περίπου 480 νεκρούς και περισσότερους από 260.000 πολίτες που επηρεάστηκαν.

Οι κυβερνητικές εκθέσεις αναγνωρίζουν επίσης ότι οι μεγάλες πυρκαγιές και πλημμύρες των τελευταίων ετών ανέδειξαν με τον πιο σκληρό τρόπο τις αδυναμίες της χώρας.

Σε επίσημο έγγραφο για το ΕΣΠΑ επισημαίνεται ότι οι πυρκαγιές και οι πλημμύρες του 2023 και του 2024, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τη μεγάλη πυρκαγιά στη βόρεια Ελλάδα και την καταστροφή στη Θεσσαλία από την κακοκαιρία Daniel, απέδειξαν την ανάγκη άμεσης ενίσχυσης της ανθεκτικότητας.

Το πρόβλημα, συνεπώς, δεν βρίσκεται στην έλλειψη διάγνωσης. Η κυβέρνηση γνωρίζει το μέγεθος του κινδύνου. Το ζήτημα είναι ο ρυθμός με τον οποίο μετατρέπεται η γνώση σε πραγματικές υποδομές.

Canadair λιγότερα, παραδόσεις αργότερα και ελικόπτερα ακριβότερα

Το ειδικό πρόγραμμα του ΕΣΠΑ για την Πολιτική Προστασία, συνολικού ύψους περίπου 714 εκατ. ευρώ, είχε ξεκινήσει με ιδιαίτερα φιλόδοξους στόχους.

Στον αρχικό σχεδιασμό του 2023 περιλαμβάνονταν διαγωνισμοί για νέα Canadair, αμφίβια αεροσκάφη και drones, με στόχο οι σχετικές συμβάσεις να έχουν ολοκληρωθεί μέσα στο 2024.

Μεταξύ των σχεδιαζόμενων προμηθειών περιλαμβάνονταν νέα Canadair CL-515 προς αντικατάσταση παλαιών αεροσκαφών, συνολικού αρχικού κόστους περίπου 190 εκατ. ευρώ.

Προβλεπόταν επίσης αγορά 14 αμφίβιων αεροσκαφών τύπου Air Tractor για νησιωτικές περιοχές, με προϋπολογισμό περίπου 61,3 εκατ. ευρώ, καθώς και drones για εναέρια επιτήρηση.

Ωστόσο, στις τροποποιήσεις που έγιναν στα τέλη του 2025, το φυσικό αντικείμενο περιορίστηκε σημαντικά.

Η πρόβλεψη για Canadair μέσω του συγκεκριμένου προγράμματος μειώθηκε από τρία αεροσκάφη σε ένα DHC-515, με τον αντίστοιχο προϋπολογισμό να περιορίζεται από περίπου 165 εκατ. ευρώ σε 53 εκατ. ευρώ.

Τα αμφίβια μονοκινητήρια αεροσκάφη μειώθηκαν από 14 σε εννέα, ενώ ο συνολικός αριθμός αεροσκαφών που θα χρηματοδοτούνταν από διάφορες πηγές περιορίστηκε, σύμφωνα με τα σχετικά έγγραφα, από 36 σε 25.

Η επίσημη αιτιολόγηση αποδίδει τη μεταβολή στη σημαντική αύξηση του μοναδιαίου κόστους των αεροσκαφών λόγω της διεθνούς ζήτησης μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Η εξήγηση αυτή, όμως, αναδεικνύει ταυτόχρονα το κόστος της καθυστέρησης. Όσο αργότερα προχωρά μια προμήθεια σε μια αγορά με εκρηκτικά αυξανόμενη ζήτηση, τόσο μικρότερος εξοπλισμός αγοράζεται με τα ίδια χρήματα.

Αντίστοιχη μεταβολή καταγράφεται και στα ελικόπτερα.

Ο επανασχεδιασμός προβλέπει έξι ελικόπτερα μεσαίου τύπου αντί τεσσάρων βαρέος τύπου, ενώ ο προϋπολογισμός αυξάνεται από περίπου 79 εκατ. ευρώ σε 234,9 εκατ. ευρώ.

Οι μεγάλες παραδόσεις μετατίθενται πλέον προς το τέλος της δεκαετίας.

Τα νέα Canadair αναμένεται να παραδίδονται σταδιακά από το 2028 έως το 2031, ενώ τα αναβαθμισμένα αεροσκάφη προβλέπεται να αρχίσουν να παραδίδονται από τον Μάρτιο του 2027 και σταδιακά μέχρι το 2030.

Τα ελικόπτερα θα παραδοθούν σε βάθος τετραετίας από την υπογραφή της σχετικής σύμβασης.

Μέχρι τότε, η χώρα θα συνεχίσει να καλύπτει μέρος των αναγκών της με εποχικές μισθώσεις.

Και εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο δύσκολα σημεία για την κυβερνητική επιχειρηματολογία: οι ελλείψεις ήταν γνωστές.

Σε απόφαση του Συμβουλίου Επιτελικού Σχεδιασμού του Πυροσβεστικού Σώματος ήδη από το 2021 καταγραφόταν ότι ο εναέριος στόλος παρουσιάζει σημαντικές ελλείψεις τόσο σε αριθμό όσο και σε τεχνολογικό επίπεδο.

Το ίδιο έγγραφο ανέφερε ότι η χώρα διέθετε τότε έντεκα Canadair CL-215 ηλικίας άνω των 40 ετών και επτά CL-415 ηλικίας άνω των 20 ετών, σημειώνοντας ότι ο υπάρχων εξοπλισμός δεν επαρκούσε για τις αυξημένες ανάγκες που δημιουργεί η κλιματική αλλαγή.

Με άλλα λόγια, το πρόβλημα είχε καταγραφεί επισήμως χρόνια πριν οι παραδόσεις μετατεθούν για το 2028, το 2030 και το 2031.

Παρόμοια εικόνα προκύπτει και από τις αναθεωρήσεις του Ταμείου Ανάκαμψης.

Το μέτρο για τα εναέρια μέσα διαχείρισης κρίσεων προέβλεπε αρχικά μέχρι το τέλος του 2025 την παράδοση δύο ελικοπτέρων πολλαπλών χρήσεων για ιατρικές αποστολές, drones, την αναβάθμιση επτά Canadair CL-415, βαρέα ελικόπτερα S-64 Skycrane, ένα ελικόπτερο για τη μεταφορά της ομάδας διαχείρισης συμβάντων, έντεκα Air Tractor για νησιωτικές περιοχές και αναβάθμιση δύο Super Puma.

Μετά τις αναθεωρήσεις, το φυσικό αντικείμενο περιορίστηκε σημαντικά.

Αυτό που παρέμεινε ως εφικτό ήταν η παράδοση δύο ελικοπτέρων πολλαπλών χρήσεων για ιατρική χρήση, δύο πυροσβεστικών ελικοπτέρων μεσαίου μεγέθους και ενός ελικοπτέρου για τη μεταφορά της ομάδας διαχείρισης συμβάντων.

Ο προϋπολογισμός της δράσης, πάντως, μειώθηκε πολύ λιγότερο από το φυσικό αντικείμενο, από περίπου 155 εκατ. ευρώ σε 135 εκατ. ευρώ.

Συνολικά, οι σχετικές παρεμβάσεις του Ταμείου Ανάκαμψης εμφανίζονται να φτάνουν περίπου το 1,1 δισ. ευρώ, έναντι 854 εκατ. ευρώ του αρχικού σχεδιασμού, παρά το γεγονός ότι επιμέρους έργα αφαιρέθηκαν ή περιορίστηκαν.

Μεγάλη αύξηση καταγράφεται στη δράση του Εθνικού Σχεδίου Αναδασώσεων και του Antinero, όπου τα κονδύλια αυξήθηκαν από περίπου 224 εκατ. ευρώ σε 651 εκατ. ευρώ.

Αντίθετα, απεντάχθηκαν δράσεις όπως έργα μετριασμού πλημμυρών ύψους περίπου 110 εκατ. ευρώ, η δημιουργία στρατηγικού εθνικού συστήματος διαχείρισης καταστροφών, προϋπολογισμού 74 εκατ. ευρώ, καθώς και περιφερειακά επιχειρησιακά κέντρα πολιτικής προστασίας ύψους 19 εκατ. ευρώ.

Η κυβέρνηση μπορεί να επικαλείται διεθνείς ανατιμήσεις, πολέμους, γραφειοκρατία και δυσκολίες κοινών προμηθειών. Τα ίδια τα δημόσια έγγραφα, όμως, δείχνουν ότι οι ελλείψεις ήταν γνωστές εδώ και χρόνια και τα χρηματοδοτικά εργαλεία υπήρχαν. Όταν ένα κράτος γνωρίζει από το 2021 ότι ο στόλος του είναι ανεπαρκής και γερασμένος, αλλά περιμένει μέχρι το τέλος της δεκαετίας για κρίσιμες παραδόσεις, το πρόβλημα παύει να είναι μόνο τεχνικό. Γίνεται πολιτικό. Και όσο οι καθυστερήσεις συνεχίζονται, η χώρα εξακολουθεί να πληρώνει πανάκριβες ενοικιάσεις, να επιχειρεί με παλιά μέσα και να αντιμετωπίζει κάθε αντιπυρική περίοδο με ένα στοίχημα που θα έπρεπε ήδη να έχει κριθεί.