1 Ιουνίου 2026

ΕΚΤ: Αυξάνονται οι πληθωριστικές προσδοκίες

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό τριετίας μειώθηκαν στο 2,9% από 3% τον Μάρτιο.
  • Η Ισαμπέλ Σνάμπελ προειδοποιεί για αυξημένο κίνδυνο αποσταθεροποίησης των προσδοκιών.
  • Η ΕΚΤ αναμένεται να αυξήσει τα επιτόκια στη συνεδρίαση της 10-11 Ιουνίου.
  • Οι μακροπρόθεσμες προσδοκίες για πενταετία παραμένουν στο 2,4%, πάνω από τον στόχο του 2%.

Η τελευταία έρευνα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) αποκαλύπτει ότι οι πληθωριστικές προσδοκίες στην Ευρωζώνη παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, παρά την ελαφρά αποκλιμάκωση σε σχέση με προηγούμενες μετρήσεις. Τα δεδομένα αυτά δημοσιοποιούνται λίγες ημέρες πριν από την κρίσιμη συνεδρίαση νομισματικής πολιτικής, όπου αναμένεται να ληφθούν αποφάσεις για τα επιτόκια. Η Ισαμπέλ Σνάμπελ, μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου της ΕΚΤ και γνωστή για τις "γερακίσιες" απόψεις της, προειδοποιεί για νέους κινδύνους.

Σύμφωνα με τη μηνιαία έρευνα της ΕΚΤ, οι καταναλωτές στην Ευρωζώνη αναμένουν ότι οι τιμές θα αυξηθούν κατά 2,9% σε ορίζοντα τριετίας, έναντι 3% που ήταν η πρόβλεψη τον Μάρτιο. Παρότι η μείωση είναι οριακή, προσφέρει μια ανάσα ανακούφισης στην κεντρική τράπεζα, η οποία παλεύει να επαναφέρει τον πληθωρισμό στον μεσοπρόθεσμο στόχο του 2%. Αξίζει να σημειωθεί ότι το ποσοστό αυτό παραμένει χαμηλότερο από το υψηλό του 3,1% που είχε καταγραφεί τον Οκτώβριο του 2022, στη διάρκεια της προηγούμενης ενεργειακής κρίσης.

Οι βραχυπρόθεσμες προσδοκίες για τους επόμενους 12 μήνες παρέμειναν αμετάβλητες στο 4%, ενώ οι μακροπρόθεσμες προβλέψεις για πενταετία διατηρήθηκαν στο 2,4%, ποσοστό που εξακολουθεί να υπερβαίνει τον στόχο της ΕΚΤ. Η στασιμότητα αυτή στις προσδοκίες αποτελεί ένδειξη ότι οι πιέσεις στις τιμές παραμένουν διάχυτες στην οικονομία.

Η Ισαμπέλ Σνάμπελ, σε πρόσφατες δηλώσεις της, υπογράμμισε ότι ο κίνδυνος αποσταθεροποίησης των πληθωριστικών προσδοκιών αυξάνεται, καθιστώντας αδύνατη την αγνόηση της αύξησης των τιμών που προκαλείται από την ενέργεια και την γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή. "Δεν μπορούμε πλέον να αγνοήσουμε αυτό το σοκ", τόνισε χαρακτηριστικά, προειδοποιώντας ότι η ΕΚΤ οφείλει να δράσει αποφασιστικά.

Η ίδια είχε ήδη προαναγγείλει από την προηγούμενη εβδομάδα ότι η συνεδρίαση της ΕΚΤ στις 10-11 Ιουνίου θα οδηγήσει σε αύξηση των επιτοκίων. Οι αγορές φαίνεται να έχουν προεξοφλήσει αυτή την κίνηση, καθώς οι αξιωματούχοι της τράπεζας αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο το υψηλότερο ενεργειακό κόστος να διοχετευθεί στον γενικό πληθωρισμό. Παρ' όλα αυτά, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής παραμένουν προσεκτικοί στα μηνύματά τους, λόγω της αβεβαιότητας που περιβάλλει τις οικονομικές επιπτώσεις της σύγκρουσης.

Ενώ η πλειονότητα των αξιωματούχων τηρεί επιφυλακτική στάση για την πορεία της νομισματικής πολιτικής μετά τον Ιούνιο, δεδομένης της επιβράδυνσης της οικονομίας, ο κεντρικός τραπεζίτης της Λιθουανίας, Γκεντιμίνας Σίμκους, δήλωσε ότι μια δεύτερη αύξηση επιτοκίων είναι περισσότερο πιθανή παρά απίθανη. Η Σνάμπελ, από την πλευρά της, υποστήριξε ότι είναι πρόωρο να προσδιοριστεί ο ακριβής αριθμός των αυξήσεων που θα χρειαστούν, τονίζοντας ότι οι αποφάσεις θα λαμβάνονται με βάση τα εισερχόμενα δεδομένα και τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. "Είναι πολύ νωρίς για να πούμε ότι πρόκειται για έναν ορισμένο αριθμό αυξήσεων και μετά θα έχει ολοκληρωθεί", ανέφερε, προσθέτοντας ότι "πρέπει πραγματικά να δούμε τι θα συμβεί".

Η Σνάμπελ επεσήμανε ότι το τρέχον ενεργειακό σοκ διαφέρει από προηγούμενες κρίσεις, καθώς λειτουργεί ολοένα και περισσότερο ως ένα παγκόσμιο σοκ ζήτησης, αυξάνοντας παράλληλα το κόστος παραγωγής σε διεθνές επίπεδο. Παράλληλα, ορισμένοι αξιωματούχοι εκφράζουν ανησυχία για τον αντίκτυπο του πολέμου στην οικονομική δραστηριότητα. Η δημοσκόπηση της ΕΚΤ καταγράφει αυξημένη απαισιοδοξία, με τους ερωτηθέντες να προβλέπουν συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 2,2% τους επόμενους 12 μήνες, μια ελαφρώς χειρότερη εκτίμηση σε σύγκριση με το -2,1% του Μαρτίου. Αντιθέτως, οι προσδοκίες για το ποσοστό ανεργίας σε ένα χρόνο μειώθηκαν οριακά στο 11,2% από 11,3%.