Σήμερα Γιορτάζουν:

ΜΑΚΑΡΙΟΣ

ΕΛ.Α.Σ. εναντίον σιωπής: Το παιχνίδι ανοίγει

Γράφει ο Ν.Κυριακάκης

Υπάρχουν πολιτικοί που επιστρέφουν στο προσκήνιο με προσοχή, αυτογνωσία και επίγνωση των λαθών τους. Και υπάρχουν πολιτικοί που επιστρέφουν με την αλαζονική βεβαιότητα ότι η Ιστορία τούς χρωστά ακόμη έναν γύρο. Ο Αλέξης Τσίπρας, με την ίδρυση της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης (ΕΛ.Α.Σ.) τον Μάιο του 2026, δείχνει να ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία.

«Δεν επέστρεψα στην ενεργό δράση για να καταγράφω ποσοστά. Στόχος μου δεν είναι να είμαι αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αλλά να κυβερνήσω», δηλώνει κατηγορηματικά. Ωραία φράση. Ηχηρή. Καλοδουλεμένη. Έτοιμη για τηλεοπτικό τίτλο, για κομματικό βίντεο, για χειροκρότημα σε κλειστή αίθουσα. Μόνο που η πολιτική δεν είναι θέατρο, όπου ο πρωταγωνιστής επιστρέφει και το κοινό σηκώνεται όρθιο από συνήθεια. Η πολιτική είναι πεδίο συγκρούσεων, αιφνιδιασμών και σκληρών συσχετισμών. Και εκεί, η υπερβολική αυτοπεποίθηση δεν είναι ένδειξη δύναμης — είναι προειδοποιητικό σημάδι τύφλωσης.

Ο Τσίπρας δεν είναι αφελής. Βλέπει μια αντιπολίτευση κατακερματισμένη, πρόσωπα χωρίς κεντρική αφήγηση, κόμματα χωρίς πειστικό κυβερνητικό σχέδιο. Βλέπει επίσης έναν ΣΥΡΙΖΑ τραυματισμένο, συρρικνωμένο, εσωτερικά διαλυμένο, αλλά όχι εξαφανισμένο. Αρκεί να θυμηθούμε ότι ο ίδιος παραιτήθηκε από βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ τον Οκτώβριο του 2025, ανακοίνωσε νέο κόμμα έξι μήνες αργότερα και ήδη μιλά για «κυβερνώσα Αριστερά». Ο ΣΥΡΙΖΑ με τον Σωκράτη Φάμελλο αγωνίζεται να βρει σταθερό βηματισμό, με εσωκομματικές αντιπαραθέσεις να αναζωπυρώνονται κάθε λίγες εβδομάδες. Ωστόσο, σύμφωνα με πολιτικούς αναλυτές, στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ δεν αποκλείουν σενάριο μεταβίβασης δύναμης στην ΕΛ.Α.Σ. — θεληματικής ή αναπόφευκτης.

Άρα το συμπέρασμα μοιάζει, στα μάτια του, απλό: η δεύτερη θέση είναι σχεδόν εξασφαλισμένη, και αφού η δεύτερη θέση θεωρείται δεδομένη, μπορεί κανείς να μιλά ελεύθερα για πρωθυπουργική καρέκλα. Μπορεί να εμφανίζεται ως κυβέρνηση εν αναμονή, να καλλιεργεί εικόνα επιστροφής, να πουλά πολιτική αυτοπεποίθηση. Μάλιστα, η ΕΛ.Α.Σ. έχει ήδη ανακοινώσει 24 τομεάρχες — μια δομή που παραπέμπει απροκάλυπτα σε «σκιώδη κυβέρνηση» έτοιμη για ανάληψη καθηκόντων.

Εδώ βρίσκεται όμως το μεγάλο πρόβλημα. Στην πολιτική, τίποτα δεν είναι εξασφαλισμένο. Και όποιος νομίζει ότι του ανήκει μια θέση πριν ανοίξουν οι κάλπες, συνήθως ανακαλύπτει με τον πιο οδυνηρό τρόπο ότι οι κάλπες δεν αναγνωρίζουν κληρονομικά δικαιώματα.

Η σιωπηλή μεταβλητή

Και εδώ ακριβώς εμφανίζεται το όνομα που ανατρέπει τους υπολογισμούς. Το όνομα που πολλοί αποφεύγουν να πουν δυνατά, αλλά ουδείς αγνοεί όταν συζητά σοβαρά για τις επόμενες πολιτικές εξελίξεις.

Αντώνης Σαμαράς.

Ο πρώην πρωθυπουργός — που διαγράφηκε από τη Νέα Δημοκρατία έπειτα από σκληρές επιθέσεις κατά του Κυριάκου Μητσοτάκη — δεν έχει εξαφανιστεί. Κινείται με σιωπή, με υπαινιγμούς, με αποστάσεις και με προσεκτικές παρεμβάσεις. Μιλώντας στο Ηράκλειο τον Ιούνιο του 2026, απέφυγε να ανοίξει τα χαρτιά του, αλλά δεν άφησε καμία αμφιβολία για τις προθέσεις του: «Στους αγώνες για την πατρίδα δεν υπάρχει σύνταξη. Πήρα τις αποφάσεις μου». Σύμφωνα με πληροφορίες, το νέο κόμμα Σαμαρά βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο ετοιμότητας, με κατάρτιση ψηφοδελτίων και επαφές με πρώην στελέχη από όλη την Ελλάδα. Το μόνο ερώτημα που παραμένει ανοιχτό είναι ο χρόνος ανακοίνωσης — φθινόπωρο ή άνοιξη, ανάλογα με το πότε θα στηθούν κάλπες.

Τι θα σήμαινε μια δυναμική επιστροφή Σαμαρά; Όσοι βιάζονται να τη χλευάσουν, καλό είναι να το ξανασκεφτούν. Διότι ο Σαμαράς δεν είναι απλώς ένας πρώην πρωθυπουργός. Είναι πολιτικό σύμβολο για ένα συγκεκριμένο κοινό: συντηρητικούς ψηφοφόρους, παλαιούς νεοδημοκράτες, ανθρώπους που αισθάνονται ότι η Νέα Δημοκρατία του Μητσοτάκη μετακινήθηκε υπερβολικά προς ένα τεχνοκρατικό, αποϊδεολογικοποιημένο μοντέλο εξουσίας. Πρόκειται για τη «δεξιά γκρίζα ζώνη» — τους παραδοσιακούς Νεοδημοκράτες που έχουν αποστασιοποιηθεί, αλλά δεν έχουν ακόμη κατευθυνθεί αλλού. Αυτοί οι ψηφοφόροι δεν συγκινούνται από αριστερή ρητορική. Δεν νιώθουν πολιτικά οικεία με τα μικρά κόμματα. Μπορούν όμως να κινητοποιηθούν γύρω από ένα γνώριμο πρόσωπο που τους δίνει την αίσθηση επιστροφής σε μια καθαρότερη δεξιά ταυτότητα.

Η παγίδα για τον Τσίπρα

Εδώ βρίσκεται η μεγάλη παγίδα για τον πρόεδρο της ΕΛ.Α.Σ. Η ενδεχόμενη παρουσία Σαμαρά δεν θα πλήξει μόνο τη Νέα Δημοκρατία. Μπορεί να πλήξει και τον ίδιο τον Τσίπρα — και ακριβώς εκεί είναι που τα σχέδιά του τρίζουν.

Ο Τσίπρας υπολογίζει σε ένα αντι-Μητσοτακικό ρεύμα που, κατά τη δική του εκτίμηση, θα αναζητήσει κεντρικό εκφραστή στα αριστερά. Θεωρεί ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια θα μετατραπεί σχεδόν αυτόματα σε ψήφο επιστροφής γι' αυτόν. Αυτή είναι μια βολική υπόθεση. Δεν σημαίνει όμως ότι είναι και σωστή. Ένας δυναμικός Σαμαράς θα μπορούσε να συμπυκνώσει αντιπολιτευτικό λόγο από τα δεξιά, να τραβήξει αντι-Μητσοτακικούς ψηφοφόρους που διαφορετικά θα απείχαν, και — το κυριότερο — να στερήσει από τον Τσίπρα το μονοπώλιο της αντιπολίτευσης. Δεν θα είναι πλέον ο μοναδικός εναλλακτικός πόλος. Θα είναι ένας από τους διεκδικητές της δυσαρέσκειας.

Ας δούμε καθαρά τα σενάρια. Αν ο Σαμαράς δεν επιστρέψει, ο Τσίπρας έχει χώρο. Μπορεί να κινηθεί σχετικά άνετα, να διεκδικήσει τη δεύτερη θέση και να παρουσιαστεί ως ο παλαιός γνώριμος που ζητά δεύτερη ευκαιρία. Ασφαλές σενάριο, όχι όμως αναγκαστικά πρωθυπουργικό. Αν ο Σαμαράς επιστρέψει αδύναμος, μπορεί να προκαλέσει ζημιά στη Νέα Δημοκρατία χωρίς να απειλήσει σοβαρά τον Τσίπρα — ο οποίος θα εμφανιστεί ως παράγοντας σταθερότητας απέναντι σε μια κατακερματισμένη Δεξιά. Αν, όμως, ο Σαμαράς επιστρέψει δυναμικά, τότε η τράπουλα ανακατεύεται από την αρχή. Και εκεί ο Τσίπρας θα βρεθεί μπροστά σε μια αλήθεια που σήμερα ίσως αποφεύγει να κοιτάξει: η δεύτερη θέση δεν είναι κληρονομικό δικαίωμα.

Η ρευστότητα που κανείς δεν ελέγχει

Το ερώτημα, λοιπόν, είναι απλό και σκληρό: ο Αλέξης Τσίπρας μιλά για πρώτη θέση επειδή πραγματικά πιστεύει ότι μπορεί να κυβερνήσει ξανά, ή επειδή θεωρεί τόσο δεδομένη τη δεύτερη θέση ώστε μπορεί να πουλά δωρεάν πρωθυπουργική φιλοδοξία;

Η ελληνική πολιτική σκηνή είναι βαθύτατα ρευστή. Τρία νέα κόμματα έχουν ήδη κάνει εμφάνιση ή ετοιμάζονται να κάνουν — ΕΛ.Α.Σ. Τσίπρα, νέος φορέας Καρυστιανού, και το κόμμα Σαμαρά που είναι στα σκαριά. Η κοινωνία είναι κουρασμένη, η εμπιστοσύνη στα κόμματα χαμηλή, οι παλαιές ταυτότητες έχουν χαλαρώσει. Σε αυτό το περιβάλλον, κανείς δεν μπορεί να εμφανίζεται ως βέβαιος ιδιοκτήτης του μέλλοντος.

Ο Τσίπρας ποντάρει στην αναγνωρισιμότητά του, στην κόπωση από την τωρινή εξουσία, στην αδυναμία των άλλων να σηκώσουν κυβερνητικό βάρος. Όμως η μνήμη δεν είναι πάντα σύμμαχος. Για άλλους είναι νοσταλγία. Για άλλους είναι προειδοποίηση. Και η επιστροφή ενός πολιτικού δεν κρίνεται μόνο από το τι λέει σήμερα, αλλά και από το τι κουβαλά από χθες — τη μνήμη του 2015 και των Μνημονίων που υπέγραψε ο ίδιος, αφού πρώτα ορκίστηκε ότι δεν θα υπογράψει.

Ο Σαμαράς, από την άλλη, παραμένει η σιωπηλή μεταβλητή. Δεν βιάζεται. Μετράει αντιδράσεις και εκτιμά χρονισμούς. Σύμφωνα με πληροφορίες, θέλει να ανακοινώσει κόμμα όσο πιο κοντά στις εκλογές γίνεται, ώστε να μην φθαρεί νωρίς στον «πόλεμο» με τη Νέα Δημοκρατία. Η στρατηγική αυτή — αν εκτελεστεί σωστά — μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα αποτελεσματική. Δεν είναι βέβαιο ότι θα πετύχει. Είναι, όμως, αρκετά απειλητική ώστε να ενοχλεί. Αρκετά ισχυρή συμβολικά ώστε να υπολογίζεται. Και αρκετά απρόβλεπτη ώστε να χαλάσει τα σχέδια όσων έχουν ήδη μοιράσει ρόλους πριν ξεκινήσει η πραγματική μάχη.

Στην πολιτική, η πιο επικίνδυνη στιγμή είναι εκείνη κατά την οποία ένας ηγέτης πιστεύει ότι έχει καταλάβει πλήρως το παιχνίδι. Εκείνη τη στιγμή δεν βλέπει τον παίκτη που έρχεται από το πλάι. Δεν ακούει τον θόρυβο κάτω από την επιφάνεια.

Ο Αλέξης Τσίπρας εμφανίζεται αυτοπεπεισμένος. Ίσως υπερβολικά. Μιλά σαν να έχει ήδη εξασφαλίσει τον ρόλο του βασικού αντιπάλου του Μητσοτάκη. Μόνο που η πολιτική δεν συγχωρεί όσους μπερδεύουν την επιθυμία με την πραγματικότητα.

Και ο Σαμαράς; Ο Σαμαράς περιμένει. Σιωπηλός, υπομονετικός. Ίσως να μην επιστρέψει ποτέ όπως φαντάζονται ορισμένοι. Ίσως, όμως, να επιστρέψει ακριβώς τη στιγμή που οι άλλοι θα έχουν πειστεί ότι τον έχουν ξεγράψει. Και τότε ο Τσίπρας θα καταλάβει το σκληρότερο μάθημα της πολιτικής: τίποτα δεν ανήκει σε κανέναν, μέχρι να αποδειχθεί στην κάλπη.