2 Ιουλίου 2026

Αμυντικές συμφωνίες με Ισραήλ: Το βαρύ τίμημα για την ελληνική στρατηγική

Σε ένα εξαιρετικά επικίνδυνο γεωπολιτικό πλαίσιο φαίνεται να έχει εγκλωβιστεί η Αθήνα, καθώς η στενή αμυντική πρόσδεση της Ελλάδας στο Ισραήλ δημιουργεί πλέον σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική κατεύθυνση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Οι επιλογές της κυβέρνησης Μητσοτάκη και του υπουργείου Εθνικής Άμυνας υπό τον Νίκο Δένδια παρουσιάζονται ως στρατηγική αναβάθμιση της χώρας, όμως πίσω από τις επίσημες διακηρύξεις διαμορφώνεται μια πολύ πιο σκοτεινή εικόνα.

Η Ελλάδα εμφανίζεται να μετατρέπεται σε προκεχωρημένο φυλάκιο των ισραηλινών συμφερόντων, σε μια περίοδο κατά την οποία το Ισραήλ βρίσκεται αντιμέτωπο με βαριά διεθνή απομόνωση λόγω του πολέμου στη Γάζα. Η πλήρης διασύνδεση του ελληνικού αμυντικού οικοσυστήματος με ισραηλινά συστήματα, εταιρείες, δόγματα και επιχειρησιακούς σχεδιασμούς δεν συνιστά πλέον απλή συμμαχία. Συνιστά στρατηγική εξάρτηση με άμεσες συνέπειες για την εθνική κυριαρχία και την ασφάλεια της χώρας.

Το πρόγραμμα «Ασπίδα του Αχιλλέα», οι εξοπλιστικές συμφωνίες δισεκατομμυρίων, η προμήθεια ισραηλινών συστημάτων ακριβείας, η εκπαίδευση Ελλήνων πιλότων από ισραηλινές εταιρείες και τα σενάρια για κοινή δύναμη ταχείας επέμβασης Ελλάδας, Ισραήλ και Κύπρου δείχνουν ότι η Αθήνα έχει μπει βαθιά σε ένα πλέγμα σχεδιασμών που ξεπερνά τα όρια μιας κλασικής αμυντικής συνεργασίας.

Η ανάλυση που αναδεικνύεται μέσα από το Middle East Eye παρουσιάζει την Ελλάδα ως κρίσιμο ενδιάμεσο κρίκο για τη διατήρηση της ισραηλινής επιρροής στα κράτη του Περσικού Κόλπου. Με άλλα λόγια, η Αθήνα εμφανίζεται να λειτουργεί ως δίαυλος μέσω του οποίου ισραηλινά οπλικά συστήματα, επιχειρησιακά πρότυπα και δίκτυα ασφαλείας μπορούν να εισέρχονται σε χώρους όπου το ίδιο το Ισραήλ δυσκολεύεται πλέον να έχει ανοιχτή και ανεμπόδιστη παρουσία.

Αυτό είναι το βαρύ πολιτικό ζήτημα που η κυβέρνηση αποφεύγει να εξηγήσει δημόσια. Αν η Ελλάδα χρησιμοποιείται ως έμμεσος φορέας ισραηλινής στρατηγικής στον Κόλπο, τότε δεν αναβαθμίζεται απλώς ο διεθνής της ρόλος. Εκτίθεται σε αντιδράσεις, χάνει ισορροπίες με τον αραβικό κόσμο και μπαίνει ακόμη πιο βαθιά σε μια μετωπική αντιπαράθεση με την Τουρκία, όχι μόνο στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά και σε ευρύτερα περιφερειακά μέτωπα.

Ο Κόλπος, το Ισραήλ και η ελληνική μετατόπιση

Τα τελευταία χρόνια, ιδίως μετά το 2019, η Ελλάδα έχει ενισχύσει θεαματικά τις σχέσεις της με τα κράτη του Περσικού Κόλπου. Σε πρώτη ανάγνωση, η σχέση αυτή εμφανίζεται φυσιολογική: ένα ευρωπαϊκό κράτος αναζητά επενδύσεις, ενεργειακές διασυνδέσεις και πρόσβαση σε κεφάλαια, ενώ οι χώρες του Κόλπου αποκτούν έναν πρόθυμο ευρωπαϊκό συνομιλητή. Η δεύτερη ανάγνωση, όμως, δείχνει ότι η σχέση αυτή δεν χτίστηκε μόνο πάνω στην οικονομία.

Η ελληνική προσέγγιση στον Κόλπο εξελίχθηκε σε δύο φάσεις. Η πρώτη, από το 2016 έως το 2021, είχε έντονο αντιτουρκικό χαρακτήρα. Βασισμένη στον άξονα Ελλάδας – Ισραήλ – Κύπρου, επιχείρησε να προσελκύσει τη Γαλλία, την Αίγυπτο, τον Χαλίφα Χαφτάρ στη Λιβύη, τη Συρία του Μπασάρ αλ Άσαντ και, κατά την περίοδο του αποκλεισμού του Κατάρ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και τη Σαουδική Αραβία.

Η οικονομική και ενεργειακή συνεργασία λειτούργησε ως πολιτικό περίβλημα. Η πραγματική ουσία βρισκόταν στην άμυνα και στην ασφάλεια. Εκείνη την περίοδο, το Άμπου Ντάμπι και το Ριάντ είχαν συγκλίνει άτυπα με πολλές από τις περιφερειακές επιλογές του Ισραήλ, γεγονός που διευκόλυνε την ελληνική διπλωματία να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο δίκτυο αντιτουρκικής ευθυγράμμισης.

Τον Νοέμβριο του 2020, ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπέγραψε συμφωνία στρατηγικής εταιρικής σχέσης με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, καθώς και χωριστή συμφωνία εξωτερικής πολιτικής και άμυνας. Η συμφωνία προέβλεπε αμοιβαία συνδρομή σε περίπτωση απειλής κατά της κυριαρχίας ή της εδαφικής ακεραιότητας των δύο πλευρών. Την ίδια χρονιά, τα ΗΑΕ ανέπτυξαν στρατιωτικά μέσα στην Ελλάδα για κοινές ασκήσεις.

Ανάλογη αναβάθμιση υπήρξε και με τη Σαουδική Αραβία. Η αμυντική συμφωνία του 2021 προέβλεψε την αποστολή ελληνικής συστοιχίας Patriot και προσωπικού στη σαουδαραβική επικράτεια, καθώς και κοινές αεροπορικές ασκήσεις, όπως η Falcon Eye. Οι σχέσεις Αθήνας – Ριάντ στον τομέα της άμυνας έφτασαν σε επίπεδο που λίγα χρόνια νωρίτερα θα θεωρούνταν αδιανόητο.

Όμως η αρχιτεκτονική αυτού του αντιτουρκικού συνασπισμού άρχισε να χάνει τη βάση της όταν οι ίδιες οι χώρες του Κόλπου εξομάλυναν τις σχέσεις τους με την Τουρκία. Μετά την υπέρβαση της κρίσης του Κόλπου και την αποκατάσταση διαύλων μεταξύ Άγκυρας, ΗΑΕ, Σαουδικής Αραβίας και Αιγύπτου, το σχέδιο προσέλκυσης των κρατών του GCC σε έναν μόνιμο άξονα απέναντι στην Τουρκία αποδυναμώθηκε.

Η δεύτερη φάση, από το 2023 έως το 2026, κινήθηκε στην ίδια κατεύθυνση αλλά με πιο βαθιά πρόσδεση στο Ισραήλ. Στόχος της Αθήνας εμφανίζεται να είναι αφενός η επέκταση της ελληνοϊσραηλινής επιρροής προς τον Κόλπο μέσω άμυνας και ασφάλειας, αφετέρου ο περιορισμός της αυξανόμενης τουρκικής παρουσίας σε Σαουδική Αραβία, ΗΑΕ και Κατάρ.

Το πρόβλημα για την Ελλάδα είναι ότι αυτή η επιλογή γίνεται σε μια περίοδο όπου το Ισραήλ δεν αποτελεί απλώς έναν ισχυρό εταίρο. Αποτελεί έναν διεθνώς φορτισμένο παράγοντα, με βαριά πολιτική και νομική έκθεση λόγω της Γάζας. Η Αθήνα, αντί να κρατήσει ευέλικτες αποστάσεις και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, φαίνεται να μπαίνει σε μια σχέση όπου η δική της στρατηγική ασφάλειας συγχωνεύεται με την ισραηλινή.

Η «Ασπίδα του Αχιλλέα», ύψους περίπου 3,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων, προβλέπει την ενσωμάτωση ισραηλινών συστημάτων σε ένα πολυεπίπεδο δίκτυο αεράμυνας, αντιπυραυλικής προστασίας και αντιμετώπισης drones. Παράλληλα, η Αθήνα φέρεται να προχώρησε σε πρόσθετη δαπάνη περίπου 750 εκατομμυρίων δολαρίων για σύστημα πυροβολικού ακριβείας της Elbit Systems, με προοπτική ανάπτυξης στα σύνορα με την Τουρκία.

Η εμπλοκή ισραηλινών εταιρειών στην εκπαίδευση Ελλήνων πιλότων, η εξαγορά της Intracom Defense από την Israel Aerospace Industries και η μεταφορά τεχνογνωσίας στο ελληνικό έδαφος ενισχύουν ακόμη περισσότερο αυτή τη σχέση. Όταν, όμως, η τεχνογνωσία, η εκπαίδευση, τα συστήματα, η διοίκηση και το επιχειρησιακό δόγμα συνδέονται τόσο στενά με ένα ξένο κράτος, τότε η εθνική στρατηγική αρχίζει να μεταφέρεται σε επικίνδυνα γκρίζα νερά.

Τα «ψιλά γράμματα» που εκθέτουν την Αθήνα

Η Άγκυρα αποτελεί το άλλο μισό αυτής της εξίσωσης. Η Τουρκία είναι κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ, διαθέτει μουσουλμανική πλειοψηφία, ισχυρή αμυντική βιομηχανία, περιφερειακές φιλοδοξίες και αυξανόμενη επιρροή στον Κόλπο. Μετά την εξομάλυνση των σχέσεων με τα αραβικά κράτη, αντιμετωπίζεται πλέον από πολλές χώρες του GCC ως στρατηγικός εταίρος και όχι ως μόνιμος αντίπαλος.

Η τουρκική προσπάθεια διαμόρφωσης ενός άξονα περιφερειακής σταθερότητας με Σαουδική Αραβία, Πακιστάν και Αίγυπτο συγκρούεται άμεσα με τον ελληνικό σχεδιασμό που στηρίζεται στον άξονα Ισραήλ – Ελλάδα – Κύπρος. Αν η τουρκική πρωτοβουλία προχωρήσει, μπορεί να ακυρώσει μεγάλο μέρος της ελληνικής προσπάθειας να εμφανιστεί ως αναντικατάστατος κόμβος ασφάλειας για τον Κόλπο.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η αναφορά του Μπενιαμίν Νετανιάχου σε ένα ισραηλινό «εξάγωνο συμμαχιών», στο οποίο περιλαμβάνονται η Ελλάδα, η Κύπρος και η Ινδία. Ο στόχος είναι να αντισταθμιστεί η αναδυόμενη σύμπλευση Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας, Πακιστάν και Αιγύπτου. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα τοποθετείται μέσα σε έναν ευρύτερο σχεδιασμό αντιπαράθεσης, ο οποίος δεν υπηρετεί κατ’ ανάγκην τις δικές της ανάγκες.

Κατά τη 10η Τριμερή Σύνοδο Κορυφής Ισραήλ – Ελλάδας – Κύπρου στην Ιερουσαλήμ, οι τρεις πλευρές δεσμεύθηκαν να εμβαθύνουν τη συνεργασία τους στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας. Λίγες ημέρες νωρίτερα, ελληνικά και ισραηλινά μέσα είχαν μεταδώσει ότι εξεταζόταν η δημιουργία κοινής δύναμης ταχείας επέμβασης 2.500 ανδρών, με συμμετοχή 1.000 στρατιωτών από το Ισραήλ, 1.000 από την Ελλάδα και 500 από την Κύπρο.

Η πρωτοβουλία αυτή παρουσιάστηκε ως μηχανισμός αποτροπής της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Στην πράξη, όμως, θα σήμαινε ότι η Ελλάδα θα έμπαινε σε ακόμη πιο στενό επιχειρησιακό σχήμα με το Ισραήλ, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις σχέσεις της με τον αραβικό κόσμο, την Τουρκία και τις δυνάμεις που βλέπουν την ισραηλινή πολιτική ως παράγοντα αποσταθεροποίησης.

Παράλληλα, η Αθήνα επιδιώκει να αυξήσει τη γεωπολιτική της αξία για τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα μέσω έργων ενέργειας, υποδομών και διασυνδεσιμότητας. Ο Οικονομικός Διάδρομος Ινδίας – Μέσης Ανατολής – Ευρώπης, γνωστός ως IMEC, και τα σχέδια για υποθαλάσσια καλώδια οπτικών ινών εντάσσονται σε αυτό το πλαίσιο.

Ο σχεδιασμός του IMEC, με άξονες το Ισραήλ και την Ινδία, περνά μέσω ΗΑΕ και Σαουδικής Αραβίας προς την Ευρώπη μέσω Ελλάδας, αποκλείοντας την Τουρκία και την Αίγυπτο. Αυτό εξυπηρετεί συγκεκριμένες γεωπολιτικές επιδιώξεις, όμως ταυτόχρονα φορτώνει την Ελλάδα με ρόλο που μπορεί να την καταστήσει μέρος μιας αντιπαράθεσης πολύ μεγαλύτερης από τις δυνατότητές της.

Τα πιο επικίνδυνα σημεία βρίσκονται στα «ψιλά γράμματα». Όταν ξέσπασε η πολεμική σύγκρουση ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν, η Ελλάδα έσπευσε να προσφέρει στα κράτη του Κόλπου συνδρομή στους τομείς άμυνας και ασφάλειας. Ο Νίκος Δένδιας πραγματοποίησε περιοδεία σε ΗΑΕ, Κατάρ και Σαουδική Αραβία, την ώρα που ελληνικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις είχαν αποκτήσει κρίσιμο ρόλο σε περιφερειακούς σχεδιασμούς υποστήριξης.

Το ερώτημα είναι αν μια χώρα που βασίζεται σε ισραηλινά συστήματα για τη δική της αεράμυνα μπορεί ταυτόχρονα να εμφανίζεται ως αυτόνομος πάροχος ασφάλειας προς τον Κόλπο. Αν η πραγματική προσφορά της Αθήνας είναι η πρόσβαση σε ισραηλινά δίκτυα, ισραηλινή τεχνογνωσία και ισραηλινή επιχειρησιακή φιλοσοφία, τότε οι χώρες του Κόλπου δεν συνομιλούν απλώς με την Ελλάδα. Συνομιλούν, έμμεσα, με μια στρατηγική ατζέντα που η Αθήνα μεταφέρει.

Εδώ βρίσκεται και η καταγγελτική ουσία της υπόθεσης. Όταν ένα κράτος αγοράζει μαζικά οπλικά συστήματα από έναν σύμμαχο, φιλοξενεί τις εκπαιδευτικές του δομές, υιοθετεί επιχειρησιακό δόγμα, ενσωματώνει αξιωματικούς και συντονίζεται ανοιχτά εναντίον τρίτης χώρας, τότε η εξωτερική του πολιτική αρχίζει να φέρει τη σφραγίδα του συμμάχου. Η πληροφορία, η πρόσβαση και η επιρροή δεν κινούνται πια μόνο εθνικά. Κινούνται μέσα σε κοινό αμυντικό οικοσύστημα.

Η ίδια Αθήνα που αγοράζει ισραηλινά συστήματα για να αποτρέψει την Τουρκία καλείται παράλληλα να συμβάλει στον σχεδιασμό αεράμυνας των κρατών του Κόλπου. Η αντίφαση είναι εκρηκτική. Η Ελλάδα εμφανίζεται ως αυτόνομος ευρωπαϊκός παράγοντας, ενώ στην πράξη κινδυνεύει να λειτουργεί ως προέκταση ισραηλινών σχεδιασμών σε μια περιοχή όπου οι ισορροπίες αλλάζουν γρήγορα.

Η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει με καθαρότητα. Ποιο είναι το όριο της αμυντικής συνεργασίας με το Ισραήλ; Ποιος ελέγχει τα δεδομένα, τα δίκτυα και την επιχειρησιακή διασύνδεση; Πόσο εκτεθειμένες είναι οι ελληνικές βάσεις σε ενδεχόμενα αντίποινα; Πώς προστατεύονται οι σχέσεις με τον αραβικό κόσμο; Ποιος αποφασίζει αν η Ελλάδα θα είναι ισορροπημένος περιφερειακός παίκτης ή δούρειος ίππος μιας τρίτης δύναμης;

Η ελληνική εξωτερική πολιτική χρειάζεται συμμαχίες, όχι εξαρτήσεις. Χρειάζεται αποτροπή, όχι τυφλή πρόσδεση. Χρειάζεται σχέσεις με το Ισραήλ, τον αραβικό κόσμο, την Ευρώπη και τις χώρες του Κόλπου, χωρίς να μετατρέπεται σε εργαλείο κανενός. Αν η Αθήνα συνεχίσει να βαδίζει χωρίς δημόσια λογοδοσία και χωρίς καθαρή στρατηγική, τότε η χώρα κινδυνεύει να βρεθεί στο κέντρο μιας σύγκρουσης που δεν σχεδίασε η ίδια, αλλά θα κληθεί να πληρώσει η ίδια.