20 Αυγούστου 2026

Τα δώρα κόπηκαν και μένουν κομμένα: Το ΣτΕ κλείνει την πόρτα στους δημοσίους υπαλλήλους

Οριστικά εκτός συζήτησης τίθεται, με απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η επαναφορά των δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας για τους εργαζομένους στο Δημόσιο. Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο έκρινε συνταγματική τη διατήρηση της κατάργησής τους και απέρριψε τις αξιώσεις δημοσίου υπαλλήλου που ζητούσε αναδρομικά δύο επιπλέον μισθούς για κάθε έτος.

Η απόφαση αποτελεί σημαντική δικαστική εξέλιξη για χιλιάδες δημοσίους υπαλλήλους, καθώς ουσιαστικά κλείνει τον δρόμο σε διεκδικήσεις για την επαναφορά των συγκεκριμένων παροχών με βάση τα επιχειρήματα που τέθηκαν ενώπιον του ΣτΕ.

Η υπόθεση εξετάστηκε από την Ολομέλεια υπό την προεδρία του Μ. Πικραμένου, με εισηγητή τον Ι. Μιχαλακόπουλο. Αφορούσε αγωγή δημοσίου υπαλλήλου που είχε κατατεθεί στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, με την ΑΔΕΔΥ να παρεμβαίνει υπέρ του ενάγοντος.

Ο εργαζόμενος υποστήριζε ότι ο νομοθέτης παρέλειψε παράνομα να επαναφέρει τα επιδόματα εορτών και αδείας για το χρονικό διάστημα από την 1η Ιανουαρίου 2023 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.

Μεταξύ των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν ήταν και η επίκληση της ευρωπαϊκής Οδηγίας 2022/2041 για τους επαρκείς κατώτατους μισθούς στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με τον ενάγοντα να υποστηρίζει ότι η Οδηγία δεν είχε μεταφερθεί ορθά ή πλήρως στο ελληνικό Δίκαιο.

Το ΣτΕ επικαλέστηκε τη δημοσιονομική ευστάθεια

Με την απόφαση 1201/2026, η Ολομέλεια απέρριψε την αγωγή και έκρινε ότι η μη επαναφορά των δώρων στους δημοσίους υπαλλήλους δεν παραβιάζει ούτε το Σύνταγμα ούτε το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το δικαστήριο υπενθύμισε ότι τα επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας είχαν καταργηθεί πλήρως για τους δημοσίους υπαλλήλους με τον νόμο 4093/2012 και έκρινε ότι ο νομοθέτης δεν είχε συνταγματική υποχρέωση να τα επαναφέρει τα επόμενα χρόνια.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στους λόγους δημοσίου συμφέροντος και δημοσιονομικής ευστάθειας. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, η καθολική επαναφορά των επιδομάτων για το σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων θα δημιουργούσε μία σταθερή και ιδιαίτερα υψηλή πρόσθετη επιβάρυνση για τον κρατικό προϋπολογισμό.

Όπως επισημαίνει το ΣτΕ, η χορήγηση δύο επιπλέον βασικών μισθών κάθε χρόνο σε όλους τους δημοσίους υπαλλήλους αποτελεί δαπάνη τέτοιου μεγέθους ώστε ο νομοθέτης δικαιούται, στο πλαίσιο της δημοσιονομικής του πολιτικής, να λαμβάνει υπόψη τη συνολική επίπτωση στα δημόσια οικονομικά.

Με αυτό το σκεπτικό, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε δικαιολογημένη τη διαχρονική επιλογή των κυβερνήσεων να μην επαναφέρουν τα συγκεκριμένα επιδόματα.

Η απόφαση αυτή δίνει ουσιαστικά θεσμική κάλυψη στη διατήρηση μιας μνημονιακής περικοπής που παραμένει σε ισχύ περισσότερο από μία δεκαετία, παρά τη βελτίωση των βασικών δημοσιονομικών δεικτών που προβάλλει τα τελευταία χρόνια η κυβέρνηση.

Απορρίφθηκαν και τα επιχειρήματα περί ισότητας και ευρωπαϊκού Δικαίου

Σε ό,τι αφορά την Οδηγία 2022/2041 για τους επαρκείς κατώτατους μισθούς, το ΣτΕ διευκρίνισε ότι η επίκλησή της μπορεί να αφορά μόνο το χρονικό διάστημα μετά τη λήξη της προθεσμίας ενσωμάτωσής της στο εθνικό Δίκαιο, δηλαδή μετά τις 15 Νοεμβρίου 2024.

Κατά συνέπεια, για το μεγαλύτερο μέρος της περιόδου που αφορούσε η αγωγή, η συγκεκριμένη Οδηγία δεν μπορούσε να αποτελέσει αυτοτελές νομικό θεμέλιο για τη διεκδίκηση των επιδομάτων.

Η Ολομέλεια απέρριψε επίσης το επιχείρημα ότι η μη καταβολή των δώρων παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας λόγω της διαφορετικής μεταχείρισης των εργαζομένων του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα.

Το δικαστήριο έκρινε ότι οι δύο κατηγορίες εργαζομένων δεν βρίσκονται σε απολύτως όμοιες συνθήκες ως προς το καθεστώς απασχόλησης και τη μισθολογική τους μεταχείριση, ώστε να προκύπτει υποχρεωτικά παραβίαση της αρχής της ισότητας.

Παράλληλα, δεν διαπίστωσε ότι η απουσία των επιδομάτων εορτών και αδείας οδηγεί τους δημοσίους υπαλλήλους σε επίπεδο αποδοχών που να απειλεί την αξιοπρεπή διαβίωσή τους.

Η κρίση αυτή εντάσσεται στην πάγια νομολογία του ΣτΕ, που αναγνωρίζει στον νομοθέτη ευρύ περιθώριο επιλογών σε θέματα δημοσιονομικής και μισθολογικής πολιτικής, εφόσον δεν παραβιάζονται προφανώς συνταγματικά όρια.

Για τους εργαζομένους στο Δημόσιο, πάντως, το αποτέλεσμα είναι απολύτως συγκεκριμένο: τα δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας παραμένουν καταργημένα και οι διεκδικήσεις για αναδρομική επιστροφή δύο επιπλέον μισθών δεν έγιναν δεκτές.

Η κυβέρνηση αποκτά έτσι ένα ισχυρό νομικό επιχείρημα για να διατηρήσει το σημερινό καθεστώς, ενώ το πολιτικό ερώτημα παραμένει. Την ώρα που η οικονομική πολιτική προβάλλει δημοσιονομικά πλεονάσματα, πρόωρες αποπληρωμές χρέους και βελτιωμένους δείκτες, μια από τις μεγαλύτερες περικοπές της μνημονιακής περιόδου εξακολουθεί να θεωρείται αναγκαία για λόγους δημοσιονομικής σταθερότητας.