Σήμερα Γιορτάζουν:

ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ

ΚΟΡΝΗΛΙΟΣ

13 Σεπτεμβρίου 2026

Ελληνικό χρέος: Ασπίδα στις πιέσεις των αγορών

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων παγκοσμίως εκτινάσσονται σε υψηλά σχεδόν δύο δεκαετιών, με τις ΗΠΑ να φτάνουν το 5% στα 10ετή.
  • Η Ελλάδα αντιμετωπίζει την αναταραχή με μικρότερη αύξηση κόστους δανεισμού, στο 4,24% για τα 10ετή, χάρη στα πλεονάσματα και τη μείωση του χρέους.
  • Ο οίκος DBRS αναβάθμισε τις προοπτικές του ελληνικού αξιόχρεου σε θετικές, διατηρώντας τη βαθμίδα BBB.
  • Τα μεγάλα ελλείμματα και το υψηλό χρέος σε ΗΠΑ, Γαλλία και Βρετανία τροφοδοτούν την παγκόσμια αύξηση του κόστους δανεισμού.
  • Η ΕΚΤ αύξησε τα επιτόκια στο 2,5%, ενώ οι αγορές αναμένουν περαιτέρω αυξήσεις λόγω του επίμονου πληθωρισμού και των γεωπολιτικών εντάσεων.

Σε ένα περιβάλλον έντονης αναταραχής στις διεθνείς αγορές κρατικών ομολόγων, όπου οι αποδόσεις έχουν εκτιναχθεί σε επίπεδα που δεν έχουν παρατηρηθεί εδώ και σχεδόν δύο δεκαετίες, η ελληνική οικονομία εμφανίζεται αξιοσημείωτα ανθεκτική. Ο συνδυασμός των ισχυρών πρωτογενών πλεονασμάτων και της σταθερής αποκλιμάκωσης του δημόσιου χρέους λειτουργεί ως ανάχωμα, περιορίζοντας σημαντικά την αύξηση του κόστους δανεισμού της χώρας σε σύγκριση με άλλες προηγμένες οικονομίες.

Η διεθνής συγκυρία και οι πιέσεις στις αποδόσεις

Η κύρια πηγή της παγκόσμιας αναταραχής εντοπίζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η απόδοση των 10ετών ομολόγων άγγιξε το 5%, ενώ των 30ετών τίτλων εκτινάχθηκε στο 5,3%, το υψηλότερο επίπεδο από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2007. Σε παγκόσμιο επίπεδο, ο σχετικός δείκτης του Bloomberg κατέγραψε υψηλό 19 ετών, αποτυπώνοντας τη γενικευμένη πίεση στις αγορές κρατικού χρέους.

Στην Ευρωζώνη, η Γερμανία είδε την απόδοση των 10ετών ομολόγων της, που αποτελούν τον δείκτη αναφοράς, να αυξάνεται κατά 34 μονάδες βάσης σε μηνιαία βάση, φτάνοντας στο 3,5%, επίπεδο που συνιστά υψηλό 17 ετών. Ακόμη μεγαλύτερες ήταν οι αυξήσεις σε άλλες μεγάλες οικονομίες: στη Γαλλία οι αποδόσεις των 10ετών τίτλων ανέβηκαν 46 μονάδες βάσης στο 4,44%, στην Ιταλία 43 μονάδες βάσης στο 4,38%, ενώ στη Βρετανία η άνοδος έφτασε τις 41 μονάδες βάσης, διαμορφώνοντας την απόδοση στο 5,37%, το υψηλότερο επίπεδο μεταξύ των χωρών της G7.

Η ελληνική εξαίρεση και οι λόγοι ανθεκτικότητας

Μέσα σε αυτό το διεθνές κλίμα, το κόστος δανεισμού της Ελλάδας αυξήθηκε με αισθητά μικρότερη ένταση σε σχέση με τις τρεις μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες. Συγκεκριμένα, η απόδοση των 10ετών κρατικών ομολόγων σημείωσε άνοδο 40 μονάδων βάσης στο 4,24% σε μηνιαία βάση, σύμφωνα με στοιχεία του Bloomberg. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται στην έντονα πτωτική πορεία του δημόσιου χρέους, η οποία έχει οδηγήσει σε διαδοχικές αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής αξιολόγησης της χώρας από διεθνείς οίκους.

Χαρακτηριστική είναι η πρόσφατη κίνηση του καναδικού οίκου DBRS, ο οποίος αναβάθμισε σε θετικές από σταθερές τις προοπτικές του ελληνικού αξιόχρεου στη βαθμίδα BBB, εκτιμώντας ότι η αποκλιμάκωση του ελληνικού χρέους θα συνεχιστεί παρά τη διεθνή άνοδο των αποδόσεων των ομολόγων.

Τα δομικά αίτια της παγκόσμιας αύξησης του κόστους δανεισμού

Η άνοδος του κόστους δανεισμού σε παγκόσμιο επίπεδο δεν είναι συγκυριακή. Τροφοδοτείται από την άνοδο του πληθωρισμού και τη δεινή δημοσιονομική κατάσταση μεγάλων οικονομιών, με προεξάρχουσες τις ΗΠΑ, τη Γαλλία και τη Βρετανία. Στις ΗΠΑ, τα υψηλά ελλείμματα του προϋπολογισμού συνεχίζονται επί χρόνια μετά την πανδημία. Το 2026, πέντε χρόνια μετά την κρίση του κορονοϊού, τα ελλείμματα κινούνται στο 6% του ΑΕΠ, προκαλώντας έντονη ανησυχία στους επενδυτές, καθώς το δημόσιο χρέος αυξάνεται ανεξέλεγκτα, φτάνοντας τον περασμένο μήνα τα 40 τρισεκατομμύρια δολάρια ή το 126% του ΑΕΠ. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ΗΠΑ χρηματοδοτούν το μεγαλύτερο μέρος του χρέους τους μέσω της αγοράς ομολόγων, η οποία έχει φτάσει στα 32 τρισεκατομμύρια δολάρια.

Ο Αμερικανός Υπουργός Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, υποστήριξε ότι το χρέος δεν είναι ανησυχητικό και ότι θα μειωθεί μέσω της ανάπτυξης της οικονομίας, θέση την οποία οι αγορές αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό. Η αύξηση του κόστους δανεισμού τα τελευταία χρόνια, σε αντίθεση με τα μηδενικά επιτόκια της περιόδου του κορονοϊού, εντείνει το πρόβλημα, καθώς ενισχύει τη δυναμική του χρέους. Οι δαπάνες για τόκους εξυπηρέτησης του αμερικανικού χρέους έχουν ξεπεράσει το 1 τρισεκατομμύριο δολάρια το 2026 και αποτελούν πλέον το μεγαλύτερο κονδύλι στον κρατικό προϋπολογισμό.

Ανάλογη είναι η εικόνα και στους προϋπολογισμούς της Βρετανίας και της Γαλλίας, οι οποίες δαπανούν περισσότερα για τόκους απ' ό,τι για την άμυνά τους. Στη Βρετανία, το έλλειμμα στον προϋπολογισμό διαμορφώθηκε στο 4,3% το 2025 και το χρέος φτάνει στο 94% του ΑΕΠ. Στη Γαλλία, ο φόβος ότι μπορεί να μην ψηφιστεί προϋπολογισμός για το επόμενο έτος, όπου θα διεξαχθούν εκλογές τον ερχόμενο Απρίλιο και Μάιο, κρατά τις αγορές σε επιφυλακή. Οι επενδυτές έχουν ούτως ή άλλως στοχοποιήσει τη χώρα μετά τις εκλογές του 2024, οι οποίες τριχοτόμησαν τη Βουλή, οδηγώντας σε έντονη πολιτική αστάθεια. Το έλλειμμα της Γαλλίας παραμένει κοντά στο 5% του ΑΕΠ και το 2026, ενώ το χρέος της πλησιάζει το 120% του ΑΕΠ.

Γεωπολιτικές εντάσεις και νομισματική πολιτική

Το αδιέξοδο στον πόλεμο ΗΠΑ-Ιράν και η επανάληψη των εχθροπραξιών στον Περσικό Κόλπο προδιαθέτουν για μεγαλύτερη διάρκεια του ενεργειακού σοκ, με τις αγορές να αναμένουν ότι οι κεντρικές τράπεζες θα αυξήσουν τα επιτόκιά τους για να επαναφέρουν τον πληθωρισμό στον στόχο του 2%. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αύξησε ήδη την Πέμπτη, για δεύτερη φορά εφέτος, το βασικό της επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων κατά 25 μονάδες βάσης στο 2,5%, εκτιμώντας ότι ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή θα κρατήσει τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη πάνω από το 2% και το 2027. Οι νεότερες προβλέψεις της δείχνουν ότι ο πληθωρισμός θα κινηθεί στο 3% σε μέσα επίπεδα το 2026 και στο 2,5% το 2027 για να μειωθεί στο 2,1% το 2028. Οι αγορές δίνουν επίσης αυξημένη πιθανότητα για αύξηση του επιτοκίου της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ, το οποίο έχει μείνει σταθερό στο 3,5% - 3,75% από την αρχή του 2026.

Ένας ακόμη παράγοντας που έχει οδηγήσει σε υψηλά επίπεδα τις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων είναι η μαζική στροφή επιχειρήσεων, που εστιάζουν στην τεχνητή νοημοσύνη, σε δανεισμό από τις κεφαλαιαγορές για τη χρηματοδότηση των επενδύσεών τους, ύψους πολλών εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων.