29 Ιουλίου 2026

Email του NIH εκθέτουν την ηγεσία: Η επιστήμη στη σκιά της εμβολιαστικής πολιτικής

Εσωτερικά email του Εθνικού Ινστιτούτου Υγείας των ΗΠΑ (NIH), τα οποία δημοσιοποιήθηκαν έπειτα από δικαστική διαδικασία πρόσβασης σε δημόσια έγγραφα, φέρνουν ξανά στο προσκήνιο τον τρόπο με τον οποίο η ηγεσία του οργανισμού αντιμετώπισε πρώιμες αναφορές νευρολογικών προβλημάτων μετά τον εμβολιασμό κατά της COVID-19.

Η αλληλογραφία αφορά έρευνα του νευρολόγου και ανώτερου ερευνητή του NIH, Avindra Nath, ο οποίος είχε εξετάσει ασθενείς που ανέφεραν την εμφάνιση νευροπαθητικών και αυτόνομων συμπτωμάτων σε χρονική εγγύτητα με τον εμβολιασμό.

Τα έγγραφα δείχνουν ότι κορυφαία στελέχη του NIH, μεταξύ των οποίων οι Φράνσις Κόλινς, Λόρενς Τάμπακ και Άντονι Φάουτσι, ενημερώθηκαν για το υπό επεξεργασία χειρόγραφο και συζήτησαν τις επιστημονικές αδυναμίες του, καθώς και τις πιθανές επιπτώσεις που θα είχε η δημοσιοποίησή του στην εμπιστοσύνη απέναντι στα εμβόλια.

Η αλληλογραφία δεν αποδεικνύει ότι δόθηκε ρητή εντολή από τον Φάουτσι ή τον Κόλινς να εγκαταλειφθεί η μελέτη. Αποκαλύπτει, όμως, ότι η ανώτατη διοίκηση δεν εξέταζε μόνο την επιστημονική επάρκεια των στοιχείων. Στη συζήτηση εμφανίζεται ως βασική ανησυχία και ο κίνδυνος ενίσχυσης του εμβολιαστικού δισταγμού και της δημόσιας αντιπαράθεσης.

Η μελέτη του Nath και οι πρώτες αναφορές

Ο Avindra Nath και η ερευνητική ομάδα του άρχισαν να αξιολογούν ανθρώπους που εμφάνισαν νευρολογικά συμπτώματα μετά τη χορήγηση εμβολίου κατά της COVID-19. Σε εσωτερικές επικοινωνίες του 2021 γινόταν λόγος για δεκάδες παραπομπές ασθενών και για περιστατικά που χρονικά ακολουθούσαν τον εμβολιασμό.

Ο Nath απέστειλε τον Απρίλιο του 2021 προσχέδιο εργασίας στον τότε διευθυντή του Εθνικού Ινστιτούτου Νευρολογικών Διαταραχών και Εγκεφαλικών Επεισοδίων, Walter Koroshetz. Κεντρικό στοιχείο του χειρογράφου ήταν η εκτίμηση ότι η έγκαιρη αναγνώριση ορισμένων περιστατικών και η θεραπεία με κορτικοστεροειδή ενδέχεται να οδηγούσαν σε σημαντική βελτίωση των συμπτωμάτων.

Ο Koroshetz ενημέρωσε τον Άντονι Φάουτσι ότι υπήρχε μια σταθερή ροή αναφορών για μετεμβολιαστικές νευρολογικές καταστάσεις, κυρίως διαταραχές των περιφερικών νεύρων και σπανιότερα προβλήματα που αφορούσαν τον νωτιαίο μυελό.

Η διατύπωσή του παρέμενε επιφυλακτική. Αναγνώριζε τη χρονική σχέση των συμπτωμάτων με τον εμβολιασμό, υπογράμμιζε όμως ότι ήταν δύσκολο να αποκλειστεί η πιθανότητα τα περιστατικά να ήταν συμπτωματικά και να μην οφείλονταν στα εμβόλια.

Αυτό το σημείο είναι κρίσιμο. Η χρονική εμφάνιση ενός προβλήματος μετά από έναν εμβολιασμό δεν αποδεικνύει από μόνη της αιτιώδη σύνδεση. Απαιτείται σύγκριση με τον αναμενόμενο αριθμό αντίστοιχων περιστατικών στον γενικό πληθυσμό, συστηματική καταγραφή, κατάλληλη ομάδα ελέγχου και επαρκές δείγμα.

Σε μεταγενέστερη μορφή της εργασίας, η οποία αναρτήθηκε ως προδημοσίευση τον Μάιο του 2022, εξετάστηκαν 23 ασθενείς που ανέφεραν νέα νευροπαθητικά συμπτώματα εντός ενός μήνα από τον εμβολιασμό. Σε 12 από αυτούς καταγράφηκαν αντικειμενικά στοιχεία συμβατά με νευροπάθεια μικρών ινών.

Η ερευνητική ομάδα ανέφερε επίσης βελτίωση σε ορισμένους ασθενείς που έλαβαν κορτικοστεροειδή ή ενδοφλέβια ανοσοσφαιρίνη. Οι συγγραφείς κατέληξαν ότι τα ευρήματα υποδήλωναν πιθανή ανοσολογική διαδικασία σε μέρος των περιστατικών, χωρίς να υποστηρίζουν ότι είχαν αποδείξει γενικευμένη αιτιώδη σχέση ανάμεσα στα εμβόλια και στις νευρολογικές παθήσεις.

Το μικρό δείγμα, ο παρατηρητικός χαρακτήρας της εργασίας, η επιλογή ασθενών που είχαν ήδη συμπτώματα και η απουσία κατάλληλης ομάδας ελέγχου περιόριζαν σημαντικά τη δυνατότητα εξαγωγής γενικών συμπερασμάτων για τη συχνότητα ή τον κίνδυνο εμφάνισης τέτοιων προβλημάτων.

Οι παρεμβάσεις Κόλινς και Τάμπακ

Η συζήτηση πήρε διαφορετική διάσταση όταν το χειρόγραφο διαβιβάστηκε στον τότε διευθυντή του NIH, Φράνσις Κόλινς, και στον αναπληρωτή του, Λόρενς Τάμπακ. Στην αλληλογραφία αναφερόταν επίσης ότι η εργασία είχε απορριφθεί από το New England Journal of Medicine.

Ο Κόλινς έθεσε εύλογα επιστημονικά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο είχαν παραπεμφθεί οι ασθενείς στην ομάδα του Nath. Χωρίς σαφή μηχανισμό παραπομπής και χωρίς δεδομένα για τη συχνότητα των περιστατικών, δεν μπορούσε να εκτιμηθεί αν επρόκειτο για σπάνιο φαινόμενο ή για πρόβλημα ευρύτερης έκτασης.

Στη συνέχεια χαρακτήρισε την προσέγγιση της ομάδας ιδιαιτέρως προβληματική, υποστηρίζοντας ότι η συγκέντρωση μεμονωμένων περιστατικών και η προσπάθεια οικοδόμησης μιας γενικότερης υπόθεσης δεν αποτελούσαν επαρκώς πειστική επιστημονική μέθοδο.

Η παρέμβασή του δεν περιορίστηκε στην αξιολόγηση της μεθοδολογίας. Ο Κόλινς προειδοποίησε ότι η δημοσίευση μπορούσε να τροφοδοτήσει τον «δισταγμό για τα εμβόλια» και την υπερβολική αντίδραση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Ακόμη πιο αιχμηρή ήταν η ιδιωτική αντίδραση του Λόρενς Τάμπακ, ο οποίος διερωτήθηκε γιατί ο Koroshetz δεν σταματούσε τη συγκεκριμένη προσπάθεια. Η φράση αυτή δημιουργεί σοβαρό ζήτημα για τα όρια ανάμεσα στον αυστηρό επιστημονικό έλεγχο και στην άσκηση διοικητικής πίεσης πάνω σε μια ευαίσθητη έρευνα.

Η επιστημονική κριτική ήταν απαραίτητη, καθώς το αρχικό υλικό παρουσίαζε εμφανείς περιορισμούς. Η ανησυχία, όμως, για τον επικοινωνιακό αντίκτυπο μιας μελέτης δεν μπορεί να αποτελεί κριτήριο για τη διακοπή ή την απόκρυψη μιας ερευνητικής διαδικασίας.

Όταν μια δημόσια υγειονομική υπηρεσία φοβάται περισσότερο τον πολιτικό και επικοινωνιακό αντίκτυπο των δεδομένων από την ανάγκη πλήρους διερεύνησής τους, η εμπιστοσύνη δεν προστατεύεται. Υπονομεύεται.

Τα email δεν τεκμηριώνουν ότι οι Φάουτσι, Κόλινς και Τάμπακ απαγόρευσαν επίσημα τη δημοσίευση. Δεν επιτρέπουν επίσης το συμπέρασμα ότι αποδείχθηκε μια μεγάλης κλίμακας συγκάλυψη νευρολογικών βλαβών. Καταγράφουν, όμως, μια διοικητική κουλτούρα στην οποία η προστασία της εμβολιαστικής πολιτικής συνυπήρχε με την αξιολόγηση των επιστημονικών στοιχείων.

Η εργασία δεν δημοσιεύθηκε τελικά σε επιστημονικό περιοδικό με διαδικασία αξιολόγησης από ομοτίμους. Αναρτήθηκε ως προδημοσίευση τον Μάιο του 2022, περίπου έναν χρόνο μετά την πρώτη εσωτερική συζήτηση.

Η καθυστέρηση δεν αποδεικνύει από μόνη της οργανωμένη λογοκρισία. Σε συνδυασμό, ωστόσο, με τα σχόλια της ηγεσίας του NIH και την αναφορά στην ανάγκη αποφυγής του εμβολιαστικού δισταγμού, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για το κατά πόσο η έρευνα ενθαρρύνθηκε, περιορίστηκε ή εγκαταλείφθηκε υπό διοικητική πίεση.

Ασθενείς που είχαν εξεταστεί από την ομάδα του Nath έχουν καταγγείλει ότι η επικοινωνία και η παρακολούθησή τους διακόπηκαν χωρίς επαρκείς εξηγήσεις. Η συνταξιούχος γιατρός Danice Hertz υποστήριξε ότι οι νέες αποκαλύψεις ενίσχυσαν την πεποίθησή της πως η απομάκρυνση των ασθενών από την ερευνητική ομάδα δεν ήταν τυχαία.

Η δήλωση μιας ασθενούς αποτελεί προσωπική μαρτυρία και όχι απόδειξη διοικητικής εντολής. Η υπόθεση απαιτεί την πλήρη δημοσιοποίηση της αλληλογραφίας, των πρωτοκόλλων, των αποφάσεων της υπηρεσίας και των λόγων για τους οποίους σταμάτησε η κλινική παρακολούθηση.

Οι αποκαλύψεις αφορούν άμεσα και την Ελλάδα, όπου εκατομμύρια πολίτες εμβολιάστηκαν στο πλαίσιο της πανδημικής εκστρατείας. Η ασφάλεια των εμβολίων δεν διασφαλίζεται με την αποσιώπηση κάθε δυσάρεστου δεδομένου ούτε με τη μετατροπή περιορισμένων παρατηρήσεων σε βεβαιότητες μαζικής βλάβης.

Η δημόσια υγεία απαιτεί ανοιχτή καταγραφή των ανεπιθύμητων ενεργειών, ανεξάρτητη αξιολόγηση, συνεχή φαρμακοεπαγρύπνηση και καθαρή ενημέρωση για όσα είναι γνωστά, όσα παραμένουν αβέβαια και όσα χρειάζονται περαιτέρω έρευνα.

Η πραγματική προστασία της εμπιστοσύνης δεν επιτυγχάνεται με τον φόβο ότι μια μελέτη θα προκαλέσει αντιδράσεις. Επιτυγχάνεται όταν οι αρχές επιτρέπουν στους ερευνητές να εξετάζουν ακόμη και τα πιο δυσάρεστα ενδεχόμενα, χωρίς πολιτικές παρεμβάσεις και επικοινωνιακές σκοπιμότητες.

Η υπόθεση των email του NIH δεν κλείνει τη συζήτηση για τις νευρολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες μετά τον εμβολιασμό. Αντιθέτως, επιβάλλει πλήρη διερεύνηση, πρόσβαση στα πρωτογενή δεδομένα και λογοδοσία για κάθε απόφαση που ενδέχεται να περιόρισε την ανεξάρτητη επιστημονική έρευνα.