Σήμερα Γιορτάζουν:

ΕΥΘΑΛΙΑ

ΤΡΩΑΔΙΟΣ

Ενεργειακή φτώχεια στην Ελλάδα: Πάνω από 5 στις 10 κατοικίες στις χαμηλές κλάσεις

Η ενεργειακή απόδοση των κατοικιών αποτελεί κρίσιμο δείκτη για την ποιότητα ζωής, το κόστος διαβίωσης και τη κοινωνική ανθεκτικότητα των νοικοκυριών. Η απόδοση δεν αφορά μόνο την κατανάλωση ενέργειας ή το ύψος των λογαριασμών, αλλά συνδέεται άμεσα με τη δυνατότητα των κατοίκων να ζουν σε θερμικά επαρκείς και λειτουργικά ασφαλείς χώρους με σταθερές συνθήκες άνεσης.

Τα πρόσφατα στοιχεία από τα Πιστοποιητικά Ενεργειακής Απόδοσης (ΠΕΑ) των κατοικιών αναδεικνύουν τη δομική υστέρηση του ελληνικού κτιριακού αποθέματος. Οι χαμηλές ενεργειακές κλάσεις επικρατούν, αποτυπώνοντας παλαιότητα, έλλειψη θερμομόνωσης και περιορισμένες αναβαθμίσεις. Το 2024, μόλις το 18,71% των κατοικιών κατατάσσονται στις υψηλές ενεργειακές κατηγορίες Α+, Α, Β+ και Β. Το 2025 το ποσοστό αυτό διαμορφώνεται στο 17%, επιβεβαιώνοντας τη μικρή παρουσία σύγχρονων ενεργειακά αποδοτικών κατοικιών.

Την ίδια στιγμή, οι χαμηλότερες κατηγορίες Ε, Ζ και Η συγκεντρώνουν το 53,25% των κατοικιών το 2024 και το 55,23% το 2025. Περισσότερες από 5 στις 10 κατοικίες βρίσκονται σε ενεργειακά επιβαρυμένες κατηγορίες, με αυξημένο κόστος λειτουργίας και σημαντική έκθεση σε ενεργειακή φτώχεια. Η αύξηση των ποσοστών αυτών το 2025 δείχνει ότι πολύ παλαιά και προβληματικά κτίρια συνεχίζουν να εισέρχονται στη διαδικασία πιστοποίησης χωρίς ουσιαστική ενεργειακή αναβάθμιση.

Η ανάλυση μεγαλύτερου δείγματος 2.535.911 ΠΕΑ επιβεβαιώνει την ίδια εικόνα. Οι υψηλές ενεργειακές κλάσεις καλύπτουν μόνο ένα περιορισμένο τμήμα του αποθέματος, ενώ η κατηγορία Η καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό (34,13%). Ακολουθούν οι κατηγορίες Δ (16,63%), Ε (15,16%) και Ζ (14,78%). Συνολικά, δύο στις τρεις κατοικίες εντάσσονται στις χαμηλότερες ενεργειακές κατηγορίες Ε-Η.

Η ενεργειακή κατάταξη επηρεάζει άμεσα και την αξία πώλησης. Κατοικίες υψηλής ενεργειακής απόδοσης (Α-Β) καταγράφουν προσαύξηση 10%-20% στην τιμή πώλησης, ενώ οι μεσαίες κατηγορίες (Γ-Δ) κινούνται κοντά στον μέσο όρο ή εμφανίζουν ήπιες μειώσεις -5% έως -10%. Στις χαμηλότερες κατηγορίες (Ε-Η), οι τιμές πώλησης μειώνονται έως -30%, λόγω υψηλού κόστους θέρμανσης, μειωμένης άνεσης και ενεργειακής αβεβαιότητας.

Η ενεργειακή απόδοση συνδέεται επίσης με το έτος κατασκευής των κατοικιών. Το παλαιότερο κτιριακό απόθεμα συγκεντρώνει τις χαμηλότερες επιδόσεις, ενώ οι νεότερες κατασκευές, ειδικά μετά την εφαρμογή του ΚΕΝΑΚ το 2010, παρουσιάζουν βελτιωμένη ενεργειακή εικόνα.

Συνοπτικά, οι ενεργειακές κλάσεις αποτυπώνουν την καθημερινή εμπειρία των νοικοκυριών:

Α-Β: σταθερή θερμοκρασία, χαμηλό κόστος και ενεργειακή ασφάλεια.

Γ-Δ: αυξημένες ενεργειακές ανάγκες και υψηλότερο κόστος λειτουργίας.

Ε-Η: έντονη ενεργειακή φτώχεια, υψηλές απώλειες θερμότητας, μειωμένη άνεση και αυξημένη κοινωνική έκθεση.

Η ενεργειακή απόδοση των κατοικιών δεν αποτελεί μόνο τεχνικό χαρακτηριστικό αλλά κεντρικό παράγοντα για τη διαμόρφωση της αξίας τους και της κοινωνικής δυναμικής στην αγορά ακινήτων.