Επιφυλάξεις Ιταλίας-Γαλλίας για κυρώσεις ΕΕ
πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου
- Ιταλία και Γαλλία αντιτίθενται σε πρόταση της ΕΕ για απαγόρευση εισόδου πρώην Ρώσων μαχητών.
- Οι δύο χώρες φοβούνται ότι η πρόταση μπορεί να οδηγήσει σε γενικευμένη απαγόρευση για όλους τους Ρώσους πολίτες.
- Υποστηρίζουν ότι η ταξιδιωτική απαγόρευση πρέπει να αντιμετωπιστεί μέσω πολιτικής θεωρήσεων, όχι κυρώσεων.
- Το 21ο πακέτο κυρώσεων περιλαμβάνει και μέτρα για το πλαφόν στο ρωσικό πετρέλαιο.
Σε μια κρίσιμη καμπή των ευρωπαϊκών διπλωματικών διεργασιών, η Ιταλία και η Γαλλία εκφράζουν έντονες επιφυλάξεις σχετικά με την τελευταία πρόταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την επιβολή νέων περιοριστικών μέτρων κατά της Ρωσίας. Σύμφωνα με πληροφορίες που μεταδίδει το Bloomberg, επικαλούμενο πρόσωπα με γνώση των διαβουλεύσεων, οι δύο χώρες αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό το ενδεχόμενο απαγόρευσης εισόδου στο έδαφος της Ένωσης για πρώην Ρώσους μαχητές.
Η συγκεκριμένη πρόταση αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του 21ου πακέτου κυρώσεων που η ΕΕ σχεδιάζει να επιβάλει στη Μόσχα, ως απάντηση στη συνεχιζόμενη πλήρους κλίμακας εισβολή στην Ουκρανία. Το πακέτο αυτό αναμένεται να τεθεί επί τάπητος στη σύνοδο των κρατών-μελών την προσεχή Παρασκευή, με τις διαφωνίες να έχουν ήδη αρχίσει να διαφαίνονται. Η Ρώμη και το Παρίσι, αν και δεν απορρίπτουν κατηγορηματικά την ιδέα αποκλεισμού πρώην στρατιωτικών, εκφράζουν την ανησυχία τους ότι η διατύπωση της πρότασης ενδέχεται να δημιουργήσει ένα επικίνδυνο προηγούμενο. Ο φόβος τους εστιάζεται στο ενδεχόμενο η συγκεκριμένη διάταξη να αποτελέσει τον προάγγελο μιας γενικευμένης και αδιαφοροποίητης απαγόρευσης εισόδου για το σύνολο των Ρώσων πολιτών, κάτι που θα είχε σημαντικές πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις.
Παράλληλα, οι δύο χώρες προβάλλουν ένα ουσιαστικό επιχείρημα διαδικαστικής φύσεως. Υποστηρίζουν ότι μια τόσο στοχευμένη ταξιδιωτική απαγόρευση θα ήταν ορθότερο να αντιμετωπιστεί μέσω της κοινής πολιτικής θεωρήσεων της Ένωσης και όχι μέσω του καθεστώτος κυρώσεων, το οποίο έχει διαφορετικό νομικό υπόβαθρο και διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Αυτή η διάσταση απόψεων αναδεικνύει τις πολυπλοκότητες που διέπουν τη χάραξη μιας ενιαίας ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής, ειδικά σε ζητήματα που άπτονται της εθνικής κυριαρχίας και της μεταναστευτικής πολιτικής.
Οι συζητήσεις αυτές εντάσσονται σε ένα ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο, όπου η ΕΕ επιδιώκει να εντείνει την πίεση προς τη Μόσχα, με απώτερο στόχο να την οδηγήσει σε ουσιαστικές διαπραγματεύσεις. Στις Βρυξέλλες εκτιμούν ότι η βελτίωση της θέσης της Ουκρανίας στο πεδίο της μάχης δημιουργεί ένα παράθυρο ευκαιρίας για διπλωματικές κινήσεις. Παράλληλα με τις κυρώσεις, Ευρωπαίοι ηγέτες, σε συντονισμό με τις Ηνωμένες Πολιτείες, επαναφέρουν στο τραπέζι το ενδεχόμενο έναρξης ειρηνευτικών συνομιλιών, καθιστώντας το πακέτο κυρώσεων ένα πολυδιάστατο διπλωματικό εργαλείο.
Ωστόσο, το νέο πακέτο δεν περιορίζεται μόνο στο ζήτημα των ταξιδιωτικών περιορισμών. Περιλαμβάνει μια σειρά από μέτρα που στοχεύουν στην περαιτέρω αποδυνάμωση της ρωσικής οικονομίας, όπως η προσωρινή αναστολή του πλαφόν στην τιμή του ρωσικού πετρελαίου, ο περιορισμός των ενεργειακών εσόδων της Μόσχας και η επιβολή μέτρων κατά τραπεζών, εταιρειών κρυπτονομισμάτων και δεξαμενόπλοιων που διευκολύνουν την παράκαμψη των υφιστάμενων κυρώσεων. Παρ' όλα αυτά, η πρόταση έχει ήδη συναντήσει αρκετά εμπόδια, με την Ιταλία και τη Γαλλία να επισημαίνουν ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα: η ευθύνη για τον προσδιορισμό του ποιος έχει υπηρετήσει ως μαχητής και ποιος όχι μετακυλίεται στα κράτη-μέλη, ένα έργο εξαιρετικά δύσκολο και αμφιλεγόμενο στην πράξη.
Ένα ακόμη σημείο τριβής αποτελεί η διαχείριση του μηχανισμού πλαφόν στην τιμή του ρωσικού πετρελαίου. Οι τρέχουσες υψηλές τιμές στην παγκόσμια αγορά έχουν περιπλέξει την κατάσταση. Υπενθυμίζεται ότι πέρυσι η ΕΕ υιοθέτησε έναν δυναμικό μηχανισμό, σύμφωνα με τον οποίο το ρωσικό αργό πετρέλαιο τύπου Urals θα πωλείται με έκπτωση 15% σε σχέση με τη μέση τιμή της αγοράς. Ωστόσο, η κρίση με το Ιράν εκτίναξε τις τιμές των καυσίμων, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με προηγούμενο δημοσίευμα του Bloomberg, το κυμαινόμενο πλαφόν να μπορεί να αυξηθεί τουλάχιστον στα 65 δολάρια ανά βαρέλι μετά την αναθεώρηση του Ιουλίου. Αυτό το επίπεδο είναι υψηλότερο από το προηγούμενο όριο των 60 δολαρίων και πολύ πάνω από το τρέχον επίπεδο των 44,10 δολαρίων. Αξιωματούχοι εξετάζουν τώρα δύο εναλλακτικές λύσεις: είτε να "παγώσουν" το πλαφόν στο σημερινό του επίπεδο είτε να το επαναφέρουν στα 60 δολάρια ανά βαρέλι. Οι ναυτιλιακές χώρες, ωστόσο, εκφράζουν σοβαρές επιφυλάξεις για αυτές τις προτάσεις, ενώ οι τιμές του πετρελαίου έχουν ήδη υποχωρήσει μετά τη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, προσθέτοντας μια ακόμη διάσταση αβεβαιότητας στις διαπραγματεύσεις.
Πιο Δημοφιλή
Σορός σε σύστημα προσγείωσης αεροσκάφους
Αγγέλου: Τι πληρώνουν οι επαναλήψεις σειρών
Πιο Πρόσφατα
Μπουλέκος: Ο ΣΥΡΙΖΑ σε πολιτική απομόνωση
ΔΝΤ: Ισχυρή ανάπτυξη στις ΗΠΑ, πληθωρισμός στο 2% το 2027
Επίθεση Καρυστιανού για το ένταλμα Αβραμόπουλου