Έρευνα 14 ετών: Ποια συντηρητικά τροφίμων συνδέθηκαν με αυξημένο κίνδυνο καρκίνου
Τα ράφια των σούπερ μάρκετ είναι γεμάτα τρόφιμα με λίστες συστατικών που συχνά μοιάζουν περισσότερο με χημικό κατάλογο παρά με απλή περιγραφή ενός προϊόντος. Συντηρητικά προστίθενται στο ψωμί για να καθυστερήσουν την ανάπτυξη μούχλας, στα αλλαντικά για να διατηρούν την εμφάνισή τους και σε δεκάδες ακόμη τρόφιμα ώστε να παραμένουν ασφαλή και εμπορεύσιμα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Η χρήση τους έχει ενσωματωθεί πλήρως στη σύγχρονη διατροφή, καθώς συνδέεται άμεσα με την ευκολία, τη μακρύτερη διάρκεια ζωής των προϊόντων και τη δυνατότητα μεταφοράς και αποθήκευσης τροφίμων για πολλές ημέρες ή εβδομάδες.
Το κρίσιμο ζήτημα, ωστόσο, είναι ότι δεν φαίνεται να έχουν όλα τα συντηρητικά το ίδιο προφίλ. Παρότι συχνά αντιμετωπίζονται ως μία ενιαία κατηγορία, υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ τους ως προς τη χημική σύνθεση, τον τρόπο χρήσης και τις πιθανές επιπτώσεις στην υγεία.
Μεγάλη διατροφική μελέτη που παρακολούθησε περισσότερους από 105.000 ενήλικες για μεγάλο χρονικό διάστημα εξέτασε ειδικά την κατανάλωση 17 διαφορετικών συντηρητικών και τη συσχέτισή τους με νέες διαγνώσεις καρκίνου.
Η έρευνα επιχείρησε να απαντήσει σε ένα ερώτημα που μέχρι σήμερα παρέμενε αρκετά γενικό: ποια συγκεκριμένα πρόσθετα εμφανίζουν μεγαλύτερη συσχέτιση με αυξημένο κίνδυνο και ποια δεν φαίνεται να προκαλούν αντίστοιχη ανησυχία.
Πώς παρακολουθήθηκαν περισσότεροι από 105.000 ενήλικες
Η μελέτη αξιοποίησε δεδομένα της γαλλικής NutriNet-Santé, μιας μεγάλης και συνεχιζόμενης ερευνητικής βάσης που συλλέγει αναλυτικές πληροφορίες για τη διατροφή και την υγεία από το 2009.
Το στοιχείο που διαφοροποιεί τη συγκεκριμένη έρευνα είναι ο βαθμός λεπτομέρειας στις διατροφικές καταγραφές. Οι συμμετέχοντες δεν δήλωναν απλώς ότι κατανάλωσαν ψωμί, γιαούρτι ή κάποιο συσκευασμένο σνακ. Κατέγραφαν επανειλημμένα μέσα στη διάρκεια της μελέτης όσα είχαν φάει σε περίοδο 24 ωρών, ακόμη και τις συγκεκριμένες μάρκες των προϊόντων.
Η πληροφορία αυτή ήταν κρίσιμη, επειδή δύο προϊόντα της ίδιας κατηγορίας μπορεί να έχουν εντελώς διαφορετική σύνθεση. Ένα ψωμί, για παράδειγμα, μπορεί να περιέχει σορβικό κάλιο, ενώ ένα άλλο προϊόν παρόμοιου τύπου να μην χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο συντηρητικό.
Οι ερευνητές συνέδεσαν τις διατροφικές καταγραφές με βάσεις δεδομένων που περιλαμβάνουν αναλυτικά στοιχεία για τη σύνθεση των τροφίμων. Παράλληλα πραγματοποιήθηκαν και εργαστηριακές αναλύσεις σε συχνά καταναλισκόμενα προϊόντα, ώστε να εκτιμηθεί με μεγαλύτερη ακρίβεια η πραγματική έκθεση κάθε συμμετέχοντα στα συγκεκριμένα πρόσθετα.
Στη συνέχεια παρακολουθήθηκαν οι νέες διαγνώσεις καρκίνου για μέσο χρονικό διάστημα περίπου 7,5 ετών.
Για να περιοριστεί η πιθανότητα τα αποτελέσματα να επηρεάζονται από άλλες μεταβλητές, οι επιστήμονες προσάρμοσαν τα στατιστικά τους μοντέλα λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες όπως η ηλικία, το φύλο, το μορφωτικό επίπεδο, το κάπνισμα, η κατανάλωση αλκοόλ, η άσκηση, το οικογενειακό ιστορικό καρκίνου και η συνολική ποιότητα της διατροφής.
Τα αποτελέσματα δεν έδειξαν ότι όλα τα συντηρητικά συνδέονται με τον ίδιο κίνδυνο. Αντίθετα, ορισμένες ουσίες εμφάνισαν ισχυρότερες στατιστικές συσχετίσεις από άλλες.
Μεταξύ αυτών ήταν το σορβικό κάλιο και τα θειώδη, ουσίες που χρησιμοποιούνται σε διάφορα τρόφιμα και ποτά, όπως αρτοσκευάσματα, τυριά και κρασί.
Στη συγκεκριμένη ανάλυση, η υψηλότερη κατανάλωσή τους συσχετίστηκε με περίπου 14% υψηλότερο κίνδυνο καρκίνου συνολικά και με περίπου 26% υψηλότερο κίνδυνο καρκίνου του μαστού.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στο νιτρώδες νάτριο, ένα πρόσθετο που χρησιμοποιείται ευρέως σε επεξεργασμένα κρέατα. Μεταξύ των ατόμων με τη μεγαλύτερη πρόσληψη καταγράφηκε συσχέτιση με περίπου 32% υψηλότερο κίνδυνο καρκίνου του προστάτη.
Αυξημένες, αν και πιο περιορισμένες, συσχετίσεις καταγράφηκαν επίσης για το νιτρικό κάλιο, ορισμένα οξικά άλατα και το ερυθορβικό νάτριο.
Τα συγκεκριμένα ευρήματα δείχνουν συσχετίσεις και όχι απόδειξη ότι οι ουσίες αυτές προκαλούν από μόνες τους καρκίνο. Η διαφορά είναι ουσιαστική, καθώς στις παρατηρητικές διατροφικές μελέτες μπορούν να συνυπάρχουν πολλοί παράγοντες που επηρεάζουν τον συνολικό κίνδυνο.
Οι ερευνητές εξετάζουν πάντως πιθανούς βιολογικούς μηχανισμούς που θα μπορούσαν να εξηγήσουν μέρος αυτών των αποτελεσμάτων.
Ορισμένα συντηρητικά ενδέχεται να επηρεάζουν μηχανισμούς φλεγμονής ή λειτουργίες του ανοσοποιητικού συστήματος, ενώ άλλα μπορεί υπό συγκεκριμένες συνθήκες να συμμετέχουν στον σχηματισμό ενώσεων με πιθανή καρκινογόνο δράση.
Παράλληλα, εξετάζεται και το ενδεχόμενο ορισμένες πρόσθετες ουσίες να επιδρούν στη σύνθεση και στη λειτουργία του εντερικού μικροβιώματος, το οποίο τα τελευταία χρόνια βρίσκεται στο επίκεντρο της έρευνας για τον μεταβολισμό, τη φλεγμονή και τη συνολική υγεία.
Τι σημαίνουν τα ευρήματα για την καθημερινή διατροφή
Τα αποτελέσματα δεν σημαίνουν ότι κάθε τρόφιμο που περιέχει κάποιο συντηρητικό πρέπει να αποκλειστεί από τη διατροφή. Ούτε ότι μια περιστασιακή κατανάλωση επεξεργασμένου προϊόντος καθορίζει από μόνη της τον μελλοντικό κίνδυνο για την υγεία.
Η πρακτική αξία της μελέτης βρίσκεται περισσότερο στη συχνότητα και στη συνολική έκθεση. Όταν συγκεκριμένα πρόσθετα εμφανίζονται καθημερινά σε πολλά διαφορετικά τρόφιμα, η συνολική κατανάλωσή τους μπορεί να αυξηθεί σημαντικά χωρίς ο καταναλωτής να το αντιλαμβάνεται.
Μια πρώτη κίνηση είναι η μεγαλύτερη έμφαση στα λιγότερο επεξεργασμένα τρόφιμα. Φρούτα, λαχανικά, όσπρια, δημητριακά ολικής άλεσης και ποιοτικές πηγές πρωτεΐνης εξακολουθούν να αποτελούν τη βάση ενός διατροφικού προτύπου που συνδέεται με καλύτερη μακροπρόθεσμη υγεία.
Χρήσιμη μπορεί να είναι επίσης η προσεκτικότερη ανάγνωση των ετικετών. Όταν ουσίες όπως νιτρώδες νάτριο, νιτρικό κάλιο ή θειώδη εμφανίζονται συχνά σε προϊόντα που καταναλώνονται καθημερινά, υπάρχει η δυνατότητα εναλλαγής με αντίστοιχες επιλογές διαφορετικής σύνθεσης.
Η λογική δεν χρειάζεται να είναι απόλυτη. Ένα έτοιμο σνακ, μια μπάρα ή ένα συσκευασμένο ρόφημα δεν καθορίζουν από μόνα τους την υγεία ενός ανθρώπου.
Περισσότερη σημασία έχει το συνολικό διατροφικό μοτίβο και το πόσο συχνά τα επεξεργασμένα προϊόντα αντικαθιστούν τις φρέσκες επιλογές.
Το μαγείρεμα στο σπίτι μπορεί επίσης να περιορίσει την καθημερινή πρόσληψη πρόσθετων ουσιών. Ακόμη και απλά γεύματα, όπως λαχανικά, δημητριακά, σαλάτες, σπιτικά σνακ ή συνδυασμοί φρούτων και ξηρών καρπών, επιτρέπουν μεγαλύτερο έλεγχο στα συστατικά.
Ακόμη και μικρές αλλαγές μέσα στην εβδομάδα μπορούν να μειώσουν τη συνολική έκθεση χωρίς να απαιτούν ακραίες διατροφικές επιλογές.
Η αντικατάσταση ορισμένων συσκευασμένων σνακ με φρέσκα φρούτα, ξηρούς καρπούς ή προετοιμασμένα γεύματα, όπως overnight oats, αποτελεί μια σχετικά απλή παρέμβαση που μπορεί να ενταχθεί στην καθημερινότητα.
Η έρευνα γύρω από τα συντηρητικά συνεχίζεται και πολλές από τις πιθανές επιδράσεις τους στον ανθρώπινο οργανισμό χρειάζονται περαιτέρω διερεύνηση.
Το βασικό συμπέρασμα δεν είναι ότι όλα τα συντηρητικά είναι επικίνδυνα. Είναι ότι δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται όλα ως απολύτως ισοδύναμα. Η συχνότητα κατανάλωσης, η συνολική ποιότητα της διατροφής και η επιλογή λιγότερο επεξεργασμένων τροφίμων παραμένουν οι πιο πρακτικοί τρόποι περιορισμού μιας πιθανώς περιττής έκθεσης.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Το σημείο μηδέν της φωτιάς στη Σίβηρη
Ισχυροί άνεμοι έως 9 μποφόρ το Δεκαπενταύγουστο
Νετανιάχου: Η Βρετανία γίνεται Ισλαμική Δημοκρατία