Σήμερα Γιορτάζουν:

ΠΕΛΑΓΙΑ

8 Οκτωβρίου 2026

Έρευνα PwC: Ικανοποίηση και ανισότητες στην ΤΝ

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Το 64% των Ελλήνων εργαζομένων δηλώνει ικανοποιημένο από την εργασία του, ενώ το 73% αισθάνεται υπερηφάνεια.
  • Η εμπιστοσύνη στους προϊσταμένους πέφτει στο 46% και στην ανώτατη διοίκηση στο 39%.
  • Το 69% των εργαζομένων ανήκει στο "Engine Room", έναντι 56% παγκοσμίως, με περιορισμένα οφέλη από την ΤΝ.
  • Μόνο το 7% είναι "Front-runners" στην Ελλάδα, έναντι 14% παγκοσμίως, συνδυάζοντας σπάνιες δεξιότητες και οφέλη από την ΤΝ.
  • Το 41% έχει πρόσβαση σε πόρους εκπαίδευσης, υπολειπόμενο κατά 10 μονάδες του παγκόσμιου μέσου όρου.

Η έρευνα «Hopes and Fears 2026» της PwC Ελλάδας, στην οποία συμμετείχαν 801 εργαζόμενοι, αποτυπώνει μια σύνθετη εικόνα για την ελληνική αγορά εργασίας: αυξημένη ικανοποίηση από την εργασία, αλλά και σημαντικές ανισότητες στις επαγγελματικές προοπτικές. Καθώς οι ρόλοι και οι απαιτήσεις μετασχηματίζονται ραγδαία, η κατοχή δεξιοτήτων και η δυνατότητα ουσιαστικής αξιοποίησης της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ) αναδεικνύονται σε κρίσιμους παράγοντες για την επαγγελματική εξέλιξη. Η ελληνική έρευνα εντάσσεται στο πλαίσιο της παγκόσμιας έρευνας της PwC, η οποία συγκέντρωσε τις απόψεις 49.364 εργαζομένων σε 48 χώρες και γεωγραφικές περιοχές, προσφέροντας ένα συγκριτικό πλαίσιο ανάλυσης.

Ικανοποίηση και πίεση στην καθημερινότητα

Παρά τις προκλήσεις της καθημερινότητας, το 64% των Ελλήνων εργαζομένων δηλώνει ικανοποιημένο από την εργασία του, ενώ το 73% αισθάνεται υπερηφάνεια για τη δουλειά του και το 66% είναι πρόθυμο να καταβάλει προσπάθεια πέραν των τυπικών υποχρεώσεών του. Ωστόσο, η εμπιστοσύνη προς τους άμεσους προϊσταμένους ανέρχεται στο 46% και προς την ανώτατη διοίκηση στο 39%, σημειώνοντας πτώση πέντε και δύο ποσοστιαίων μονάδων αντίστοιχα σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Το κόστος ζωής επηρεάζει την εργασιακή καθημερινότητα του 72% των ερωτηθέντων, με την αμοιβή να αποτελεί την κορυφαία προτεραιότητα. Εντούτοις, μόλις το 47% θεωρεί ότι αμείβεται δίκαια. Παρά την οικονομική πίεση, μόνο το 33% δηλώνει πιθανό να ζητήσει αύξηση μέσα στον επόμενο χρόνο, έναντι 41% παγκοσμίως, γεγονός που υποδηλώνει μια συγκρατημένη στάση. Επιπλέον, το 46% βίωσε σημαντικές αλλαγές στην εργασία του τον τελευταίο χρόνο: το 38% χρειάστηκε να εφαρμόσει νέες δεξιότητες, το 39% να μάθει νέα εργαλεία και τεχνολογίες, το 35% είδε τις αρμοδιότητές του να μεταβάλλονται, ενώ το 39% αναφέρει αύξηση του φόρτου εργασίας.

Ο κ. Κυριάκος Ανδρέου, Partner, Senior Advisor, Strategy & Markets στην PwC, σχολίασε: «Ένα από τα βασικά μηνύματα της φετινής έρευνας είναι ότι οι Έλληνες εργαζόμενοι προσαρμόζονται γρήγορα, σε πολλές περιπτώσεις ταχύτερα από τους οργανισμούς στους οποίους εργάζονται. Χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο την τεχνητή νοημοσύνη και πιστεύουν στην ικανότητά τους να αποκτούν νέες δεξιότητες. Ωστόσο, οι ευκαιρίες κατάρτισης και επαγγελματικής ανάπτυξης περιορίζονται, ενώ τα οφέλη της ΤΝ κατανέμονται άνισα. Οι επιχειρήσεις χρειάζεται να συμβαδίσουν με την προσπάθεια των εργαζομένων, δίνοντάς τους τα εφόδια και τις ευκαιρίες να εξελιχθούν. Διαφορετικά, μεγαλώνει ο κίνδυνος να διαμορφωθεί ένα ανθρώπινο δυναμικό δύο ταχυτήτων».

Τεχνητή Νοημοσύνη: Οφέλη και ανάγκη επένδυσης σε δεξιότητες

Η καθημερινή χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης συνδέεται με αυξημένη εμπιστοσύνη στη διοίκηση και μεγαλύτερο αίσθημα ασφάλειας για τη θέση εργασίας. Οι τακτικοί χρήστες ΤΝ βλέπουν πιο θετικά τον μακροπρόθεσμο αντίκτυπό της (48% έναντι 26% των περιστασιακών χρηστών) και αισθάνονται πιο σίγουροι για την απόκτηση νέων δεξιοτήτων (70% έναντι 46%). Στο σύνολο των εργαζομένων, η αυτοπεποίθηση για μάθηση φτάνει το 58%, αλλά η πρόσβαση στους απαραίτητους πόρους εκπαίδευσης και ανάπτυξης ανέρχεται μόλις στο 41%, υπολειπόμενη κατά δέκα ποσοστιαίες μονάδες του παγκόσμιου μέσου όρου. Τα κίνητρα στους οργανισμούς επικεντρώνονται κυρίως στην αποφυγή λαθών και ελαχιστοποίηση του ρίσκου (37%) και στην τήρηση κανόνων και διαδικασιών (32%), ενώ μόνο το 6% αναφέρει ότι επιβραβεύεται η αποτελεσματική χρήση της ΤΝ.

Η ανάλυση των τεσσάρων ομάδων εργαζομένων αναδεικνύει διαφορετικές αφετηρίες και ανάγκες:

  • Ο «βασικός κορμός» του ανθρώπινου δυναμικού (Engine Room) περιλαμβάνει εργαζομένους με πιο διαδεδομένες δεξιότητες και περιορισμένα επαγγελματικά οφέλη από την ΤΝ. Αποτελεί το 69% των εργαζομένων στην Ελλάδα, 13 ποσοστιαίες μονάδες περισσότερο από το αντίστοιχο παγκόσμιο ποσοστό (56%).
  • Οι «ανερχόμενοι πρωτοπόροι της ΤΝ» (AI Insurgents), στο 13%, αποκτούν πλεονέκτημα μέσω της τεχνολογίας, παρότι οι δεξιότητές τους είναι επίσης πιο διαδεδομένες.
  • Οι «αναντικατάστατοι» (Indispensables), στο 11%, διαθέτουν δυσεύρετη τεχνογνωσία, χωρίς ακόμη να αποκομίζουν σημαντικά οφέλη από την AI.
  • Οι «προπορευόμενοι» (Front-runners) συνδυάζουν δυσεύρετες δεξιότητες με ισχυρό επαγγελματικό πλεονέκτημα από την ΤΝ και αποτελούν μόλις το 7% στην Ελλάδα, έναντι 14% παγκοσμίως.

Τα ευρήματα καταδεικνύουν την ανάγκη προσαρμογής των ευκαιριών ανάπτυξης στις απαιτήσεις του κάθε ρόλου, ώστε η χρήση της ΤΝ να μεταφράζεται σε ουσιαστικά οφέλη για περισσότερους εργαζομένους. Η ενίσχυση της εμπιστοσύνης, η ουσιαστική αξιοποίηση της ΤΝ στην καθημερινή εργασία, η εκπαίδευση προσαρμοσμένη στις ανάγκες του κάθε ρόλου και η σύνδεσή τους με σαφή κριτήρια εξέλιξης και ανταμοιβής αναδεικνύονται σε βασικές προτεραιότητες για τις επιχειρήσεις.

Ο κ. Κωνσταντίνος Τάκος, Partner, Consulting, Workforce Transformation στην PwC, δήλωσε: «Συζητάμε πολύ για την ταχύτητα με την οποία η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει την εργασία, αλλά λιγότερο για το αν αυτή η αλλαγή βιώνεται το ίδιο από όλους. Η έρευνα εντοπίζει τέσσερις ομάδες εργαζομένων. Στο ένα άκρο, οι “Front-runners” αποκομίζουν ήδη σημαντικά οφέλη από την ΤΝ. Στο άλλο, η ομάδα “Engine Room” – το 69% των εργαζομένων στην Ελλάδα, έναντι 56% παγκοσμίως – έχει πιο περιορισμένη πρόσβαση σε τεχνολογία, μάθηση και καινοτομία, κάτι που αποκαλύπτει καθυστέρηση στην υιοθέτηση της ΤΝ στη χώρα μας. Πίσω από αυτά τα ποσοστά, όμως, κρύβονται ουσιαστικές διαφορές: ποιοι μπορούν να αναπτύξουν νέες δεξιότητες, ποιοι κινδυνεύουν να μείνουν πίσω, και ποιος είναι ο ρόλος των επιχειρήσεων σε αυτή τη μετάβαση».