Σήμερα Γιορτάζουν:

ΒΑΣΙΛΗΣ

ΒΑΣΙΛΙΚΗ

ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ

1 Φεβρουαρίου 2024

Εξοπλιστικά: Η διαπραγματευτική ανεπάρκεια του Μητσοτάκη ζημίωσε την Ελλάδα

Εξοπλιστικά: Ο πρωθυπουργός Κυρ. Μητσοτάκης πανηγυρίζει -σε επίπεδο διαγγέλματος- για το πακέτο αμυντικής βοήθειας από τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά τα πραγματικά γεγονότα των τελευταίων μηνών και μια απλή σύγκριση με το έργο των προκατόχων του αποδεικνύουν ότι επέτυχε τα ελάχιστα δυνατά. Ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι, πρώτη φορά, η Ουάσινγκτον αυτοβούλως πρόσφερε δάνειο-ρεκόρ 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων, το οποίο χάθηκε λόγω της λανθασμένης διαπραγματευτικής τακτικής του Μεγάρου Μαξίμου.

Σύμφωνα με απόλυτα επιβεβαιωμένες πληροφορίες, οι διαβουλεύσεις για το δάνειο των 2 δισ. δολαρίων άρχισαν στα μέσα Οκτωβρίου του 2023 κατόπιν της θερινής δήλωσης του ιδίου του προέδρου Τζ. Μπάιντεν ότι μετά το τουρκικό αίτημα για τα F-16 αντιμετώπιζε θετικά το ότι «ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, στην Ελλάδα, αναζητά επίσης κάποια βοήθεια». Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε προσθέσει πως «αυτό που προσπαθώ, ειλικρινά, είναι να συγκεντρώσω μια μικρή κοινοπραξία εδώ, όπου ενισχύουμε το ΝΑΤΟ όσον αφορά τη στρατιωτική ικανότητα τόσο της Ελλάδας όσο και της Τουρκίας και επιτρέπουμε στη Σουηδία να εισέλθει» στην Ατλαντική Συμμαχία.

Διαπραγματεύσεις

Στο πλαίσιο αυτό και υπό την έγκριση και την υψηλή εποπτεία του Μαξίμου, πραγματοποιήθηκαν επαφές μεταξύ, αφενός, στελεχών του πολιτικού-στρατιωτικού, οικονομικού και αμυντικού τμήματος της Αμερικανικής Πρεσβείας της Αθήνας και, αφετέρου, εκπροσώπων του γραφείου της υφυπουργού Εξωτερικών Αλ. Παπαδοπούλου, της αρμόδιας Διεύθυνσης Βορείου Αμερικής του υπουργείου Εξωτερικών, του υπαρχηγού ΓΕΕΘΑ και του γενικού διευθυντή του Οργανισμού Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους (ΟΔΔΗΧ). Το δάνειο θα χορηγείτο απευθείας μέσω του προγράμματος Foreign Military Financing (FMF) και προβλεπόταν ότι το 10% του συνολικού ποσού, δηλαδή 200.000.000 δολάρια, θα χαρακτηριζόταν δωρεάν βοήθεια, ώστε να εξισορροπηθεί η μακροπρόθεσμη επιβάρυνση των τόκων.

Επίσης, από τη γενικότερη προσέγγιση και τα συμφραζόμενα των Αμερικανών αξιωματούχων προέκυπτε, σαφώς, ότι δεν υπήρχαν πολλές εκκρεμότητες για την κατάρτιση του κειμένου της σύμβασης. Η έγκριση του δανείου, από τις προϊστάμενες αρχές στην Ουάσινγκτον, θεωρείτο λίγο πολύ δεδομένη, υπό την προϋπόθεση ότι η ελληνική απάντηση θα έπρεπε να δοθεί μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου του 2023. Πρακτικά, η Ελλάδα θα εξασφάλιζε ένα τεράστιο ποσό για τις Ένοπλες Δυνάμεις της έπειτα από μόλις δίμηνες διαπραγματεύσεις, οπότε η «αμυντική εγγύηση» Μπάιντεν θα ήταν συμφέρουσα και, μεταξύ άλλων, ίσως χρηματοδοτούσε την αγορά των F-35.

Παρά αυτές τις σπάνια ευνοϊκές συνθήκες, το μήνυμα της κυβέρνησης Μητσοτάκη προς την αμερικανική πλευρά ήταν ότι είχε «προβληματισμούς για τους οικονομικούς όρους» του δανείου των $2 δισ. Η προθεσμία υποβολής της ελληνικής απάντησης δεν τηρήθηκε και, όπως είναι αναμενόμενο σε παρόμοιες διπλωματικές και οικονομικές διαβουλεύσεις, το μήνυμα από τους αρμοδίους στην Ουάσινγκτον (που εξετάζουν, ταυτόχρονα, τα αιτήματα αρκετών ξένων κυβερνήσεων) ήταν πως το ίδιο ποσό αποφασίστηκε πλέον να χορηγηθεί σε άλλη συμμαχική χώρα. Πάντως, ακόμα και μετά την απορριπτική απόφαση, υπήρξε αμερικανική διαβεβαίωση για πιθανό μελλοντικό δάνειο και ότι παραμένουν διαθέσιμα τα 200.000.000 δολάρια, αλλά «θα ήταν χρήσιμο» να χρησιμοποιηθούν ως αποζημίωση του ελληνικού πλεονάζοντος υλικού που θα αποστελλόταν στην Ουκρανία.

Τρία κύρια θέματα 

Το περίεργο της όλης υπόθεσης είναι ότι, σε αντίθεση με το νέο πλαίσιο που έθεσε η λεγόμενη «γραφειοκρατία» του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και του Πενταγώνου, η ελληνική πλευρά αισιοδοξούσε ότι τα πάντα θα άλλαζαν χάρη στη συνάντηση του κ. Μητσοτάκη με τον υπουργό Εξωτερικών Αντ. Μπλίνκεν, στα Χανιά, στις 6 Ιανουαρίου. Η ελληνική πλευρά φέρεται ότι έθεσε τρία κύρια θέματα προς την αμερικανική.

-Πρώτον, την επανεκκίνηση της διαδικασίας της προμήθειας των F-35 και, κυρίως, την αποσύνδεσή της από τη διαπραγμάτευση Ουάσινγκτον – Άγκυρας για τα τουρκικά F-16 και την ένταξη της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ.

-Δεύτερον, την επανεξέταση του θέματος του μεγάλου δανείου των $2 δισ. ή, τουλάχιστον, τη μη εξάρτηση του μικρότερου δανείου των 200.000.000 δολαρίων από τη χορήγηση νέας βοήθειας της Αθήνας προς το Κίεβο.

-Τρίτον, να εγκωμιαστεί η ελληνική στάση στην κρίση της Ερυθράς Θάλασσας χωρίς αμερικανικές απαιτήσεις για μεγαλύτερη εμπλοκή της χώρας πέραν της ήδη ανακοινωθείσας αποστολής μίας φρεγάτας του Πολεμικού Ναυτικού.

Η ελληνική κυβέρνηση παρουσίασε τη συνάντηση σαν μεγάλη επιτυχία μαζί με τη μονομερή διαρροή ότι η έγκριση της προμήθειας των F-35 «δεν θα αργήσει» και την εκτίμηση πως οι ανακοινώσεις θα γίνουν ανεξάρτητα από τις αμερικανοτουρκικές διαπραγματεύσεις. Σε διαφορετικό μήκος κύματος, οι δηλώσεις του κ. Μπλίνκεν και η ανακοίνωση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ απλώς εγκωμίαζαν θερμά τη διμερή συνεργασία, δεν περιείχαν ούτε λέξη για τα F-35 και έδιναν έμφαση στο ότι «είχαμε συζητήσεις» για τον ελληνικό ρόλο στην Ερυθρά Θάλασσα και τη «συνεχιζόμενη υποστήριξη» στην Ουκρανία.

Δεν είναι γνωστό αν ο κ. Μητσοτάκης πραγματικά πίστεψε ότι οι απόψεις του έγιναν αποδεκτές από τον κ. Μπλίνκεν ή αν θέλησε να παρουσιάσει επίπλαστη εικόνα στην ελληνική κοινή γνώμη για τις συνήθεις επικοινωνιακές σκοπιμότητες. Σε κάθε περίπτωση, τα γεγονότα δεν εξελίχθηκαν όπως προσδοκούσε ο πρωθυπουργός.

Συγκεκριμένα, ως προς τα F-35 η ελληνική πλευρά προσπάθησε να οικοδομήσει επί της συνάντησης των Χανίων, πραγματοποιώντας πρόσθετες επαφές με την πρεσβεία στην Αθήνα και με το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας στην Ουάσινγκτον. Κοινό χαρακτηριστικό όλων των επαφών ήταν η απάντηση ότι ο κ. Μπλίνκεν, παρά τις καλές προθέσεις του, δεν είχε αναλάβει καμιά δέσμευση έναντι του πρωθυπουργού. Αυτό αποδείχθηκε και με τις -δημόσιες πια- εξελίξεις, καθώς η κυβέρνηση όχι μόνον δεν πέτυχε την αποσύνδεση των F-35 από τα F-16, αλλά οι αμερικανικές ανακοινώσεις έγιναν πρώτα για την Τουρκία (Πέμπτη 25 Ιανουαρίου) και μετά για την Ελλάδα (Σάββατο 27 Ιανουαρίου).

Παρά την αποτυχία των διπλωματικών χειρισμών, η κυβέρνηση καλλιεργεί τον μύθο ότι «κατόπιν ενεργειών μας», όπως έλεγαν οι παλαιοί πολιτευτές, οι Αμερικανοί «μας δίνουν» τα F-35. Η πραγματικότητα, βέβαια, είναι ότι πρόκειται για κανονική εμπορική συναλλαγή και ότι η Ουάσινγκτον προσφέρει τον συγκεκριμένο, προηγμένο τύπο αεροσκαφών (τότε ονομαζόμενο JSF) από τον Οκτώβριο του 2000, όταν ο πρεσβευτής των ΗΠΑ Ν. Μπερνς και το εν Αθήναις γραφείο της Lockheed Martin κατέθεσαν πρόταση ελληνικής συμμετοχής (με ρεαλιστική ετήσια συνεισφορά) στην κατασκευάστρια κοινοπραξία. Η απάντηση του τότε πρωθυπουργού Κ. Σημίτη και του υπουργού Εθνικής Άμυνας Άκη Τσοχατζόπουλου ήταν απορριπτική. Ως αποτέλεσμα, έως το 2010 η αμερικανική πλευρά έδωσε έμφαση στην πώληση νέων και στον εκσυγχρονισμό παλαιότερων F-16 της Πολεμικής Αεροπορίας, κάνοντας μόνον ενημερώσεις για την πρόοδο του προγράμματος F-35, αφού η κοινοπραξία όφειλε να δίνει προτεραιότητα στις χώρες-μέλη της. Ακολούθησαν τα χρόνια της ελληνικής χρεοκοπίας και η προμήθεια του υπερσύγχρονου αεροσκάφους ετέθη πάλι στο τραπέζι το 2017 σε επίπεδο μελέτης και με αυτάρεσκες δηλώσεις της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, η οποία δεν διέθετε σχετικό προϋπολογισμό.

Τον Οκτώβριο του 2019, κατά το β΄ γύρο Στρατηγικού Διαλόγου με τις ΗΠΑ, ο τότε υπουργός Εξωτερικών Ν. Δένδιας (και όχι ο κ. Μητσοτάκης) ζήτησε από τον ομόλογό του Μ. Πομπέο έναρξη συνομιλιών για τα F-35 ως αντιστάθμισμα της ενδεχόμενης προμήθειάς του από την Τουρκία (στην αρχή της γνωστής κρίσης με το ΝΑΤΟ λόγω της απόκτησης ρωσικών πυραύλων S-400). Ο κ. Δένδιας εξέφρασε το ίδιο ενδιαφέρον, προς τον κ. Μπλίνκεν πια, κατά τον γ΄ γύρο του Στρατηγικού Διαλόγου, τον Οκτώβριο του 2021, ενώ τον Ιούνιο του 2022 εστάλη το επίσημο ελληνικό αίτημα, το οποίο έκτοτε συνδέθηκε από τη διοίκηση Μπάιντεν -ανεπίσημα- με το τουρκικό. Ούτε η καταρχήν συναίνεση της Γερουσίας στην πώληση προς την Ελλάδα, τον Ιούνιο του 2023, άλλαξε τα πράγματα. Παρά τις θριαμβολογίες, ο πρωθυπουργός δεν κατάφερε να αποσυνδέσει τα δύο θέματα επί 1,5 χρόνο και αυτό προοιωνίζεται μελλοντικά προβλήματα για την ισορροπία δυνάμεων στο Αιγαίο, αφού υπάρχει μακρύς δρόμος για τη διαπραγμάτευση και την υπογραφή της σύμβασης και μέχρι την παράδοση των αεροσκαφών στην Ελλάδα.

Στο εξής οι συνομιλίες θα γίνονται με εμπορικούς όρους και πρέπει να απαντηθούν τα ερωτήματα για τον ακριβή αριθμό των F-35 που θέλει -και αντέχει οικονομικά- να παραγγείλει η Ελλάδα, καθώς και για τον τρόπο χρηματοδότησής τους. Η αμερικανική πλευρά έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο νέας βοήθειας από τα FMF, αλλά, αν συνδεθεί ειδικά με τα F-35, ίσως επανεξεταστεί -αναγκαστικά- το πλαίσιο συζήτησης μεταξύ του υπουργείου Εθνικής Άμυνας και της Lockheed Martin. Ήδη υπάρχει το διαπραγματευτικό αγκάθι ότι η ελληνική πλευρά απέρριψε, τον Μάιο του 2023, τις αμερικανικές προτάσεις για τις -πανάκριβες- υποδομές των F-35 στις βάσεις της Πολεμικής Αεροπορίας.

Βοήθεια συνδεδεμένη με την Ουκρανία

Ως προς το ζήτημα της δανειακής βοήθειας, η Ουάσινγκτον δεν επανήλθε, φυσικά, σε συζητήσεις για τα $2 δισ., ενώ συνέδεσε -άμεσα και δημόσια- τα 200.000.000 δολάρια με τη συνδρομή στην Ουκρανία. Ο κ. Μπλίνκεν αναφέρει στην επιστολή του προς τον κ. Μητσοτάκη ότι μόνον αν η βοήθεια «ενδιαφέρει την Ουκρανία» και «εν αναμονή της εξέτασης, από τις ΗΠΑ, της κατάστασης (του υλικού) και της συνδεδεμένης αξίας του μπορούμε να διερευνήσουμε ευκαιρίες για πιθανή πρόσθετη χρηματοδότηση έως και 200.000.000 δολάρια». Με λίγα λόγια, μετά τα διαπραγματευτικά λάθη της κυβέρνησης το διάστημα Οκτωβρίου – Δεκεμβρίου του 2023 χάθηκε το δάνειο $2 δισ. (με το 10% αυτού ως δωρεάν βοήθεια) και τώρα ίσως δοθεί κάποιο ποσό υπό την αποκλειστική προϋπόθεση της συνδρομής προς το μαχόμενο Κίεβο.

Άλλωστε, τη βοήθεια υποσχέθηκε, με δική του πρωτοβουλία και χωρίς αμερικανική παρότρυνση, ο κ. Μητσοτάκης προς τον Ουκρανό πρόεδρο Β. Ζελένσκι, τον περασμένο Αύγουστο, όταν τον κάλεσε ως guest star στη σύνοδο των ηγετών των Δυτικών Βαλκανίων στην Αθήνα. Από τη σκοπιά της Ουάσινγκτον, δεν είναι ούτε λογικό ούτε νόμιμο, αν δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις που περιγράφονται στην επιστολή Μπλίνκεν, να πληρώσει ο Αμερικανός φορολογούμενος όσα υποσχέθηκε διμερώς ο κ. Μητσοτάκης στον κ. Ζελένσκι.

Παρανοήσεις για την εμπλοκή κατά των Χούθι

Εξοπλιστικά: Η διαπραγματευτική ανεπάρκεια του Μητσοτάκη ζημίωσε την Ελλάδα v1927025277

Τις επόμενες -λίγες- ημέρες η ελληνική κυβέρνηση θα συμμετάσχει στη δεύτερη επιχείρηση (πέραν της Prosperity Guardian) που σχεδιάζουν οι ΗΠΑ κατά των Χούθι της Υεμένης.

Λόγω της ελληνικής ταχύτατης απόφασης, στις 21 Δεκεμβρίου 2023, για την αποστολή φρεγάτας και, κυρίως, λόγω όσων συζητήθηκαν σε διπλωματικό επίπεδο εκείνες τις ημέρες, η Ουάσινγκτον συμπέρανε ότι ο κ. Μητσοτάκης συμφωνούσε για τη συμμετοχή δυνάμεων και στη δεύτερη αποστολή των ομονοούντων κρατών. Όταν, ωστόσο, η κυβέρνηση συνειδητοποίησε ότι υπήρχε το ενδεχόμενο εμπλοκής σε χερσαίες επιχειρήσεις (με κίνδυνο αντίδρασης από ακραίους ισλαμιστές), αναδιπλώθηκε. Στη συνάντηση των Χανίων οι Αμερικανοί αξιωματούχοι σχημάτισαν την εντύπωση πως ο κ. Μητσοτάκης θα έδινε οριστική απάντηση μέσα σε 10 ημέρες. Αυτό δεν συνέβη ούτε κατά την τηλεφωνική συνομιλία Μητσοτάκη – Μπλίνκεν στις 22 Ιανουαρίου παρά την αμερικανική αντιπρόταση που είχε υποβληθεί στο μεταξύ για τη συμμετοχή μόνο αξιωματικών στον σχεδιασμό των επιχειρήσεων αντί της αποστολής μάχιμων δυνάμεων.

Αποκάλυψη «Δημοκρατίας»: «Σαπάκια» τα δώρα των Αμερικανών στην Ελλάδα

Όσο ξετυλίγεται το χρυσό περιτύλιγμα της συμφωνίας για τα F-35 και τα «δώρα» τόσο αποκαλύπτονται οι γκρίζες ζώνες που γεννούν σωρεία νέων ερωτημάτων, τα οποία η ελληνική κυβέρνηση αδυνατεί να απαντήσει, όπως φάνηκε από τις χθεσινές δηλώσεις.

Μετά τα άσκοπα πανηγύρια για καθαρά επικοινωνιακούς λόγους, έρχεται σιγά σιγά στην επιφάνεια ο ρεαλισμός που κάνει ακόμα και τον πρωθυπουργό να νιώθει άβολα μπροστά στα μικρόφωνα, αφού όλα φαίνεται να είναι στον αέρα. Χθες αποδείχθηκε ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν είναι σε θέση να δώσει καμία σαφή απάντηση για τη συμφωνία. Εντύπωση προκαλεί ότι ο Νίκος Δένδιας είναι σε εντελώς διαφορετικό κλίμα από το Μαξίμου, διατηρώντας ένα σαφώς πιο προσγειωμένο προφίλ, όντας επιφυλακτικός ειδικά για το κόστος των F-35.

Σα να μην έφτανε αυτό, οι ΗΠΑ δηλώνουν πλέον… χαρούμενες να δώσουν και F-35 στην Τουρκία, με αντάλλαγμα την απενεργοποίηση των S-400, μια ένδειξη ότι το ψυχρό κλίμα Ουάσινγκτον – Άγκυρας ανήκει στο παρελθόν.

Ασφαλείς πληροφορίες της «δημοκρατίας» από πηγές στο ΓΕΕΘΑ αναφέρουν ότι τα δύο δωρεάν C-130, για τα οποία γίνεται λόγος στην επιστολή Μπλίνκεν προς τον Έλληνα πρωθυπουργό, βρίσκονται σήμερα σε απόσυρση, στο νεκροταφείο αεροσκαφών της Νεβάδα, και χρειάζονται τουλάχιστον από 55.000.000 καθένα για να μπορέσουν να χρησιμοποιηθούν για κάποια χρόνια.

Εξοπλιστικά: Η διαπραγματευτική ανεπάρκεια του Μητσοτάκη ζημίωσε την Ελλάδα v1641687892

Με λίγα λόγια, οι ΗΠΑ βρίσκουν μια καλή ευκαιρία να τα ξεφορτωθούν και, ταυτόχρονα, να μην επιβαρυνθούν από το κόστος της ανακύκλωσης, αλλά και να τους χρωστάει και… χάρη η Ελλάδα.

Απ’ όποια άποψη κι αν το δει κανείς, η χώρα μας -εφόσον δεχτεί να πάρει τα «σαπάκια» πριν γίνουν σκραπ- θα επιβαρυνθεί με αρκετές δεκάδες εκατομμύρια προκειμένου τα δύο αεροπλάνα να πετάξουν ξανά για ένα διάστημα.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, όμως, εξακολουθούσε και χθες, στη συνέντευξή του στον ραδιοφωνικό Σκάι, να διαφημίζει ως… επιτυχία το «δωρεάν υλικό που θα ενισχύσει περαιτέρω τις Ένοπλες Δυνάμεις μας», μιλώντας και για τις τέσσερις φρεγάτες LCS, που κατά τον πρωθυπουργό είναι «σχετικά σύγχρονα πλοία που με σχετικά περιορισμένους πόρους μπορούν να καλύπτουν τις ανάγκες του ελληνικού Ναυτικού».

Την ίδια ώρα ο έμπειρος στρατιωτικός συντάκτης Δήμος Βερύκιος ανέλυε στο ραδιόφωνο Στο Κόκκινο με ποιον τρόπο «τις φρεγάτες αυτές τις έδιωξε το αμερικανικό πολεμικό ναυτικό», τονίζοντας ότι «τα θεωρούν πλοία που έχουν πλήρη αστοχία. Η μετατροπή τους κοστίζει. Για να μπορέσουν να κινηθούν, ως ενδιάμεση λύση για μια πενταετία, θα μας στοιχίσει πάνω από 70.000.000 έκαστη. Οι ναύαρχοι του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού είναι πιθανό να μην πουν το “ναι”».

Και μόνο που συζητείται το ενδεχόμενο να δοθούν στην Ελλάδα φρεγάτες με διαπιστωμένη αστοχία και C-130 από τον… ΟΔΔΥ της Νεβάδα, αρκεί για να αντιληφθεί κανείς ότι πρόκειται για εμπαιγμό. Εφόσον, μάλιστα, ισχύσει το deal, τότε η επιβάρυνση του Έλληνα φορολογουμένου για τις τέσσερις φρεγάτες των… αστοχιών και τα δύο C-130 της… απόσυρσης θα αγγίξει τα 400.000.000 ευρώ.

Ετικέτες: