Φάρμακα παχυσαρκίας και ψωρίαση: Οι πρώτες ενδείξεις για διπλό όφελος
Νεότερες επιστημονικές παρατηρήσεις δημιουργούν την προοπτική ότι ορισμένα από τα σύγχρονα φάρμακα κατά της παχυσαρκίας μπορεί να προσφέρουν πρόσθετα οφέλη σε ασθενείς με ψωρίαση, πέρα από τη μείωση του σωματικού βάρους.
Τα πρώτα δεδομένα δείχνουν ότι οι αγωνιστές των υποδοχέων GLP-1 ενδέχεται να επηρεάζουν μηχανισμούς της συστηματικής φλεγμονής, η οποία συνδέεται τόσο με την παχυσαρκία όσο και με την ψωριασική νόσο. Η επιστημονική εικόνα παραμένει πρώιμη και δεν δικαιολογεί αλλαγές στην καθιερωμένη θεραπευτική πρακτική.
Η δερματολόγος–αφροδισιολόγος Μαρίνα Παπουτσάκη, διευθύντρια ΕΣΥ στην Α΄ Πανεπιστημιακή Δερματολογική Κλινική του ΕΚΠΑ στο Νοσοκομείο «Ανδρέας Συγγρός», επισημαίνει ότι απαιτούνται μεγαλύτερες, προοπτικές και καλά σχεδιασμένες μελέτες πριν εξαχθούν οριστικά συμπεράσματα.
Μιλώντας στο Πρακτορείο FM και στην Τάνια Μαντουβάλου, η ειδικός αναφέρθηκε παράλληλα στη σωστή διαχείριση της ψωρίασης κατά τους θερινούς μήνες, στις προφυλάξεις που χρειάζονται στη θάλασσα και στην πισίνα και στις σύγχρονες βιολογικές θεραπείες που επιτρέπουν σε πολλούς ασθενείς να διατηρούν καθαρό δέρμα και φυσιολογική καθημερινότητα.
Ο ήλιος μπορεί να βοηθήσει, η θεραπεία όμως συνεχίζεται
Αρκετοί άνθρωποι με ψωρίαση διαπιστώνουν αισθητή βελτίωση των δερματικών βλαβών κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Η ελεγχόμενη έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία μπορεί να περιορίσει τη φλεγμονή και την υπερβολική ανανέωση των κυττάρων του δέρματος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η νόσος έχει θεραπευτεί.
Η ψωρίαση είναι ένα χρόνιο αυτοάνοσο και αυτοφλεγμονώδες νόσημα, το οποίο χαρακτηρίζεται από περιόδους ύφεσης και έξαρσης. Η υποχώρηση των πλακών κατά τους θερινούς μήνες μπορεί να είναι προσωρινή, ενώ ένα μικρό ποσοστό ασθενών εμφανίζει επιδείνωση μετά την έκθεση στον ήλιο.
Ο βασικός κανόνας είναι η σταδιακή και περιορισμένη έκθεση, η αποφυγή των ωρών κατά τις οποίες η ηλιακή ακτινοβολία είναι εντονότερη και η τακτική χρήση αντηλιακού. Τα ηλιακά εγκαύματα πρέπει να αποφεύγονται, καθώς ο τραυματισμός του δέρματος μπορεί να προκαλέσει εμφάνιση νέων ψωριασικών βλαβών.
Οι ασθενείς δεν χρειάζονται απαραίτητα ειδικό αντηλιακό αποκλειστικά για την ψωρίαση. Χρειάζονται αξιόπιστο προϊόν με επαρκή δείκτη προστασίας, καλή ανεκτικότητα και ενυδατική σύνθεση, επειδή το ψωριασικό δέρμα εμφανίζει συχνά έντονη ξηρότητα.
Το θαλασσινό νερό συνήθως είναι καλύτερα ανεκτό και μπορεί να βοηθήσει στην απομάκρυνση των λεπιών και στη βελτίωση της εικόνας του δέρματος. Η πολύωρη παραμονή στη θάλασσα μπορεί, ωστόσο, να προκαλέσει ξηρότητα ή τσούξιμο σε περιοχές με πληγές και ρωγμές.
Το χλώριο της πισίνας είναι πιθανό να ερεθίσει ορισμένους ασθενείς, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η κολύμβηση πρέπει να αποκλειστεί. Μετά την έξοδο από το νερό συνιστώνται καλό ξέβγαλμα με καθαρό νερό, ήπιο στέγνωμα χωρίς έντονο τρίψιμο και άμεση εφαρμογή ενυδατικού προϊόντος.
Η υποχώρηση των συμπτωμάτων δεν αποτελεί λόγο αυθαίρετης διακοπής της αγωγής. Οι συστηματικές θεραπείες και οι βιολογικοί παράγοντες πρέπει να συνεχίζονται με βάση το σχήμα που έχει καθορίσει ο θεράπων δερματολόγος.
Η ξαφνική διακοπή μπορεί να οδηγήσει σε υποτροπή της ψωρίασης και, σε ορισμένες περιπτώσεις, σε εντονότερη επανεμφάνιση των βλαβών. Προσωρινός περιορισμός μπορεί να εξεταστεί μόνο σε ασθενείς που χρησιμοποιούν αποκλειστικά τοπική αγωγή και βρίσκονται σε πλήρη ύφεση, πάντοτε έπειτα από ιατρική συνεννόηση.
Όσοι λαμβάνουν βιολογική θεραπεία χρειάζεται να οργανώνουν εγκαίρως τις μετακινήσεις τους. Πολλά σκευάσματα πρέπει να διατηρούνται σε συγκεκριμένο εύρος θερμοκρασίας, γεγονός που απαιτεί κατάλληλη συσκευασία και τήρηση των οδηγιών φύλαξης κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού.
Βιολογικές θεραπείες, παχυσαρκία και κοινωνικό στίγμα
Η αντιμετώπιση της ψωρίασης έχει αλλάξει ριζικά τα τελευταία χρόνια. Οι νεότεροι βιολογικοί παράγοντες στοχεύουν συγκεκριμένα τμήματα του ανοσοποιητικού μηχανισμού που συντηρούν τη φλεγμονή, προσφέροντας σε μεγάλο αριθμό ασθενών πολύ υψηλά ποσοστά κάθαρσης του δέρματος.
Για αρκετούς ανθρώπους είναι πλέον εφικτός ο πλήρης ή σχεδόν πλήρης έλεγχος των βλαβών για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Οι θεραπείες αυτοχορηγούνται με ειδική συνταγογράφηση και διατίθενται μέσω των φαρμακείων του ΕΟΠΥΥ.
Η συχνότητα χορήγησης εξαρτάται από τον βιολογικό παράγοντα και το θεραπευτικό πρωτόκολλο. Μπορεί να κυμαίνεται από μία δόση κάθε δύο εβδομάδες έως μία δόση ανά δώδεκα εβδομάδες, μετά την ολοκλήρωση της αρχικής φάσης της θεραπείας.
Η επιλογή δεν είναι ίδια για όλους. Καθορίζεται από τη βαρύτητα και τη μορφή της νόσου, τις προηγούμενες θεραπείες, την ύπαρξη ψωριασικής αρθρίτιδας, τις συνοδές παθήσεις και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε ασθενούς.
Η σχέση της ψωρίασης με την παχυσαρκία έχει ιδιαίτερη σημασία. Οι ασθενείς εμφανίζουν συχνότερα αυξημένο σωματικό βάρος, μεταβολικό σύνδρομο, σακχαρώδη διαβήτη και μεγαλύτερο καρδιαγγειακό κίνδυνο. Η χρόνια φλεγμονή και οι μεταβολικές διαταραχές φαίνεται να αλληλοτροφοδοτούνται.
Η απώλεια βάρους μπορεί να βελτιώσει τη συνολική υγεία, να περιορίσει τη φλεγμονώδη επιβάρυνση και να ενισχύσει την ανταπόκριση σε ορισμένες θεραπείες. Η μεσογειακή διατροφή, η τακτική άσκηση και η διακοπή του καπνίσματος αποτελούν ουσιαστικό τμήμα της συνολικής αντιμετώπισης.
Στο συγκεκριμένο πλαίσιο εξετάζεται και η πιθανή επίδραση των νεότερων φαρμάκων κατά της παχυσαρκίας. Μικρές μελέτες και αναλύσεις πραγματικών δεδομένων έχουν καταγράψει βελτίωση της ψωριασικής νόσου σε ορισμένους ασθενείς που έλαβαν αγωνιστές GLP-1 για παχυσαρκία ή διαβήτη.
Το όφελος μπορεί να συνδέεται με την απώλεια βάρους και τον καλύτερο μεταβολικό έλεγχο, ενώ διερευνάται και πιθανή άμεση ανοσορρυθμιστική δράση. Τα στοιχεία δεν επαρκούν για να χρησιμοποιούνται αυτά τα φάρμακα ως θεραπεία της ψωρίασης και η χορήγησή τους πρέπει να γίνεται μόνο για εγκεκριμένες ενδείξεις και με ιατρική παρακολούθηση.
Σημαντικό εμπόδιο στην καθημερινότητα των ασθενών παραμένει το κοινωνικό στίγμα. Οι δερματικές βλάβες γίνονται περισσότερο ορατές το καλοκαίρι, με αποτέλεσμα ορισμένοι άνθρωποι να αντιμετωπίζουν αδικαιολόγητες αντιδράσεις σε παραλίες, πισίνες, γυμναστήρια και χώρους εργασίας.
Η ψωρίαση δεν είναι ψώρα και δεν μεταδίδεται με την επαφή, το νερό, τις πετσέτες ή την κοινή χρήση χώρων. Πρόκειται για χρόνια φλεγμονώδη νόσο που σχετίζεται με δυσλειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος και δεν αποτελεί κίνδυνο για τους γύρω ανθρώπους.
Παρά την επιστημονική πρόοδο, υπάρχουν ακόμη ασθενείς που αισθάνονται ότι χρειάζονται ιατρική βεβαίωση για να χρησιμοποιήσουν μια πισίνα. Η αντιμετώπιση αυτής της προκατάληψης απαιτεί συνεχή ενημέρωση και σαφή καταδίκη κάθε μορφής αποκλεισμού.
Οι άνθρωποι με ψωρίαση μπορούν να απολαμβάνουν τον ήλιο, τη θάλασσα και τις καλοκαιρινές δραστηριότητες, ακολουθώντας τους βασικούς κανόνες προστασίας και τις οδηγίες του γιατρού τους. Η θεραπεία, η ενυδάτωση και η σωστή παρακολούθηση δεν διακόπτονται επειδή οι βλάβες υποχώρησαν ή επειδή ξεκίνησαν οι διακοπές.
Οι σύγχρονες θεραπευτικές επιλογές επιτρέπουν πλέον σε πολλούς ασθενείς να ζουν χωρίς εμφανείς βλάβες και σοβαρούς περιορισμούς. Η έγκαιρη διάγνωση, η εξατομικευμένη αγωγή και η αντιμετώπιση των συνοδών νοσημάτων παραμένουν οι βασικοί όροι για τον μακροχρόνιο έλεγχο της ψωρίασης.