4 Αυγούστου 2026

Φλωρίδης βάζει «κόφτη» στον Άρειο Πάγο και καταργεί τις εκλογές στα δικαστήρια

Νέο σοβαρό μέτωπο ανοίγει στο εσωτερικό της Δικαιοσύνης, πέρα από την αιφνιδιαστική τροπολογία του υπουργού Δικαιοσύνης Γιώργου Φλωρίδη για την παράταση της θητείας των διοικήσεων των δικαστηρίων. Η επίμαχη παρέμβαση έχει ήδη προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, καθώς καταγγέλλεται ότι πλήττει το συνταγματικά κατοχυρωμένο αυτοδιοίκητο και αναστέλλει στην πράξη τις προβλεπόμενες εκλογικές διαδικασίες.

Την ίδια στιγμή, αποκαλύπτεται έντονο παρασκήνιο στον Άρειο Πάγο γύρω από μία ακόμη διάταξη του ίδιου νομοσχεδίου, η οποία αφορά τον περιορισμό του δικαιώματος άσκησης αναίρεσης. Πρόκειται για κρίσιμο ένδικο μέσο, μέσω του οποίου πολίτες και διάδικοι μπορούν να ζητήσουν από το ανώτατο πολιτικό και ποινικό δικαστήριο να ελέγξει τη νομιμότητα μιας δικαστικής απόφασης.

Η τροπολογία για τις διοικήσεις των δικαστηρίων έχει ενταχθεί στο νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης με τίτλο «Μέτρα για την προστασία από στρατηγικές αγωγές προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού σύμφωνα με την Οδηγία (Ε.Ε.) 2024/1069 – Νέο πλαίσιο για τη συμμόρφωση της Διοίκησης στις δικαστικές αποφάσεις – Λοιπές διατάξεις».

Η κυβερνητική επιλογή να παραταθούν για έναν ακόμη χρόνο οι θητείες των σημερινών διοικήσεων έχει καταγγελθεί ως ευθεία παράκαμψη του αυτοδιοίκητου των δικαστηρίων. Η ουσία της ρύθμισης είναι ότι οι εκλογές δεν θα πραγματοποιηθούν στον προβλεπόμενο χρόνο, με αποτέλεσμα οι υφιστάμενες διοικήσεις να παραμείνουν στις θέσεις τους με νομοθετική παρέμβαση.

Πλαφόν 20.000 ευρώ και νέο φίλτρο στον Άρειο Πάγο

Στο ίδιο σχέδιο νόμου περιλαμβάνεται το άρθρο 59, με τίτλο «Περιορισμοί στην άσκηση της αναίρεσης». Η διάταξη εισάγει οικονομικό όριο για την πρόσβαση στον Άρειο Πάγο, καθώς προβλέπει ότι αιτήσεις αναίρεσης θα κρίνονται αυτομάτως απαράδεκτες όταν το αντικείμενο της διαφοράς υπολείπεται των 20.000 ευρώ.

Παράλληλα, προβλέπεται η συγκρότηση Τριμελούς Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, το οποίο θα εξετάζει εάν μία υπόθεση πρέπει να φτάσει προς κρίση στο ανώτατο δικαστήριο. Η κυβερνητική αιτιολόγηση στηρίζεται στην ανάγκη περιορισμού της υπερφόρτωσης του Αρείου Πάγου και στην ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης.

Η συγκεκριμένη ρύθμιση, ωστόσο, δημιουργεί σοβαρά ζητήματα ουσιαστικής πρόσβασης στη Δικαιοσύνη. Το ύψος μιας οικονομικής απαίτησης δεν καθορίζει κατ’ ανάγκη τη νομική βαρύτητα της υπόθεσης ούτε τη σημασία που μπορεί να έχει μία λανθασμένη δικαστική κρίση για τον πολίτη. Για χιλιάδες διαδίκους, ποσά χαμηλότερα των 20.000 ευρώ αποτελούν κρίσιμη περιουσία και όχι αμελητέες διαφορές.

Σύμφωνα με πληροφορίες, η κατεύθυνση περιορισμού των λόγων αναίρεσης είχε συζητηθεί ήδη τον Σεπτέμβριο του 2025 στη Διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, υπό την προεδρία της τότε προέδρου Αναστασίας Παπαδοπούλου.

Η συνεδρίαση φέρεται να διεξήχθη μέσα σε εξαιρετικά φορτισμένο κλίμα, με έντονες αντιπαραθέσεις μεταξύ των ανώτατων δικαστών. Υπέρ των προτεινόμενων περιορισμών τοποθετήθηκαν 36 αρεοπαγίτες, ενώ 24 δικαστές διαφώνησαν και προέβαλαν ισχυρές νομικές αντιρρήσεις.

Παρότι οι διαφωνούντες αποτέλεσαν μειοψηφία, οι παρεμβάσεις τους φέρεται να ανέκοψαν εκείνη την περίοδο την άμεση προώθηση των αλλαγών. Οι ενστάσεις επικεντρώθηκαν στην προστασία του δικαιώματος δικαστικής προσφυγής και στον κίνδυνο να δημιουργηθεί ένα σύστημα στο οποίο η πρόσβαση στον Άρειο Πάγο θα εξαρτάται πρωτίστως από την οικονομική αξία της διαφοράς.

Καταγγελίες για συνέπειες στις προαγωγές

Το παρασκήνιο αποκτά ακόμη μεγαλύτερη πολιτική και δικαστική βαρύτητα, καθώς πληροφορίες συνδέουν τη στάση ορισμένων δικαστών στην επίμαχη Ολομέλεια με τις πρόσφατες υπηρεσιακές τους προαγωγές.

Μεταξύ των αρεοπαγιτών που είχαν διαφωνήσει έντονα αναφέρεται ο Γιώργος Σχοινοχωρίτης, ο οποίος φέρεται να είχε αντιπαρατεθεί με νομικά επιχειρήματα κατά της προτεινόμενης κατάργησης ή συρρίκνωσης των λόγων αναίρεσης.

Ο συγκεκριμένος δικαστής, παρότι ήταν αρχαιότερος από άλλους συναδέλφους του που τελικά προήχθησαν και είχε λάβει ισχυρή στήριξη στην ψηφοφορία μεταξύ των μελών του δικαστηρίου, δεν συμπεριλήφθηκε στις επιλογές για τις τρεις κενές θέσεις αντιπροέδρων του Αρείου Πάγου.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποιούνται, είχε καταταγεί δεύτερος στην ψηφοφορία των συναδέλφων του, συγκεντρώνοντας 71 σταυρούς. Παρά τη θέση αυτή, δεν προτάθηκε από τον υπουργό Δικαιοσύνης Γιώργο Φλωρίδη και δεν επιλέχθηκε από το υπουργικό συμβούλιο.

Η παράλειψη δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι υπήρξε εκδικητική αντιμετώπιση. Δημιουργεί, όμως, εύλογα και σοβαρά ερωτήματα, ιδιαίτερα όταν αφορά δικαστή που είχε εκφράσει τεκμηριωμένη αντίθεση σε μία θεσμική αλλαγή η οποία τελικά επανέρχεται μέσω κυβερνητικού νομοσχεδίου.

Η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει με σαφήνεια τα κριτήρια των επιλογών της και να απομακρύνει κάθε σκιά ότι η υπηρεσιακή εξέλιξη ανώτατων δικαστών μπορεί να επηρεάζεται από τη στάση τους απέναντι σε νομοθετικές πρωτοβουλίες του υπουργείου Δικαιοσύνης.

Η ταυτόχρονη προώθηση της παράτασης των διοικήσεων των δικαστηρίων και του περιορισμού της αναίρεσης διαμορφώνει ένα επικίνδυνο θεσμικό τοπίο. Από τη μία πλευρά περιορίζεται το αυτοδιοίκητο των δικαστηρίων και από την άλλη υψώνονται νέα εμπόδια στην πρόσβαση των πολιτών στον Άρειο Πάγο.

Η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης δεν προστατεύεται με αιφνιδιαστικές τροπολογίες, νομοθετικά φίλτρα και αδιαφανείς κυβερνητικές επιλογές στις προαγωγές. Απαιτεί καθαρούς κανόνες, σεβασμό στο Σύνταγμα και πλήρη λογοδοσία για κάθε παρέμβαση που μεταβάλλει τις εσωτερικές ισορροπίες και τα δικαιώματα των πολιτών.