Σήμερα Γιορτάζουν:

ΖΑΧΑΡΙΑΣ

8 Φεβρουαρίου 2026

Φωτογραφικές τροπολογίες στον Πολιτισμό - Μισθοί χωρίς θητεία, νόμοι χωρίς ντροπή

Οι τροπολογίες στα νομοσχέδια, τα οποία ανεξέλεγκτα υπερψηφίζει το ελληνικό Κοινοβούλιο, υποκρύπτουν συχνά ιδιοτέλεια για τακτοποίηση ημετέρων. Στον αστερισμό των τροπολογιών ανήκουν και όσα περί του πολιτισμού, των έργων τέχνης και των μουσείων, όπως και αυτή του άρθρου 16 του νόμου για την «Προστασία έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων – Καταπολέμηση της κατασκευής και διακίνησης πλαστών έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων και της φθοράς έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων – Ποινικές διατάξεις – Σύσταση Μητρώου Ορκωτών Πραγματογνωμόνων – Λοιπές διατάξεις Υπουργείου Πολιτισμού». 

Συνεχείς τροπολογίες, επιλογές, πειράματα και αδόκιμες θέσεις της κυρίας υπουργού Πολιτισμού παραπέμπουν σε παλαιότερη ομολογία της, το 2021, όταν διαπίστωσε πως ο Δημ. Λιγνάδης (τότε καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου) «μας εξαπάτησε και με εξαπάτησε με υποκριτική τέχνη». Άσχετη ως προς την επιλογή του Δημήτρη Λιγνάδη -αρχαιολόγος γαρ η ιδία- για τη θέση του διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου, η Στυλιανή Μενδώνη, υπουργός επί παντός Πολιτισμού, είχε απαντήσει τότε πως «η επιλογή έγινε επειδή συγκέντρωνε όλες τις προϋποθέσεις ως ηθοποιός και σκηνοθέτης –κριτήρια εγνωσμένου κύρους προσωπικότητας-, για τη θέση του διευθυντή του Εθνικού. Ήταν παρών στο Εθνικό από το 1986, δεν υπήρχαν αντιρρήσεις ότι μπορεί να αναλάβει τη θέση. Επαναλαμβάνω ότι ο Δημήτρης Λιγνάδης με εξαπάτησε αλλά δεν είχε βρεθεί κάποιος να μου πει το παραμικρό για την ιδιωτική του ζωή»

Τροπολογίες στα σχέδια νόμων στη Βουλή των Ελλήνων και νέα τροπολογία της κυρίας υπουργού Πολιτισμού, την οποία χαρακτηρίζει η ίδια προχειρότητα με εκείνην του Ν. 5021/23, περί του «εκσυγχρονισμού της μουσειακής πολιτικής και ζητημάτων διαχείρισης της πολιτιστικής κληρονομιάς, με την ίδρυση μουσείων ΝΠΔΔ», αφού συντάκτες του παραμένουν οι ίδιοι. Το «μυστικό» του άρθρου «Διαδικασία επιλογής οργάνων διοίκησης των νομικών προσώπων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου που εποπτεύονται από τον Υπουργό Πολιτισμού» είναι φωτογραφική τακτοποίηση ή η εξασφάλιση μονιμότητας αλλά και νομιμότητας, πλέον, στην παρουσία του μεταβατικού προέδρου μεγάλου μουσείου που, ενώ η θητεία του είχε λήξει από τον Ιούνιο, ο ίδιος απολάμβανε την είσπραξη του μισθού κανονικά, επειδή ποικίλα, δήθεν ερμηνευτικά τεχνάσματα του υπουργείου Πολιτισμού παρέκαμψαν όσα προβλέπει ο νόμος, ότι δηλαδή πρέπει να υπάρχει απόφαση ανανέωσης ή παράτασης της θητείας του. Επομένως, πρόεδρος μεγάλου μουσείου εισπράττει μισθό από το Ελληνικό Δημόσιο άνευ -δυστυχώς- των νομικών προϋποθέσεων.

Προ της συμπλήρωσης τριών ετών από την ψήφιση του περίφημου Νόμου 5021/23, σχετικά με το εκσυγχρονισμό της μουσειακής πολιτικής και τη διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς της Ελλάδος, τα πέντε «μεγάλα» μουσεία της χώρας παγίδευσε αντί του «σκληρού κρατικού πυρήνα», απαράδεκτος και ασφυκτικός κλοιός διοικητικών συμβουλίων, έρμαιων της προσωποπαγούς πολιτικής τους, με την προσδοκία των ευεργεσιών, των δωρεών και των χορηγιών εκ μέρους μεγαλοπαραγόντων που συγκροτούν τα διοικητικά συμβούλια των πέντε εμβληματικών μουσείων της χώρας. Με αυτήν ακριβώς τη μέθοδο παγίδευσαν τον Πολιτισμό ανάμεσα σε κλοιούς κρατικής παρέμβασης μεγαλοχορηγών και διοικητικών συμβουλίων για την εκπλήρωση όρων και συμβολαίων όμοιων με τις ευγενείς χορηγίες και δωρεές.

Την εξώθηση σε παραίτηση της αρχαιολόγου Άννας Βασιλικής Καραπαναγιώτου από τη διεύθυνση του εμβληματικού Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου το 2025 (την οποία είχε διορίσει η κυρία Μενδώνη κατά την πρώτη φάση λειτουργίας του μουσείου ως Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου) ο «σκληρός πυρήνας» της κυβέρνησης έκρινε ανεπαρκή ή αδύνατη την αντικατάστασή της στη θέση της γενικής διευθύντριας, ενώ παράμεινε πρόεδρος του Δ.Σ. του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου (πιθανώς ειδική περί των θεμάτων του μοναδικού στην υφήλιο Αρχαιολογικού Μουσείου) η Ιωάννα Δρέττα, μηχανικός, CEO της Reds, του ομίλου Ελλάκτωρ Α.Ε., της κατασκευαστικής εταιρίας Ελλάκτωρ Α.Ε. (η οποία είχε διατελέσει και υπηρεσιακή υπουργός Τουρισμού και διευθύντρια της Όλγας Κεφαλογιάννη). Άλλωστε το υπουργείο Πολιτισμού προετοιμάζει το μεγαλύτερο και σπουδαιότερο μουσείο της χώρας και «μοναδικό στον κόσμο», για μια μεγάλη επέκταση και ανακαίνιση. 

Πολιτιστικό έργο

Το μέγα αυτό πολιτιστικό έργο παρουσιάζει ο κ. Μητσοτάκης ως μία από τις πιο σημαντικές πολιτιστικές παρεμβάσεις, για την προβολή και ανάδειξη των πολιτισμικών θησαυρών της χώρας, ταυτόχρονα, φυσικά, με την επιστροφή των Μαρμάρων του Παρθενώνα, το κυρίως «έπαθλο» των κυβερνήσεων, ήδη από την εποχή της πρωτοπόρου στη διεκδίκηση Μελίνας Μερκούρη, άνευ φοβικών τροπολογιών και θλιβερών παρακάμψεων, αλλά με τόλμη και θάρρος και έμπνευση. Έμπνευση που υιοθετεί με την οικεία τυπολατρία το υπουργείο Πολιτισμού στην έλλειψη οράματος και ευαισθησίας, αλλά στην προσκόλληση μόνον της ευγενούς χορηγίας και ευτελούς δωρεάς. Εκεί όπου συναντά «η σύμπραξη του Δημοσίου με τον ιδιωτικό τομέα» και «μπορεί να προσφέρει στην πατρίδα μας σε σύντομο χρόνο πρότυπα και καινοτόμα έργα, που συμβάλλουν στην αναβάθμιση της διεθνούς εικόνας της Ελλάδας», όπως είχε δηλώσει η Στυλιανή Μενδώνη στις 30 Σεπτεμβρίου 2020, εν μέσω λοιμικής, κατά την τελετή απόδοσης του νέου φωτισμού της Ακρόπολης. «Τίποτε απ’ ό,τι βλέπομε δεν θα μπορούσε να έχει πραγματοποιηθεί, τουλάχιστον σήμερα, στο χρονικό διάστημα των μόλις επτά μηνών, χωρίς τη γενναία χορηγία και την καθολική υποστήριξη του προέδρου του Ιδρύματος Ωνάση».

Συχνές τροπολογίες στα σχέδια νόμων του ελληνικού Κοινοβουλίου, ιδιαιτέρως επίκαιρα την περίοδο της συνταγματικής αναθεώρησης, όπου ακριβώς «είναι καιρός να τολμήσουμε μεγάλες αλλαγές» -σύμφωνα με τον Κ. Μητσοτάκη-, με τη συμμετοχή «εγνωσμένου κύρους προσωπικοτήτων», που ανήκουν στο σχετικό γνωστικό αντικείμενο και που υπηρετούν την ανάδειξη, προώθηση και αξιοποίηση της υλικής και άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς, αυτής που αποτελεί το συγκριτικό πλεονέκτημα της Ελλάδος. 

Ο νόμος προκειμένου -δήθεν- «για τον εκσυγχρονισμό της μουσειακής πολιτικής και τη διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς στην Ελλάδα» μετέτρεψε «επί οικονομικώ αγαθώ», ολιγαρχών βεβαίως, τα πέντε μεγάλα αρχαιολογικά μουσεία της χώρας σε Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, απέκοψε από τον κορμό της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και, σύμφωνα με την κυρία υπουργό Πολιτισμού, «τα νέα ΝΠΔΔ μουσεία θα διοικούνται από διοικητικό συμβούλιο» και «ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος (του Δ.Σ.) θα επιλέγονται από πενταμελή Επιτροπή Επιλογής Στελεχών του Δημοσίου, τα μέλη της οποίας θα ορίζονται, μαζί με τους αναπληρωτές τους, με απόφαση του προέδρου του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 20 του Ν. 4735/2020». 

Δηλαδή η κυρία Μενδώνη ακυρώνει τον νόμο που η ίδια η κυβέρνηση ψήφισε για να εξασφαλίσει -δήθεν- την αξιοκρατία στην επιλογή των προσώπων που διοικούν τα ΝΠΔΔ της χώρας, μέσω ΑΣΕΠ, αλλά ταυτόχρονα διαψεύδει και εαυτόν και τον Νόμο 5021/23 για τη μετατροπή των μουσείων για την «εύρυθμη λειτουργία», την «κρατική ασφάλιση της κινητικότητας των πολιτιστικών αγαθών και τις δράσεις του ΟΔΑΠ (Οργανισμός Διαχείρισης και Ανάπτυξης Πολιτιστικών Πόρων)».

Ωστόσο, ακόμα και ένα μικρό μουσείο της περιφέρειας, μακράν πεδίου εξυπηρέτησης συμφερόντων και μάλιστα κατασκευαστικών, ή ένας ιστορικός χώρος, επίσης μακράν των τηλεοπτικών προβολέων της δημοσιότητας και των μεγαλοεπενδυτών και μεγαλοεργολάβων, που πρόθυμα αναλαμβάνουν τον φωτισμό και τον φαραωνικό εξοπλισμό τουριστικών αξιοθέατων, εξακολουθούν να θερμαίνουν τις τοπικές κοινωνίες και αποτελούν πολύτιμα στοιχεία πολιτισμικής ταυτότητας κάθε περιοχής.