5 Οκτωβρίου 2026

Γαλλία: Η κληρονομιά της Macronomics υπό αμφισβήτηση

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Ο Ρολάν Λεσκίρ ηγείται της προσπάθειας διάσωσης της οικονομικής πολιτικής του Μακρόν.
  • Η Γαλλία αντιμετωπίζει αυξανόμενο χρέος και πιέσεις στις αγορές ομολόγων.
  • Οι δαπάνες για την πανδημία και την ενεργειακή κρίση εκτόξευσαν το δημόσιο χρέος.
  • Η Λεπέν και ο Μελανσόν υπόσχονται ανατροπή των μεταρρυθμίσεων του Μακρόν.
  • Ο Λεσκίρ προτείνει σκληρά μέτρα λιτότητας για τη δημοσιονομική εξυγίανση.

Η πολιτική και οικονομική διαδρομή του Εμανουέλ Μακρόν στη Γαλλία, η οποία ξεκίνησε με την υπόσχεση μιας ριζοσπαστικής μεταρρύθμισης υπέρ των επιχειρήσεων και της Ευρώπης, φαίνεται να οδεύει προς το τέλος της, αφήνοντας πίσω της ένα σύνθετο και αμφιλεγόμενο αποτύπωμα. Κεντρικό πρόσωπο αυτής της περιόδου υπήρξε ο Ρολάν Λεσκίρ, ο οποίος εγκατέλειψε μια ανθηρή καριέρα στον χρηματοπιστωτικό τομέα του Καναδά πριν από μία δεκαετία, ανταποκρινόμενος στο κάλεσμα του Μακρόν για πολιτική ανανέωση. Σήμερα, ως Υπουργός Οικονομικών, ο Λεσκίρ βρίσκεται στην πρώτη γραμμή μιας προσπάθειας οπισθοφυλακής, επιχειρώντας να διασώσει τα απομεινάρια της οικονομικής στρατηγικής που έγινε γνωστή ως "Macronomics", ενόψει κρίσιμων προεδρικών εκλογών.

Η άνοδος και η κρίση του μοντέλου Μακρόν

Η δεκαετία που πέρασε χαρακτηρίστηκε από έντονες αντιφάσεις. Αρχικά, η κυβέρνηση Μακρόν προχώρησε σε τολμηρές μεταρρυθμίσεις, όπως η χαλάρωση της εργατικής νομοθεσίας και η μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων, σε μια περίοδο που η ανάπτυξη ξεπερνούσε το 2% και η ανεργία μειωνόταν. Ο Λεσκίρ, ως εισηγητής του νομοσχεδίου PACTE, διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στην προσπάθεια ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας και στην επαναδιαπραγμάτευση της θέσης των επιχειρήσεων στην κοινωνία. Ωστόσο, η πορεία αυτή σύντομα προσέκρουσε σε σοβαρές κοινωνικές και οικονομικές αντιστάσεις.

Η πρόταση για την επιβολή φόρου άνθρακα στα καύσιμα το 2018 πυροδότησε το κίνημα των "Κίτρινων Γιλέκων", το οποίο εξελίχθηκε σε μια ευρύτερη διαμαρτυρία ενάντια στο αυξανόμενο κόστος διαβίωσης και τις φιλοεπιχειρηματικές πολιτικές. Ο πολιτικός υπολογισμός αποδείχθηκε εξαιρετικά δαπανηρός, καθώς η κυβέρνηση αναγκάστηκε να προχωρήσει σε παροχές και φοροελαφρύνσεις άνω των 10 δισεκατομμυρίων ευρώ για την αποκατάσταση της κοινωνικής ηρεμίας. Όπως παραδέχεται ο Λεσκίρ, ούτε η προεδρία ούτε η αντιπολίτευση είχαν προβλέψει την ένταση αυτής της αντίδρασης, υπογραμμίζοντας τη δυσκολία των πολιτικών να παραμένουν σε επαφή με την καθημερινή πραγματικότητα των πολιτών.

Η πανδημία και η δημοσιονομική εκτροπή

Η πανδημία του Covid-19 σηματοδότησε μια καθοριστική στροφή στην οικονομική πολιτική της Γαλλίας. Το κράτος, υιοθετώντας το δόγμα "ό,τι κι αν κοστίσει", διοχέτευσε τεράστια ποσά για τη στήριξη επιχειρήσεων και εργαζομένων. Σύμφωνα με το γαλλικό Ελεγκτικό Συνέδριο, οι συνολικές δαπάνες για μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης την τριετία 2020-2023 ανήλθαν σε περίπου 190 δισεκατομμύρια ευρώ. Στη συνέχεια, η ενεργειακή κρίση που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία οδήγησε σε πρόσθετες δαπάνες ύψους 72 δισεκατομμυρίων ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σε περισσότερο από έναν χρόνο αμυντικών δαπανών. Αυτή η εκρηκτική αύξηση των δημοσίων δαπανών, αν και βοήθησε τον Μακρόν να επανεκλεγεί το 2022, είχε ως συνέπεια την απώλεια της κοινοβουλευτικής του πλειοψηφίας και την επιδείνωση των δημοσιονομικών μεγεθών της χώρας.

Έκτοτε, η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξανόμενη κοινωνική δυσαρέσκεια, επιβράδυνση της ανάπτυξης και εκτίναξη του χρέους. Οι επενδυτές, ανησυχώντας για τη δημοσιονομική αξιοπιστία της χώρας, εγκαταλείπουν τα γαλλικά περιουσιακά στοιχεία, με τη διαφορά απόδοσης του γαλλικού 10ετούς ομολόγου έναντι του γερμανικού να έχει εκτιναχθεί σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από το 2011. Η Γαλλία έχει καταστεί ο πιο αδύναμος κρίκος της οικονομίας της ευρωζώνης, με τους διαχειριστές κεφαλαίων να απαιτούν πλέον υψηλότερη απόδοση για το γαλλικό χρέος απ' ό,τι για το ιταλικό.

Η τελευταία μάχη του προϋπολογισμού

Σε αυτό το τεταμένο κλίμα, ο Ρολάν Λεσκίρ ηγείται της προσπάθειας για τη διατήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Η κυβέρνηση μειοψηφίας επιχειρεί να περάσει τον προϋπολογισμό, στοχεύοντας να αλλάξει το αφήγημα στα μάτια των αγορών. Ο Λεσκίρ έχει προτείνει ιδιαίτερα απότομες περικοπές δαπανών, συμπεριλαμβανομένου του παγώματος των μισθών στο Δημόσιο και ορισμένων συντάξεων, καθώς και τη διατήρηση μέρους του έκτακτου φόρου στις μεγάλες επιχειρήσεις. Ωστόσο, όπως επισημαίνει, η αύξηση της φορολογίας σε μια περίοδο οικονομικής επιβράδυνσης δεν είναι ποτέ ευχάριστη, αλλά κρίνεται απαραίτητη για την πολιτική σταθερότητα.

Η κριτική από την αντιπολίτευση είναι σφοδρή. Η Μαρίν Λεπέν, η οποία προηγείται στις δημοσκοπήσεις, υπόσχεται την ανατροπή της μεταρρύθμισης του συνταξιοδοτικού, επιτρέποντας τη συνταξιοδότηση ακόμη και από τα 60 έτη. Ο Ζαν-Λικ Μελανσόν, από την Αριστερά, προτείνει ακόμη πιο ριζικές αλλαγές, όπως μεγάλες αυξήσεις στη φορολογία των επιχειρήσεων και των εύπορων πολιτών, καθώς και τη διαγραφή μέρους του γαλλικού χρέους που κατέχει η κεντρική τράπεζα. Οι προτάσεις αυτές, αν υλοποιηθούν, ενδέχεται να ανατρέψουν τις μεταρρυθμίσεις του Μακρόν και να θέσουν υπό αμφισβήτηση τη θέση της Γαλλίας στην Ευρώπη.

Η κληρονομιά και το μέλλον

Παρά τις προκλήσεις, ο Λεσκίρ παραμένει πεπεισμένος ότι η "Macronomics" θα αφήσει μακροπρόθεσμο αποτύπωμα. Επικαλείται ως παρακαταθήκη μια αγορά εργασίας που λειτουργεί καλύτερα, με περισσότερους ανθρώπους να εργάζονται από ποτέ, τη δυναμική της γαλλικής "start-up nation" και την οικονομική ανάπτυξη που, σε ορίζοντα δεκαετίας, ξεπερνιέται μόνο από την Ισπανία μεταξύ των μεγάλων ευρωπαϊκών οικονομιών. Υποστηρίζει επίσης ότι η ηγεσία του Μακρόν στις διαδοχικές κρίσεις εδραίωσε την αντίληψη πως "η Γαλλία χωρίς την Ευρώπη δεν είναι πολλά, αλλά ούτε η Ευρώπη χωρίς τη Γαλλία είναι πολλά".

Ωστόσο, οι απώλειες έχουν συσσωρευτεί. Η απόφαση του Μακρόν να προκηρύξει πρόωρες βουλευτικές εκλογές το 2024 επιδείνωσε την πολιτική αστάθεια, οδηγώντας σε ένα κοινοβούλιο που ανάγκασε δύο πρωθυπουργούς να παραιτηθούν και καθυστέρησε τις προσπάθειες εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών. Ο Λεσκίρ, ερωτηθείς αν θα διεκδικήσει εκ νέου την έδρα του, αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να μην είναι ξανά υποψήφιος, χαρακτηρίζοντας τα δέκα χρόνια παρουσίας του στην πολιτική ως "μακρά θητεία".

Καθώς η Γαλλία οδεύει προς τις προεδρικές εκλογές του 2027, το διακύβευμα είναι τεράστιο. Η εκλογή της Λεπέν ή του Μελανσόν θα μπορούσε να σηματοδοτήσει μια ριζική αλλαγή πορείας, θέτοντας υπό αμφισβήτηση τη θέση της Γαλλίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την παγκόσμια σκηνή. Ο Λεσκίρ, από την πλευρά του, ελπίζει ότι όταν κατακάτσει η σκόνη, οι πολίτες θα αναγνωρίσουν τις αλλαγές που επέφερε η δεκαετία Μακρόν. Το μέλλον, ωστόσο, παραμένει αβέβαιο, καθώς η χώρα καλείται να ισορροπήσει μεταξύ της ανάγκης για δημοσιονομική εξυγίανση και της κοινωνικής συνοχής, σε ένα διεθνές περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από αυξανόμενη αστάθεια και γεωπολιτικές προκλήσεις.