23 Οκτωβρίου 2026

Ρόδος: Δέκα κάμερες κατέγραφαν μικρά παιδιά σε βρεφονηπιακό σταθμό – Σύλληψη 61χρονης

Στο επίκεντρο δικαστικής διερεύνησης βρίσκεται 61χρονη ιδιοκτήτρια και διευθύντρια βρεφονηπιακού σταθμού στη Ρόδο, η οποία συνελήφθη έπειτα από αστυνομική αυτοψία κατά την οποία διαπιστώθηκε η λειτουργία συστήματος βιντεοεπιτήρησης στους εσωτερικούς χώρους της επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένων των αιθουσών όπου φιλοξενούνται ανήλικα παιδιά.

Η υπόθεση οδηγήθηκε στο Αυτόφωρο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου, με την Εισαγγελία Πρωτοδικών να ασκεί ποινική δίωξη για φερόμενη παράνομη συλλογή, οργάνωση και αποθήκευση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας και του ευρωπαϊκού κανονισμού GDPR.

Η σύλληψη πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο ευρύτερης προκαταρκτικής εξέτασης, η οποία αφορά καταγγελίες γονέων για τη μεταχείριση παιδιών στον συγκεκριμένο σταθμό. Οι καταγγελίες αυτές αποτελούν ξεχωριστό αντικείμενο διερεύνησης και δεν έχει γίνει γνωστή οριστική δικαστική κρίση για το περιεχόμενό τους.

Σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσίευσε η ιστοσελίδα dimokratiki.gr, η αστυνομική επιχείρηση πραγματοποιήθηκε το πρωί της Τετάρτης 21 Οκτωβρίου 2026, παρουσία της προϊσταμένης της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ρόδου.

Την υπεράσπιση της 61χρονης έχει αναλάβει ο δικηγόρος Σταύρος Παναγιωτακόπουλος, ενώ η κατηγορουμένη υποστηρίζει ότι η εγκατάσταση των καμερών εξυπηρετούσε αποκλειστικά ανάγκες ασφάλειας, ελέγχου περιστατικών και προστασίας των παιδιών.

Δέκα κάμερες στους εσωτερικούς χώρους – Τι διαπίστωσαν οι αστυνομικοί

Η έρευνα στον βρεφονηπιακό σταθμό πραγματοποιήθηκε κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας που είχε εκδοθεί στις 20 Οκτωβρίου 2026. Αντικείμενό της ήταν η αυτοψία των εγκαταστάσεων, η καταγραφή των χώρων και ο εντοπισμός τυχόν οπτικού υλικού που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί στην εξελισσόμενη προκαταρκτική εξέταση.

Περίπου στις 10:00 το πρωί, αστυνομικοί της Υποδιεύθυνσης Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Ρόδου μετέβησαν στο κτίριο, συνοδευόμενοι από την αρμόδια εισαγγελική λειτουργό.

Κατά την άφιξή τους παρατήρησαν ότι στην εξωτερική πλευρά των εγκαταστάσεων υπήρχαν κάμερες ασφαλείας οι οποίες κάλυπταν την είσοδο και την περίμετρο του σταθμού. Στην είσοδο υπήρχε επίσης ενημερωτική σήμανση για τη λειτουργία κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης.

Την πόρτα άνοιξε εργαζόμενη της επιχείρησης, η οποία ενημέρωσε τους αστυνομικούς ότι η ιδιοκτήτρια απουσίαζε. Στη συνέχεια επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί της και της ζήτησε να μεταβεί στον σταθμό.

Κατά την αυτοψία στους εσωτερικούς χώρους, οι αστυνομικοί εντόπισαν δέκα κάμερες εγκατεστημένες σε διαφορετικά σημεία του κτιρίου. Οι συσκευές κάλυπταν διαδρόμους και αίθουσες όπου βρίσκονταν τα παιδιά, ενώ από την καταγραφή εξαιρούνταν οι χώροι των τουαλετών.

Στο γραφείο της διευθύντριας διαπιστώθηκε επίσης η ύπαρξη οθόνης μέσω της οποίας μεταδιδόταν ζωντανά εικόνα από τις κάμερες του σταθμού.

Η διαπίστωση αυτή αποτέλεσε βασικό στοιχείο της αστυνομικής έρευνας, καθώς η συστηματική καταγραφή εικόνας ανηλίκων σε χώρους καθημερινής παραμονής και φροντίδας εγείρει σοβαρά ζητήματα προστασίας προσωπικών δεδομένων.

Όταν η ιδιοκτήτρια έφτασε στις εγκαταστάσεις, οι αστυνομικοί ζήτησαν εξηγήσεις για το καθεστώς λειτουργίας του συστήματος βιντεοεπιτήρησης.

Η 61χρονη φέρεται να ανέφερε ότι δεν είχε λάβει ειδική άδεια από την αρμόδια αρχή, υποστηρίζοντας ότι αγνοούσε την ύπαρξη σχετικής υποχρέωσης. Παράλληλα, εξήγησε ότι οι κάμερες ήταν συνδεδεμένες με ηλεκτρονικό καταγραφικό και ότι οι γονείς ενημερώνονταν για τη λειτουργία τους κατά την εγγραφή των παιδιών.

Σύμφωνα με την ίδια, οι γονείς υπέγραφαν υπεύθυνη δήλωση συγκατάθεσης για την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων. Ως τεκμήριο της διαδικασίας αυτής παρέδωσε στους αστυνομικούς το υπόδειγμα του σχετικού εντύπου.

Οι αστυνομικοί την ενημέρωσαν για τις απαγορεύσεις που ισχύουν σχετικά με τη βιντεοσκόπηση ανηλίκων σε εσωτερικούς χώρους παιδικής φροντίδας και ζήτησαν να παραδώσει τον εξοπλισμό καταγραφής.

Η κατηγορουμένη υπέδειξε τη θέση της συσκευής, κοντά στον ηλεκτρολογικό πίνακα του κτιρίου, και την παρέδωσε στις αρχές.

Κατασχέθηκαν το ηλεκτρονικό καταγραφικό σύστημα, συσκευή αποθήκευσης δεδομένων και το υπόδειγμα της υπεύθυνης δήλωσης που χρησιμοποιούσε ο σταθμός. Ακολούθησε η σύλληψη της 61χρονης και η σχηματισθείσα δικογραφία για παραβάσεις της νομοθεσίας περί προσωπικών δεδομένων.

Η υπερασπιστική θέση της ιδιοκτήτριας και το κρίσιμο ζήτημα της συγκατάθεσης

Κατά την απολογία της, η ιδιοκτήτρια υποστήριξε ότι το σύστημα βιντεοεπιτήρησης είχε εγκατασταθεί με μοναδικό σκοπό την ασφάλεια των παιδιών και την εξακρίβωση περιστατικών που ενδέχεται να συμβούν κατά τη λειτουργία του σταθμού.

Όπως εξήγησε, από την πρώτη επίσκεψη των γονέων στις εγκαταστάσεις υπήρχε ενημέρωση για τις κάμερες, ενώ τους παρεχόταν η δυνατότητα να ζητήσουν την προβολή συγκεκριμένου υλικού μέσα σε χρονικό διάστημα οκτώ ημερών από κάποιο συμβάν.

Η ίδια ανέφερε ότι αποκλειστική πρόσβαση στο σύστημα είχε εκείνη και ότι χρησιμοποιούσε το υλικό όταν προέκυπτε ανάγκη ελέγχου. Κατά τους ισχυρισμούς της, η λειτουργία των καμερών είχε συμβάλει επανειλημμένα στη διευκρίνιση περιστατικών μεταξύ παιδιών.

Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα περιέγραψε περίπτωση κατά την οποία ένα παιδί φέρεται να δάγκωσε άλλο στο πρόσωπο, προκαλώντας τραυματισμό. Όπως υποστήριξε, οι γονείς θέλησαν να διαπιστώσουν τι ακριβώς είχε συμβεί, προκειμένου να ενημερώσουν τον παιδοψυχολόγο που παρακολουθούσε το παιδί τους.

Η 61χρονη αναφέρθηκε και σε δεύτερο συμβάν, κατά το οποίο ένα αγόρι φέρεται να δάγκωσε κορίτσι μετά την αφύπνισή του. Σύμφωνα με τη δική της περιγραφή, η εξέταση των εικόνων επέτρεψε να εξακριβωθούν οι συνθήκες του περιστατικού.

Πέρα από την ασφάλεια των ανηλίκων, η ιδιοκτήτρια παραδέχθηκε ότι αξιοποιούσε τις κάμερες και για τον έλεγχο της εργασίας του προσωπικού.

Συγκεκριμένα, περιέγραψε καταγγελία μητέρας ότι το παιδί της επέστρεφε συχνά στο σπίτι πεινασμένο, παρότι είχε ενημερωθεί ότι είχε καταναλώσει το προβλεπόμενο γεύμα στον σταθμό.

Η διευθύντρια υποστήριξε ότι από την εξέταση του οπτικού υλικού διαπίστωσε πως εργαζόμενη δεν είχε ταΐσει το συγκεκριμένο παιδί, ενώ είχε καταγράψει το αντίθετο στο ημερήσιο έντυπο παρακολούθησης.

Η συγκεκριμένη αναφορά αποτελεί ισχυρισμό της κατηγορουμένης και δεν έχει παρουσιαστεί ανεξάρτητη δικαστική αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών.

Η 61χρονη υποστήριξε επίσης ότι η παρακολούθηση των εγκαταστάσεων εξυπηρετούσε την προστασία των οικονομικών συναλλαγών του σταθμού, ιδιαίτερα κατά τις ώρες που η ίδια απουσίαζε.

Κατά την απολογία της ανέφερε ότι δεν είχε αντιμετωπίσει ανάλογες κατηγορίες στο παρελθόν και επέμεινε πως το σύστημα λειτουργούσε ως μέσο πρόληψης και διαφάνειας απέναντι στις οικογένειες.

Κεντρικό σημείο της υπόθεσης αποτελεί το περιεχόμενο της υπεύθυνης δήλωσης που υπέγραφαν οι γονείς. Το έντυπο περιλαμβάνει γενική αναφορά στη συλλογή, αποθήκευση και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων των γονέων και των παιδιών, καθώς και στη διαβίβασή τους σε αρμόδιες υπηρεσίες ή συνεργαζόμενους επαγγελματίες, όπως γιατρούς και γυμναστές.

Η γενική αυτή διατύπωση δεν συνεπάγεται αυτομάτως νόμιμη συγκατάθεση για τη συνεχή βιντεοεπιτήρηση ανηλίκων μέσα στις αίθουσες ενός βρεφονηπιακού σταθμού. Η νομιμότητα μιας τέτοιας επεξεργασίας εξαρτάται από συγκεκριμένες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων ο σκοπός της καταγραφής, η αναγκαιότητα, η αναλογικότητα και η ύπαρξη κατάλληλης νομικής βάσης.

Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης το γεγονός ότι το σύστημα χρησιμοποιούνταν, κατά τους ισχυρισμούς της ίδιας της ιδιοκτήτριας, και για την παρακολούθηση της εργασιακής συμπεριφοράς των υπαλλήλων.

Η παρακολούθηση εργαζομένων μέσω καμερών υπόκειται σε αυστηρούς περιορισμούς της νομοθεσίας προστασίας δεδομένων, ενώ η συγκατάθεση γονέων δεν μπορεί να υποκαταστήσει τις νόμιμες προϋποθέσεις επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων του προσωπικού.

Παράλληλα, η υπόθεση αναδεικνύει την ανάγκη διάκρισης μεταξύ της τοποθέτησης καμερών σε εισόδους και περιμετρικά σημεία για λόγους ασφάλειας και της συστηματικής καταγραφής δραστηριοτήτων στους χώρους όπου παραμένουν καθημερινά τα παιδιά.

Η ύπαρξη ενημερωτικής πινακίδας ή γενικής δήλωσης συγκατάθεσης δεν καθιστά από μόνη της νόμιμη κάθε μορφή βιντεοεπιτήρησης.

Η τελική κρίση για την ποινική ευθύνη της 61χρονης ανήκει στο αρμόδιο δικαστήριο, το οποίο θα εξετάσει τις συνθήκες εγκατάστασης και χρήσης των καμερών, το περιεχόμενο των εντύπων συγκατάθεσης και τα υπόλοιπα στοιχεία της δικογραφίας.

Παράλληλα, η ευρύτερη εισαγγελική έρευνα για τις καταγγελίες γονέων σχετικά με τη μεταχείριση ανηλίκων στον σταθμό παραμένει διακριτή από την υπόθεση των προσωπικών δεδομένων.

Η εξέλιξη στη Ρόδο αναδεικνύει τη σημασία της προστασίας της ιδιωτικότητας των παιδιών σε δομές προσχολικής αγωγής, καθώς και της σαφούς εφαρμογής του GDPR σε χώρους όπου η ασφάλεια, η καθημερινή φροντίδα και η προστασία προσωπικών δεδομένων πρέπει να διασφαλίζονται ταυτόχρονα.