Γερμανία - ΗΠΑ: Το κάλιο στο επίκεντρο της νέας εμπορικής αντιπαράθεσης

Το κάλιο, γνωστό και ως ποτάσα, αναδεικνύεται σε πιθανό σημείο πίεσης στις σχέσεις Ευρώπης - Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς οι γερμανικές αρχές εξετάζουν ευάλωτους κρίκους στην αμερικανική εφοδιαστική αλυσίδα, σε μια περίοδο αυξανόμενης έντασης με την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ.

Σύμφωνα με πληροφορίες του Bloomberg, το Βερολίνο έχει εντοπίσει την εξάρτηση των ΗΠΑ από εισαγωγές καλίου ως έναν τομέα με ιδιαίτερη στρατηγική σημασία. Το κάλιο αποτελεί βασικό συστατικό των γεωργικών λιπασμάτων και είναι κρίσιμο για την αγροτική παραγωγή.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες εισάγουν πάνω από το 90% των αναγκών τους σε κάλιο, γεγονός που καθιστά την αμερικανική οικονομία εξαρτημένη από διεθνείς προμηθευτές, με κυριότερο τον Καναδά.

Η ποτάσα ως εργαλείο πίεσης

Η ποτάσα, λίπασμα πλούσιο σε κάλιο που παράγεται από υπόγεια κοιτάσματα, εξετάζεται ως ένα από τα πιθανά μέσα πίεσης που θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν σύμμαχοι των ΗΠΑ, εφόσον ο Ντόναλντ Τραμπ κλιμακώσει τις εμπορικές και γεωπολιτικές απειλές του.

Οι απειλές του Αμερικανού προέδρου για προσάρτηση της Γροιλανδίας, η οποία αποτελεί δανικό έδαφος, προκάλεσαν έντονη ανησυχία στην Ευρώπη. Μετά από εκείνη την εξέλιξη, ευρωπαϊκές κυβερνήσεις άρχισαν να εξετάζουν ποια σημεία των παγκόσμιων αλυσίδων εφοδιασμού θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως μοχλοί πίεσης απέναντι στην Ουάσιγκτον.

Στο ευρύτερο πλαίσιο εξετάζονται ευαίσθητοι τομείς, όπως η στάση απέναντι σε αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας με στενούς δεσμούς με τον Λευκό Οίκο, ο έλεγχος επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη και η πολιτική γύρω από τις τιμές των φαρμάκων.

Στον αγροτικό τομέα, το κάλιο φαίνεται να αποκτά κεντρική σημασία. Ο Καναδάς είναι με διαφορά ο μεγαλύτερος προμηθευτής των ΗΠΑ, ενώ η καναδική Nutrien θεωρείται ο μεγαλύτερος παραγωγός ποτάσας παγκοσμίως.

Σημαντικός παίκτης είναι και η γερμανική K+S Group, με έδρα το Κάσελ, η οποία παράγει κάλιο από το ορυχείο Bethune στην επαρχία Σασκάτσουαν του Καναδά.

Οι γερμανικοί υπολογισμοί και ο ρόλος του Καναδά

Κατά τις πληροφορίες του Bloomberg, Γερμανοί αξιωματούχοι εξετάζουν κατά πόσο εταιρείες όπως η K+S θα μπορούσαν, σε περίπτωση εμπορικής αντιπαράθεσης, να περιορίσουν παραγγελίες προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Λαρς Κλίνγκμπαϊλ αναμένεται να επισκεφθεί τον Καναδά αυτή την εβδομάδα, σε μια συγκυρία όπου το θέμα των κρίσιμων πρώτων υλών αποκτά μεγαλύτερη γεωπολιτική βαρύτητα.

Πηγές που επικαλείται το Bloomberg αναφέρουν ότι δεν έχει ληφθεί απόφαση για περιορισμούς στις εξαγωγές καλίου. Η προτιμώμενη γραμμή του Βερολίνου παραμένει η αποκατάσταση και βελτίωση των διατλαντικών σχέσεων, καθώς μια εμπορική σύγκρουση αντιποίνων θα έπληττε επιχειρήσεις και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.

Η στάση του Καναδά παραμένει επίσης καθοριστική. Η Οτάβα βρίσκεται ήδη σε διαπραγματεύσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες για τομεακούς δασμούς σε χάλυβα, αλουμίνιο, αυτοκίνητα και ξυλεία, ενόψει της αναθεώρησης της Συμφωνίας ΗΠΑ - Μεξικού - Καναδά, που έχει προγραμματιστεί για την 1η Ιουλίου.

Οποιαδήποτε κίνηση περιορισμού στις εξαγωγές καλίου θα μπορούσε να προκαλέσει και εσωτερικές πολιτικές αντιδράσεις στον Καναδά, καθώς η παραγωγή συγκεντρώνεται σε δυτικές επαρχίες όπου κυριαρχούν συντηρητικές πολιτικές ηγεσίες.

Ο πρωθυπουργός του Σασκάτσουαν, Σκοτ Μο, είχε απορρίψει στα τέλη του 2024 πρόταση για πιθανή επιβολή εξαγωγικών φόρων σε ποτάσα, ουράνιο και πετρέλαιο.

Παράλληλα, ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ δήλωσε την περασμένη εβδομάδα στο Canadian Press ότι η κυβέρνησή του δεν προτίθεται να χρησιμοποιήσει την ενέργεια ή τα κρίσιμα ορυκτά ως διαπραγματευτικό όπλο στις εμπορικές συνομιλίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η επιδείνωση των σχέσεων Βερολίνου - Ουάσιγκτον

Η συζήτηση για το κάλιο έρχεται σε μια περίοδο νέας έντασης ανάμεσα στη Γερμανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι σχέσεις των δύο χωρών επιβαρύνθηκαν περαιτέρω μετά τις επικρίσεις του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς για τον πόλεμο στο Ιράν.

Η τοποθέτηση του Γερμανού καγκελάριου προκάλεσε οξεία αντίδραση από τον Ντόναλντ Τραμπ, ενώ ακολούθησε ανακοίνωση του Πενταγώνου για απόσυρση περισσότερων από 5.000 Αμερικανών στρατιωτών από τη Γερμανία.

Την ίδια ώρα, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να διαφοροποιήσουν τις πηγές εισαγωγής ποτάσας. Τον Μάρτιο, η κυβέρνηση Τραμπ ήρε κυρώσεις σε σημαντικό παραγωγό καλίου στη Λευκορωσία, στενό σύμμαχο της Ρωσίας, μετά τη συμφωνία του Αλεξάντερ Λουκασένκο να απελευθερώσει 250 πολιτικούς κρατούμενους.

Η Λευκορωσία υπήρξε σημαντικός παράγοντας στην παγκόσμια παραγωγή καλίου, καλύπτοντας περίπου το ένα πέμπτο της διεθνούς ζήτησης για θρεπτικά συστατικά εδάφους, έως ότου οι δυτικές κυρώσεις περιόρισαν τις εξαγωγικές ροές μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Η Ρωσία παραμένει επίσης μεγάλος παραγωγός καλίου. Ωστόσο, ο Καναδάς εξακολουθεί να είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας παγκοσμίως, με αποστολές που ξεπερνούν τα 22 εκατομμύρια τόνους ετησίως και μερίδιο που προσεγγίζει τα δύο πέμπτα των παγκόσμιων εξαγωγών από τις αρχές του 2026.

Το ζήτημα της ποτάσας δείχνει ότι η αντιπαράθεση γύρω από το εμπόριο και την ασφάλεια δεν περιορίζεται πλέον στους δασμούς ή στους εξοπλισμούς. Επεκτείνεται σε κρίσιμες πρώτες ύλες, αγροτική παραγωγή και εφοδιαστικές αλυσίδες, όπου η εξάρτηση μπορεί να μετατραπεί σε εργαλείο γεωπολιτικής πίεσης.