Γιάννης Ιωαννίδης: Καταπέλτης για ΕΣΥ, δημογραφικό και «αχρηστοκρατία» στην Ελλάδα
Μια από τις πιο σκληρές και τεκμηριωμένες παρεμβάσεις για την κατάσταση της χώρας έκανε ο καθηγητής Γιάννης Ιωαννίδης, μιλώντας στο Κρήτη TV και στην εκπομπή του δημοσιογράφου Γιώργου Σαχίνη. Ο διεθνώς αναγνωρισμένος Έλληνας επιστήμονας, που βρέθηκε στο περιθώριο του δημόσιου διαλόγου κατά την περίοδο της πανδημίας επειδή αμφισβήτησε κρίσιμες επιλογές της κυβερνητικής διαχείρισης, παρουσίασε στοιχεία που συνθέτουν μια ζοφερή εικόνα για την Ελλάδα της τελευταίας επταετίας.
Μέσα από επιστημονικούς πίνακες, διεθνείς δείκτες και συγκριτικά δεδομένα, ο καθηγητής κατέγραψε μια χώρα που, κατά την ανάλυσή του, βυθίζεται σε παρακμή, δημογραφική κατάρρευση, θεσμική φθορά και υγειονομική εγκατάλειψη. Η παρέμβασή του δεν περιορίστηκε σε γενικές διαπιστώσεις. Περιέγραψε μια Ελλάδα που χάνει πληθυσμό, επιβαρύνει οικονομικά τους ασθενείς, υπονομεύει το δημόσιο σύστημα υγείας και διολισθαίνει σε δείκτες που την απομακρύνουν από τον πυρήνα των ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών χωρών.
Ο Γιάννης Ιωαννίδης χρησιμοποίησε βαριές εκφράσεις για το μοντέλο εξουσίας που, όπως υποστήριξε, έχει επικρατήσει στην Ελλάδα. Μίλησε για μια «αχρηστοκρατία» που εμφανίζεται ως «αριστεία», περιγράφοντας ένα σύστημα όπου, κατά την άποψή του, οι πλέον ανεπαρκείς καταλαμβάνουν κρίσιμες θέσεις ευθύνης και οδηγούν τη χώρα σε θεσμική, κοινωνική και υγειονομική αποσύνθεση.
Η κριτική του ήταν ευθεία και πολιτικά αιχμηρή. Υποστήριξε ότι το κράτος λειτουργεί με τρόπο που αποδυναμώνει τους πολίτες και τους οδηγεί σε παραίτηση, ενώ η δημόσια ζωή κυριαρχείται από πρόσωπα και μηχανισμούς που δεν παράγουν πραγματικό έργο. Κατά τον ίδιο, η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει απλώς πρόβλημα κακοδιοίκησης, αλλά μια μόνιμη και οργανωμένη στρέβλωση, η οποία μεταμφιέζει την ανικανότητα σε επιτυχία.
Το ΕΣΥ, οι ιδιωτικές δαπάνες και η υγειονομική εξάντληση των πολιτών
Ιδιαίτερο βάρος έδωσε ο καθηγητής στην κατάσταση του Εθνικού Συστήματος Υγείας, παρουσιάζοντας στοιχεία που, όπως είπε, αποδομούν το κυβερνητικό αφήγημα περί ενίσχυσης της δημόσιας περίθαλψης. Σύμφωνα με τα δεδομένα που επικαλέστηκε, οι Έλληνες ασθενείς πληρώνουν από την τσέπη τους πολύ μεγαλύτερο μέρος των δαπανών υγείας σε σχέση με πολίτες άλλων χωρών.
Ο Γιάννης Ιωαννίδης ανέφερε ότι το 34% των δαπανών υγείας στην Ελλάδα προέρχεται απευθείας από την τσέπη του ασθενούς. Το ποσοστό αυτό, όπως σημείωσε, είναι από τα υψηλότερα στην ευρωζώνη, μαζί με τη Βουλγαρία. Η σύγκριση είναι αποκαλυπτική: στη Γαλλία το αντίστοιχο ποσοστό βρίσκεται στο 9%, στη Γερμανία στο 11% και στις ΗΠΑ επίσης στο 11%.
Το στοιχείο αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρούνται διεθνώς παράδειγμα ιδιωτικοποιημένου και σκληρού συστήματος υγείας. Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο καθηγητής, οι Έλληνες ασθενείς επιβαρύνονται αναλογικά πολύ περισσότερο, σε μια χώρα με χαμηλότερους μισθούς και περιορισμένη αγοραστική δύναμη.
Ο καθηγητής υποστήριξε ότι το ΕΣΥ δεν ενισχύεται ουσιαστικά, αλλά υποσκάπτεται. Αναφέρθηκε ειδικά στο κόστος των φαρμάκων, λέγοντας ότι στην Ελλάδα οι ασθενείς καλύπτουν περίπου το μισό κόστος από την τσέπη τους, ενώ ο μέσος όρος στις χώρες του ΟΟΣΑ είναι περίπου 16%. Το βάρος πέφτει κυρίως σε ευάλωτους πολίτες, χαμηλοσυνταξιούχους και ασθενείς με χρόνια προβλήματα υγείας.
Κατά την ανάλυσή του, η Ελλάδα έχει φτάσει να εμφανίζει το μεγαλύτερο ποσοστό νοικοκυριών που μέσα σε έναν χρόνο οδηγούνται σε οικονομική καταστροφή εξαιτίας ζητημάτων υγείας. Η προειδοποίησή του ήταν σαφής: αν η πορεία αυτή συνεχιστεί, ολοένα και περισσότεροι πολίτες θα κινδυνεύουν να χρεοκοπήσουν όταν έρθουν αντιμέτωποι με ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας.
Ακόμη πιο βαρύ είναι το στοιχείο για τους πολίτες που δεν μπορούν να καλύψουν βασικές ιατρικές ανάγκες λόγω κόστους, απόστασης ή χρόνου αναμονής. Ο καθηγητής ανέφερε ότι στην Ελλάδα το ποσοστό αυτό φτάνει το 21%, όταν στην Ευρώπη κινείται περίπου στο 3%. Ο ίδιος χαρακτήρισε την εικόνα αυτή ως έγκλημα, αποδίδοντας ευθύνη σε όσους διαχειρίζονται το σύστημα υγείας.
Η κριτική του προς την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Υγείας ήταν καταπέλτης. Ο Γιάννης Ιωαννίδης υποστήριξε ότι τα επιστημονικά δεδομένα συγκρούονται με την επίσημη κυβερνητική εικόνα και δήλωσε ότι όποιος έχει ευθύνη για αυτή την κατάσταση εγκληματεί απέναντι στην κοινωνία. Με τον τρόπο αυτό έθεσε το ζήτημα της δημόσιας υγείας όχι ως τεχνική αστοχία, αλλά ως βαθύ πολιτικό και κοινωνικό πρόβλημα.
Στο ίδιο πλαίσιο αναφέρθηκε και στη φαρμακευτική δαπάνη, συνδέοντας την ελληνική πραγματικότητα με τον τρόπο που λειτουργεί η αγορά φαρμάκου διεθνώς. Κατά τον καθηγητή, η Ελλάδα λειτουργεί ως αδύναμος κρίκος και ως σημείο αναφοράς στην τιμολόγηση φαρμάκων, γεγονός που, όπως υποστήριξε, συνδέεται με έναν συνδυασμό ανικανότητας και διαφθοράς.
Ο ίδιος επανέφερε και την υπόθεση Novartis, ασκώντας σκληρή κριτική σε όσους τη χαρακτήρισαν σκευωρία. Υποστήριξε ότι, ενώ άλλες χώρες εισέπραξαν πρόστιμα από τη φαρμακευτική εταιρία, στην Ελλάδα η υπόθεση οδηγήθηκε σε ασαφείς διαδρομές, με αδιευκρίνιστα ποσά και χωρίς ουσιαστική απόδοση ευθυνών. Η αναφορά του άνοιξε ξανά το ζήτημα της διαφάνειας, της πολιτικής προστασίας προσώπων και της σχέσης κράτους – φαρμακευτικών συμφερόντων.
Δημογραφική κατάρρευση και το αφήγημα της «αριστείας»
Το δεύτερο μεγάλο μέτωπο που ανέδειξε ο Γιάννης Ιωαννίδης ήταν το δημογραφικό. Τα στοιχεία που παρουσίασε δείχνουν μια χώρα που γερνά, συρρικνώνεται και χάνει την πληθυσμιακή της δυναμική με ρυθμούς που πλέον απειλούν την ίδια τη συνέχεια του Ελληνισμού.
Σύμφωνα με τον καθηγητή, η Ελλάδα έχει φτάσει στο σημείο να καταγράφει διπλάσιους θανάτους από γεννήσεις. Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα των γεννήσεων από Έλληνες γονείς, οι οποίες, όπως ανέφερε, περιορίζονται περίπου στις 40.000, δηλαδή μόλις στο ένα τρίτο των θανάτων.
Η σύγκριση με το παρελθόν είναι συντριπτική. Τη δεκαετία του 1930, οι γεννήσεις από Έλληνες γονείς αντιστοιχούσαν σε μία στις 350 παγκοσμίως. Σήμερα, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, αντιστοιχούν περίπου σε μία στις 3.500. Πρόκειται για οπισθοχώρηση δέκα φορές σε επίπεδο πληθυσμιακής παρουσίας του Ελληνισμού.
Ο καθηγητής σημείωσε ότι η Ελλάδα έχει εξελιχθεί στη δεύτερη πιο γερασμένη χώρα στον κόσμο. Η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί απλώς δημογραφικό δείκτη. Σημαίνει μικρότερο εργατικό δυναμικό, μεγαλύτερη πίεση στο ασφαλιστικό, αποδυνάμωση της περιφέρειας, κλείσιμο σχολείων, ερήμωση χωριών και βαθύτερη κοινωνική κόπωση.
Για τις κυβερνητικές παρεμβάσεις στο δημογραφικό, ο Γιάννης Ιωαννίδης εμφανίστηκε απόλυτα απορριπτικός. Τις περιέγραψε ως επικοινωνιακά τεχνάσματα, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση μοιράζει ελάχιστα ποσά, ενώ δαπανά πολύ περισσότερα για την προβολή της ίδιας της πολιτικής της. Κατά την κρίση του, τέτοιου είδους μέτρα δεν αγγίζουν τον πυρήνα του προβλήματος.
Η δημογραφική κατάρρευση, όπως προκύπτει από την ανάλυσή του, συνδέεται με τη συνολική κατάσταση της χώρας: μισθούς, κόστος ζωής, υγεία, στέγαση, προοπτική, εμπιστοσύνη στους θεσμούς και δυνατότητα των νέων ανθρώπων να σχεδιάσουν τη ζωή τους στην Ελλάδα. Όταν η κοινωνία δεν νιώθει ασφάλεια, δεν γεννά, δεν επενδύει στο μέλλον και δεν μένει στον τόπο της.
Το τρίτο μεγάλο ζήτημα που ανέδειξε ο καθηγητής αφορά την ποιότητα της διακυβέρνησης. Χρησιμοποίησε τον όρο «αχρηστοκρατία» για να περιγράψει, όπως είπε, ένα σύστημα στο οποίο η ανικανότητα δεν τιμωρείται, αλλά επιβραβεύεται. Στο στόχαστρό του βρέθηκε το κυβερνητικό αφήγημα της «αριστείας», το οποίο χαρακτήρισε προϊόν επικοινωνιακής κατασκευής.
Σύμφωνα με τον Γιάννη Ιωαννίδη, η «αριστεία» στην Ελλάδα δεν ταυτίζεται με αξιοκρατία, γνώση, αποτελεσματικότητα ή δημόσια προσφορά. Αντιθέτως, κατά την αιχμηρή του διατύπωση, στηρίζεται στην ικανότητα ενός συστήματος να διαθέτει μηχανισμούς προβολής, γραφιάδες και πρόθυμους υποστηρικτές που κολακεύουν την εξουσία.
Η εικόνα που παρουσίασε είναι εκείνη μιας χώρας που δεν τιμά το παρελθόν της, εκτός αν μπορεί να το εμπορευματοποιήσει, και δεν υπερασπίζεται το μέλλον της, επειδή έχει παραδοθεί στη διαχείριση του παρόντος με όρους επικοινωνίας. Σε δείκτες διαφθοράς, δημοκρατίας και κοινωνικής αντοχής, όπως είπε, η Ελλάδα απομακρύνεται από τα ευρωπαϊκά πρότυπα και διολισθαίνει σε κατηγορίες χωρών με πολύ χαμηλότερη θεσμική ποιότητα.
Το βιογραφικό του Γιάννη Ιωαννίδη δίνει ιδιαίτερο βάρος στις παρεμβάσεις του. Είναι καθηγητής Παθολογίας, Επιδημιολογίας, Πληθυσμιακής Υγείας και Επιστήμης Δεδομένων στο Στάνφορντ, διευθυντής του Κέντρου Καινοτομίας και κάτοχος της έδρας George E. and Lucy Becker. Γεννήθηκε το 1965 στη Νέα Υόρκη και μεγάλωσε στην Ελλάδα.
Αποφοίτησε πρώτος από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου έλαβε και διδακτορικό στη Βιοπαθολογία. Εκπαιδεύτηκε στο Harvard και στο Tufts στην Εσωτερική Παθολογία και στις Λοιμώδεις Νόσους, ενώ έχει εργαστεί σε κορυφαία ακαδημαϊκά και ερευνητικά ιδρύματα, όπως το NIH, το Johns Hopkins και το Tufts.
Από το 1999 έως το 2010 διετέλεσε καθηγητής και πρόεδρος του Τμήματος Υγιεινής και Επιδημιολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, πριν μετακινηθεί στο Στάνφορντ. Έχει διδάξει επίσης σε Harvard, Tufts και Imperial College, ενώ έχει τιμηθεί με σημαντικά διεθνή βραβεία.
Τέσσερις δημοσιεύσεις του περιλαμβάνονται στις 120 επιστημονικές εργασίες με τη μεγαλύτερη απήχηση στον δημόσιο χώρο σε όλη την επιστημονική βιβλιογραφία, ενώ οι αναφορές στο έργο του ξεπερνούν τις 460.000. Αυτό το διεθνές επιστημονικό βάρος καθιστά την παρέμβασή του δύσκολα αγνοήσιμη, ακόμη και από όσους θα προτιμούσαν να την υποβαθμίσουν.
Η συνέντευξη Ιωαννίδη δεν ήταν μια συνηθισμένη πολιτική καταγγελία. Ήταν μια τεκμηριωμένη αποτύπωση παρακμής, με αριθμούς, δείκτες και συγκρίσεις. Το μήνυμα που προκύπτει είναι βαρύ: η Ελλάδα δεν έχει απλώς προβλήματα διαχείρισης. Αν δεν αλλάξει ριζικά πορεία στην υγεία, στο δημογραφικό, στη δημόσια διοίκηση και στη θεσμική λειτουργία, η σημερινή κρίση κινδυνεύει να γίνει μόνιμη κατάσταση εθνικής φθοράς.
Πιο Δημοφιλή
Πέθανε ο Γιώργος Μαζωνάκης
599 ημέρες πίσω από τα κάγκελα για καταγγελίες που η 19χρονη ανακάλεσε
Θάνατος Γιώργου Μαζωνάκη: Έρευνα για τον γιατρό και το ιατρείο
ΕΦΚΑ: Το σχέδιο ΣΥΡΙΖΑ για κοινωνικό επενδυτικό ταμείο
Πιο Πρόσφατα
Συνεχίζονται οι έρευνες νότια της Γαύδου για 25 αγνοούμενους
ΠΑΣΟΚ, ΕΛΑΣ, ΣΥΡΙΖΑ: Μάχη για ψηφοδέλτια και συμμαχίες
Το νέο δόγμα Μητσοτάκη για τα ακριτικά νησιά