Η Άγκυρα εμφανίζεται εγγυήτρια σταθερότητας - Παζαρεύει ισχύ πάνω στη φωτιά του Ιράν

Η Άγκυρα δεν μιλά απλώς για ειρήνη. Επενδύει πολιτικά στην αστάθεια, μετατρέπει την κρίση γύρω από το Ιράν σε εργαλείο γεωπολιτικής αναβάθμισης και στέλνει προς κάθε κατεύθυνση το ίδιο μήνυμα: χωρίς την Τουρκία δεν μπορεί να στηθεί ούτε σχέδιο αποκλιμάκωσης ούτε νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας στην περιοχή. Πίσω από τις δηλώσεις του Χακάν Φιντάν περί εδαφικής ακεραιότητας του Ιράν και αποτροπής ενός εμφυλίου πολέμου, διακρίνεται μια ψυχρή, υπολογισμένη στρατηγική. Η Τουρκία επιχειρεί να εμφανιστεί ταυτόχρονα ως εγγυήτρια σταθερότητας, αναγκαίος διαμεσολαβητής, κρίσιμος νατοϊκός σύμμαχος και στρατηγικός εταίρος της Ευρώπης που δικαιούται ανταλλάγματα.

Αυτό ήταν το πραγματικό περιεχόμενο της δημόσιας τοποθέτησης του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών μετά τη συνάντησή του στην Άγκυρα με τον Γερμανό ομόλογό του, Γιόχαν Βάντεφουλ. Ο Φιντάν διατύπωσε με έμφαση την αντίθεση της Άγκυρας σε κάθε σενάριο που θα μπορούσε να οδηγήσει σε εσωτερική διάλυση του Ιράν, σε εμφύλιο πόλεμο ή σε αναζωπύρωση συγκρούσεων με βάση εθνοτικές και θρησκευτικές διαφορές. Προειδοποίησε μάλιστα ότι κανείς δεν πρέπει να τρέφει τέτοιες επιδιώξεις, ενώ επέμεινε πως δεν πρέπει να τεθεί υπό αμφισβήτηση η εδαφική ακεραιότητα της χώρας ούτε να ανακινηθούν σενάρια αλλαγής καθεστώτος.

Σε πρώτη ανάγνωση, η τουρκική στάση μπορεί να εμφανίζεται ως μια ψύχραιμη έκκληση υπέρ της ειρήνης. Στην πραγματικότητα, όμως, αποκαλύπτει πολύ περισσότερα. Η Άγκυρα δεν υπερασπίζεται απλώς τη σταθερότητα του Ιράν για λόγους αρχής. Υπερασπίζεται πρωτίστως το δικό της στρατηγικό συμφέρον. Ένα Ιράν που θα βυθιστεί σε χάος, διάσπαση ή πολυεπίπεδη σύγκρουση θα σήμαινε για την Τουρκία έναν εφιάλτη στα ανατολικά της σύνορα: νέες προσφυγικές ροές, αναζωπύρωση αποσχιστικών τάσεων, ενίσχυση ένοπλων δικτύων, αποσταθεροποίηση ολόκληρης της περιοχής. Γι’ αυτό και η τουρκική διπλωματία εμφανίζεται σήμερα τόσο κατηγορηματική. Όχι επειδή λειτουργεί ως αφηρημένος υπερασπιστής της ειρήνης, αλλά επειδή θέλει να αποτρέψει μια περιφερειακή έκρηξη που θα έπληττε πρώτα από όλα την ίδια.

Την ίδια στιγμή, όμως, η Άγκυρα αξιοποιεί αυτή την κρίση για να ενισχύσει το διεθνές της αποτύπωμα. Όταν ο Φιντάν τονίζει ότι η Τουρκία διατηρεί διπλωματικές επαφές τόσο με το Ιράν όσο και με τις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν περιγράφει απλώς μια σειρά συνομιλιών. Προβάλλει τον εαυτό της ως κόμβο διαμεσολάβησης, ως αναγκαίο συνομιλητή όλων των πλευρών, ως δύναμη χωρίς την οποία δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή αποκλιμάκωση. Αυτή είναι και η καρδιά της τουρκικής στρατηγικής: να μετατρέψει την κρίση σε απόδειξη της δικής της χρησιμότητας και άρα σε όχημα αναβάθμισης του ρόλου της.

Το ακόμη πιο αποκαλυπτικό στοιχείο είναι ότι η τουρκική πλευρά δεν αποσύνδεσε τη συζήτηση για τη Μέση Ανατολή από τα υπόλοιπα γεωπολιτικά της αιτήματα. Αντιθέτως, τα συνέδεσε με απόλυτη σαφήνεια. Ο Φιντάν αναφέρθηκε ευθέως στη συνεργασία με τη Γερμανία στον αμυντικό τομέα, εξέφρασε ικανοποίηση για τη στάση του Βερολίνου ως προς τα Eurofighter Typhoon και άφησε να εννοηθεί ότι η Άγκυρα αναμένει αυτή η θετική προσέγγιση να επεκταθεί και σε άλλες πτυχές της αμυντικής βιομηχανίας. Με απλά λόγια, η Τουρκία λέει στη Δύση ότι, εφόσον τη χρειάζεται ως παράγοντα σταθερότητας, οφείλει να τη μεταχειριστεί και ως στρατηγικό εταίρο χωρίς επιφυλάξεις, περιορισμούς ή αποκλεισμούς.

Δεν πρόκειται για σύμπτωση. Η Τουρκία προσπαθεί να κεφαλαιοποιήσει τη γεωγραφική της θέση, τον ρόλο της στο ΝΑΤΟ, την επιρροή της στη Μέση Ανατολή και τη δυνατότητά της να παρεμβαίνει σε κρίσεις, ώστε να αποσπάσει πολιτικά, στρατιωτικά και οικονομικά οφέλη. Η κρίση με το Ιράν προσφέρει στην Άγκυρα μια ιδανική ευκαιρία να επαναφέρει επιθετικά όλα τα ανοικτά αιτήματά της: από την προμήθεια προηγμένων οπλικών συστημάτων έως την αναθέρμανση της ευρωπαϊκής της προοπτικής και την αναβάθμιση της Τελωνειακής Ένωσης.

Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να διαβαστεί και η αναφορά του Φιντάν στην ενταξιακή πορεία της Τουρκίας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Όταν η τουρκική διπλωματία ζητά η διαδικασία να προχωρήσει με αντικειμενικά κριτήρια, δεν επαναλαμβάνει απλώς μια πάγια θέση. Θέτει εμμέσως την Ευρώπη προ των ευθυνών της: εάν θέλετε μια Τουρκία ενταγμένη στο δυτικό σύστημα ασφαλείας και χρήσιμη στη διαχείριση των περιφερειακών κρίσεων, τότε δεν μπορείτε να την κρατάτε εκτός των μεγάλων αποφάσεων. Αντίστοιχα, όταν η Άγκυρα προειδοποιεί ότι ο αποκλεισμός της από ορισμένες πρωτοβουλίες της ΕΕ αποδυναμώνει την ευρωπαϊκή ασφάλεια, στην ουσία διατυπώνει μια πολιτική απαίτηση: να αναγνωριστεί ως αναντικατάστατος πυλώνας της νέας ευρωπαϊκής γεωπολιτικής πραγματικότητας.

Ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών, από την πλευρά του, φρόντισε να επιβεβαιώσει ότι το Βερολίνο βλέπει πλέον την Τουρκία με πιο ωφελιμιστικό και στρατηγικό βλέμμα. Η αναφορά του στην ανάγκη ενίσχυσης των σχέσεων με την Άγκυρα στους τομείς της ασφάλειας, της άμυνας και της οικονομίας δεν είναι τυπική διπλωματική ευγένεια. Αντανακλά μια βαθύτερη τάση στην Ευρώπη: καθώς η Μέση Ανατολή φλέγεται, η ενεργειακή αβεβαιότητα εντείνεται και οι μεταναστευτικές πιέσεις παραμένουν πιθανό ενδεχόμενο, η Τουρκία επιστρέφει στον ευρωπαϊκό σχεδιασμό ως χώρα που δεν μπορεί εύκολα να αγνοηθεί.

Εκεί ακριβώς πατά η Άγκυρα. Γνωρίζει ότι η Ευρώπη φοβάται μια γενικευμένη ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή, τις επιπτώσεις στις θαλάσσιες οδούς, την αποσταθεροποίηση των αγορών και ένα νέο κύμα ανασφάλειας στα νότια και ανατολικά σύνορά της. Γνωρίζει επίσης ότι η Γερμανία, ειδικά, ενδιαφέρεται όχι μόνο για τη σταθερότητα της περιοχής αλλά και για τη διατήρηση λειτουργικών διαύλων με μια χώρα που συνδέεται με το ΝΑΤΟ, τη μετανάστευση, το εμπόριο και την αμυντική βιομηχανία. Έτσι, η Τουρκία εμφανίζεται ως λύση στο πρόβλημα, ενώ ταυτόχρονα μετατρέπει αυτή τη θέση σε διαπραγματευτικό όπλο.

Η σφοδρή επίθεση του Φιντάν κατά της κυβέρνησης Νετανιάχου κινείται στην ίδια κατεύθυνση. Κατηγορώντας το Ισραήλ ότι βρίσκεται στο επίκεντρο κάθε πολέμου και ανθρωπιστικής κρίσης στην περιοχή, η Άγκυρα επιχειρεί να κερδίσει έδαφος στον αραβομουσουλμανικό κόσμο και να εμφανιστεί ως η δύναμη που εκφράζει το αντιστάθμισμα απέναντι στην ισραηλινή επιθετικότητα. Με τον τρόπο αυτό ενισχύει ταυτόχρονα την επιρροή της στην περιφέρεια και το διπλωματικό της βάρος έναντι των δυτικών συνομιλητών της. Θέλει να είναι εκείνη που θα συνομιλεί και με τη Δύση και με τον μουσουλμανικό κόσμο, διεκδικώντας ρόλο διπλού μεσολαβητή.

Το βασικό συμπέρασμα είναι σαφές. Η Τουρκία δεν παρεμβαίνει στην υπόθεση του Ιράν μόνο για να αποτρέψει μια καταστροφή. Παρεμβαίνει για να εκμεταλλευτεί πολιτικά τη σκιά της καταστροφής. Θέλει να πείσει ότι χωρίς την Άγκυρα δεν υπάρχει σοβαρό σχέδιο ειρήνευσης, δεν υπάρχει αποτελεσματικός έλεγχος της περιφερειακής αστάθειας, δεν υπάρχει αξιόπιστη ευρωπαϊκή ασφάλεια, δεν υπάρχει λειτουργική γέφυρα ανάμεσα στη Δύση και τη Μέση Ανατολή. Και πάνω σε αυτή τη θέση χτίζει ένα συνολικό παζάρι επιρροής.

Πίσω λοιπόν από τις διακηρύξεις περί εκεχειρίας, σταθερότητας και επιστροφής στην κανονικότητα, η Άγκυρα δεν κρύβει απλώς ανησυχία. Κρύβει φιλοδοξία. Θέλει να μετατρέψει τη φωτιά της Μέσης Ανατολής σε εργαλείο γεωπολιτικής αναβάθμισης, να αποσπάσει ανταλλάγματα από Ευρώπη και ΝΑΤΟ και να επιβάλει την εικόνα μιας δύναμης που δεν μπορεί να παρακαμφθεί. Αυτό είναι το πραγματικό μήνυμα της τουρκικής διπλωματίας. Και γι’ αυτό οι δηλώσεις Φιντάν δεν πρέπει να διαβαστούν ως ουδέτερη έκκληση υπέρ της ειρήνης, αλλά ως μέρος μιας πολύ πιο φιλόδοξης στρατηγικής επιβολής ρόλου.

Ετικέτες: