Η ακρίβεια αδειάζει τα πορτοφόλια και η κυβέρνηση μοιράζει ψηφιακό «παντεσπάνι»
Υπάρχει πλέον μια σχεδόν φοβική αντίδραση που βιώνει ο μέσος Έλληνας κάθε φορά που φτάνει στο ταμείο του σούπερ μάρκετ. Πρώτα έρχεται ο κόμπος στο στομάχι και αμέσως μετά η παγωμάρα μπροστά στο τελικό ποσό της απόδειξης.
Τα βασικά είδη διατροφής έχουν αποκτήσει τιμές που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θα θεωρούνταν αδιανόητες. Η φέτα αντιμετωπίζεται σχεδόν σαν προϊόν πολυτελείας, το κρέας απομακρύνεται από το καθημερινό τραπέζι και το περίφημο «καλάθι του νοικοκυριού» καταλήγει να συμβολίζει την αδυναμία μιας μέσης οικογένειας να καλύψει ακόμη και τις στοιχειώδεις ανάγκες της.
Η κατάσταση δεν παραπέμπει πλέον σε μια πρόσκαιρη ανατίμηση ή σε μια περιορισμένη πληθωριστική έξαρση. Πρόκειται για μια συστηματική αφαίμαξη του διαθέσιμου εισοδήματος, η οποία συντελείται καθημερινά, προϊόν με προϊόν και λογαριασμό με λογαριασμό.
Ο πολίτης επιστρέφει στο σπίτι με λιγότερα προϊόντα και μεγαλύτερη απόδειξη. Ανοίγει την τηλεόραση και βρίσκεται ξαφνικά αντιμέτωπος με την περιγραφή μιας εντελώς διαφορετικής χώρας.
Στα κυβερνητικά μπρίφινγκ και στα αποστειρωμένα δελτία ειδήσεων, οι οικονομικοί δείκτες ευημερούν, η ανάπτυξη εμφανίζεται ισχυρή, οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης απονέμουν εύσημα και οι υπουργοί μιλούν για αυξήσεις μισθών και αποκλιμάκωση του πληθωρισμού.
Η καθημερινότητα, ωστόσο, επιμένει να διαψεύδει αυτή την εικόνα. Οι μισθοί εξαντλούνται στα μέσα του μήνα, οι λογαριασμοί απορροφούν ολοένα μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος και η αγορά βασικών αγαθών μετατρέπεται σε άσκηση περιορισμών και συνεχών στερήσεων.
Το χάσμα ανάμεσα στο άδειο πορτοφόλι και στο κυβερνητικό αφήγημα έχει γίνει τόσο βαθύ, ώστε ο πολίτης καλείται σχεδόν να αμφισβητήσει τη δική του εμπειρία. Βλέπει το εισόδημά του να συρρικνώνεται, όμως ακούει διαρκώς ότι η οικονομία κινείται καλύτερα από ποτέ.
Η πολιτική αυτή πρακτική θυμίζει, σε μεταφορικό επίπεδο, τον μηχανισμό που περιγράφεται με τον όρο «gaslighting»: τη συστηματική προσπάθεια αλλοίωσης της αντίληψης ενός ανθρώπου για όσα βιώνει, ώστε να αμφιβάλλει για την ίδια του την κρίση.
Ο πολίτης γνωρίζει ότι τα χρήματά του δεν επαρκούν, όμως η εξουσία επιμένει ότι οι αποδοχές του αυξάνονται. Βλέπει τις τιμές να ανεβαίνουν, όμως οι κυβερνητικοί εκπρόσωποι τον διαβεβαιώνουν ότι η ακρίβεια υποχωρεί. Αδυνατεί να καλύψει βασικές ανάγκες, ενώ οι επίσημοι δείκτες παρουσιάζονται ως αδιάψευστη απόδειξη συλλογικής ευημερίας.
Ο στόχος αυτής της επικοινωνιακής διαχείρισης δεν περιορίζεται στη συγκάλυψη της οικονομικής αποτυχίας. Επιχειρεί να μεταφέρει την ευθύνη στον ίδιο τον πολίτη. Η δυσκολία του παρουσιάζεται ως προσωπική αδυναμία διαχείρισης, ενώ η κυβερνητική πολιτική παραμένει στο απυρόβλητο.
Μια εξουσία αποκομμένη από την κοινωνική πραγματικότητα
Η επιμονή της κυβέρνησης να προβάλλει μια εξωραϊσμένη εικόνα της οικονομίας αποκαλύπτει βαθιά πολιτική απομάκρυνση από την καθημερινότητα της κοινωνίας.
Η πραγματική αγωνία των νοικοκυριών δεν φαίνεται να αποτελεί τον βασικό καθρέφτη μέσα στον οποίο αξιολογεί τον εαυτό του το κυβερνητικό επιτελείο. Τη θέση της κοινωνικής πραγματικότητας έχουν καταλάβει οι εκθέσεις των διεθνών οργανισμών, οι αξιολογήσεις των χρηματοπιστωτικών οίκων και τα εγκωμιαστικά δημοσιεύματα του ξένου Τύπου.
Στα υπουργικά γραφεία πανηγυρίζουν για την επενδυτική βαθμίδα, την ώρα που μεγάλο μέρος της κοινωνίας αγωνίζεται να διατηρήσει μια στοιχειώδη καταναλωτική δυνατότητα μέχρι το τέλος του μήνα.
Η οικονομική επιτυχία μετριέται με αριθμούς που δεν αποτυπώνουν την πραγματική αντοχή των οικογενειών. Η κυβέρνηση επικαλείται την αύξηση του ΑΕΠ, όμως αποφεύγει να αναμετρηθεί με το κόστος στέγασης, τις τιμές των τροφίμων, τους λογαριασμούς ενέργειας και τη διαρκή υποχώρηση της αγοραστικής δύναμης.
Η πολιτική εξουσία επιζητεί επιβεβαίωση από τους διεθνείς τεχνοκράτες και τα οικονομικά κέντρα, απαιτώντας ταυτόχρονα από την κοινωνία να αποδεχθεί ότι ευημερεί, ακόμη και όταν δεν μπορεί να καλύψει τις στοιχειώδεις ανάγκες της.
Η απόσταση αυτή αποτυπώθηκε έντονα και κατά το πρόσφατο ταξίδι του Κυριάκου Μητσοτάκη στην Αυστρία. Την ώρα που η μέση ελληνική οικογένεια υπολόγιζε το κόστος του ρεύματος, των τροφίμων και της στέγασης, ο πρωθυπουργός βρισκόταν στα θεωρεία της αυστριακής όπερας.
Η εικόνα είχε βαρύ πολιτικό συμβολισμό. Ένας πρωθυπουργός απολάμβανε μια βραδιά κλασικής μουσικής σε περιβάλλον υψηλής αισθητικής, την ώρα που η κοινωνία της χώρας του αντιμετώπιζε μια παρατεταμένη κρίση ακρίβειας.
Η ιδιωτική ζωή ενός πολιτικού δεν μπορεί να αποτελεί από μόνη της αντικείμενο καταγγελίας. Η συγκεκριμένη εικόνα, όμως, ενίσχυσε την εντύπωση μιας εξουσίας αποκομμένης από την πραγματικότητα που βιώνει μεγάλο μέρος του πληθυσμού.
Η κοινωνική πίεση αντιμετωπίζεται ως μια ενοχλητική λεπτομέρεια μέσα σε ένα αφήγημα οικονομικής επιτυχίας. Η ακρίβεια παρουσιάζεται ως παροδικό φαινόμενο, οι λογαριασμοί ως προσωρινή δυσκολία και η αδυναμία των πολιτών να ανταποκριθούν ως πρόβλημα που μπορεί να αντιμετωπιστεί με μερικές στοχευμένες παροχές.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο εμφανίζεται το σύγχρονο ψηφιακό «παντεσπάνι» της κυβερνητικής πολιτικής.
Όταν οι πολίτες διαμαρτύρονται για το κόστος των τροφίμων, της ενέργειας και της στέγασης, η απάντηση της κυβέρνησης είναι συνήθως ένα ακόμη επίδομα, ένα voucher ή ένα προσωρινό Pass.
Οι ψηφιακές ενισχύσεις παρουσιάζονται ως καινοτόμος κοινωνική πολιτική, παρότι στην πραγματικότητα επιστρέφουν στους πολίτες ένα μικρό μόνο μέρος από όσα έχουν ήδη χάσει λόγω της ακρίβειας, της έμμεσης φορολογίας και της ανεξέλεγκτης λειτουργίας της αγοράς.
Το κράτος επιτρέπει να αφαιρούνται εκατοντάδες ευρώ από το εισόδημα ενός νοικοκυριού μέσω των αυξημένων τιμών και στη συνέχεια επιστρέφει ένα περιορισμένο ποσό, απαιτώντας πολιτική αναγνώριση και κοινωνική ευγνωμοσύνη.
Η πρακτική αυτή μετατρέπει την κοινωνική πολιτική σε μηχανισμό προσωρινής εξάρτησης. Δεν αντιμετωπίζει τις αιτίες της ακρίβειας, δεν περιορίζει ουσιαστικά τα περιθώρια κέρδους και δεν αποκαθιστά την αγοραστική δύναμη των μισθών.
Διαχειρίζεται την πίεση με ψηφιακά βοηθήματα, αφήνοντας ανέγγιχτη τη δομή που παράγει την οικονομική ασφυξία.
Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος. Οι τιμές αυξάνονται, το διαθέσιμο εισόδημα μειώνεται, οι πολίτες εξαρτώνται από έκτακτες ενισχύσεις και η κυβέρνηση παρουσιάζει τις ενισχύσεις αυτές ως απόδειξη κοινωνικής ευαισθησίας.
Η ελεημοσύνη βαφτίζεται μεταρρύθμιση και το προσωρινό βοήθημα εμφανίζεται ως μόνιμη λύση. Η ουσιαστική προστασία του εισοδήματος παραμένει εκτός πολιτικής ατζέντας.
Η κάλπη ως τελική πολιτική αξιολόγηση
Κανένα επικοινωνιακό αφήγημα δεν μπορεί να διατηρηθεί επ’ αόριστον όταν συγκρούεται καθημερινά με την πραγματικότητα.
Μέσα στα προστατευμένα κυβερνητικά γραφεία, η εικόνα της επιτυχίας μπορεί να συντηρείται από επιλεγμένους αριθμούς, φιλικά μέσα ενημέρωσης και διαρκείς αναφορές σε διεθνείς αξιολογήσεις.
Όταν αυτή η εικόνα βγαίνει στον δρόμο, συναντά τα νοικοκυριά που αδυνατούν να πληρώσουν το ενοίκιο, τους εργαζομένους που εξαντλούν τον μισθό τους στις πρώτες εβδομάδες και τους συνταξιούχους που περιορίζουν ακόμη και βασικές αγορές.
Η κοινωνία αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται στη δική της αδυναμία να διαχειριστεί σωστά τα οικονομικά της. Βρίσκεται σε ένα σύστημα που επιτρέπει στις τιμές να κινούνται ανεξέλεγκτα, προστατεύει τα ισχυρά συμφέροντα και αντιμετωπίζει τις απώλειες των πολιτών με αποσπασματικά βοηθήματα.
Ο μήνας δεν τελειώνει νωρίτερα επειδή οι πολίτες έχασαν ξαφνικά την οικονομική τους κρίση. Τελειώνει επειδή οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί σε σχέση με το κόστος ζωής, η φορολογική επιβάρυνση είναι υψηλή και τα βασικά αγαθά έχουν μετατραπεί σε δυσβάσταχτη δαπάνη.
Η χώρα δεν χρειάζεται άλλη μία επικοινωνιακή δόση αισιοδοξίας. Χρειάζεται πολιτική που θα μειώσει ουσιαστικά το κόστος των βασικών αγαθών, θα προστατεύσει την κατοικία, θα αυξήσει την πραγματική αγοραστική δύναμη και θα αντιμετωπίσει τις στρεβλώσεις της αγοράς.
Η κυβέρνηση επιμένει ότι το μοντέλο της αποδίδει. Οι πολίτες έχουν ήδη στα χέρια τους τις αποδείξεις του σούπερ μάρκετ, τους λογαριασμούς του ηλεκτρικού ρεύματος και τα εκκαθαριστικά της φορολογίας.
Η σύγκριση ανάμεσα στις υποσχέσεις και στο πραγματικό αποτέλεσμα θα γίνει αναπόφευκτα στην κάλπη.
Εκεί δεν θα αξιολογηθούν τα εγκωμιαστικά δημοσιεύματα, οι εκθέσεις των οίκων ή οι παρουσιάσεις των υπουργείων. Θα αξιολογηθεί η δυνατότητα μιας οικογένειας να ζει αξιοπρεπώς, ενός εργαζομένου να καλύπτει τον μήνα και ενός συνταξιούχου να αγοράζει τα απαραίτητα χωρίς να επιλέγει ανάμεσα σε τρόφιμα, φάρμακα και λογαριασμούς.
Η πολιτική αλαζονεία έχει πάντοτε ημερομηνία λήξης. Όταν μια εξουσία αρνείται επίμονα να αναγνωρίσει τη ζημιά που προκαλούν οι επιλογές της, η κοινωνία διαθέτει ένα τελευταίο και αποφασιστικό εργαλείο: την οριστική πολιτική ρήξη.
Η κάλπη αποτελεί την τελική αξιολόγηση μιας κυβέρνησης που επέλεξε τα ψηφιακά φιλοδωρήματα αντί για μόνιμες λύσεις, τις επικοινωνιακές επιτυχίες αντί για την κοινωνική πραγματικότητα και την επιβεβαίωση των αριθμών αντί για την αξιοπρέπεια των ανθρώπων.
Είναι η στιγμή κατά την οποία η κοινωνία παύει να αντιμετωπίζεται ως παθητικός αποδέκτης κυβερνητικών αφηγημάτων και αναλαμβάνει η ίδια να καθορίσει την πορεία της χώρας.
Πιο Δημοφιλή
Αναζητείς μοναδικότητα; Διάβασε το κείμενο!...
Ανδρέας Βορύλλας: «Η κυβέρνηση ξεπουλάει και τον Πολιτισμό»
Πιο Πρόσφατα
Τραγωδία στην Ψάθα και μάχη με τον χρόνο για να σωθούν τα Βίλια
59 φωτιές σε ένα 24ωρο: 33 συλλήψεις και βαριές ευθύνες για αμέλεια
Ο άγνωστος Ιωάννης Βαρβιτσιώτης: Το κρυφό αρχείο στη Χούντα