Η ακρίβεια δεν υποχωρεί: Πληθωρισμός με «ρίζες» στην ελληνική αγορά
Παρά τα σημάδια επιβράδυνσης του πληθωρισμού στην Ευρώπη, η ακρίβεια παραμένει ένα από τα πιο ασφυκτικά προβλήματα για την ελληνική κοινωνία και οικονομία. Τα νεότερα δεδομένα από την αγορά τροφίμων και τον εναρμονισμένο δείκτη τιμών καταναλωτή δείχνουν ότι οι ανατιμήσεις όχι μόνο δεν εξαφανίζονται, αλλά αποκτούν μόνιμα, δομικά χαρακτηριστικά, υπονομεύοντας σταθερά το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
Η μηνιαία έρευνα του Ινστιτούτου Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών για τον Δεκέμβριο του 2025 αποτυπώνει ήπια ανοδική πορεία των τιμών στα σούπερ μάρκετ. Ο πληθωρισμός στο οργανωμένο λιανεμπόριο τροφίμων ανήλθε στο 1,84% σε ετήσια βάση, ενώ σε δωδεκάμηνο περιορίστηκε στο 1,29%, με μικρή μηνιαία αποκλιμάκωση σε σύγκριση με τον Νοέμβριο.
Πίσω από αυτή τη συγκρατημένη εικόνα, ωστόσο, κρύβονται ισχυρές εστίες πίεσης. Οι μειώσεις τιμών εντοπίζονται κυρίως σε μη τρόφιμα και σε ορισμένα φρέσκα προϊόντα, όπως τα απορρυπαντικά, τα φρούτα και τα λαχανικά. Αντίθετα, κατηγορίες που διαμορφώνουν τον πυρήνα του καθημερινού καλαθιού συνεχίζουν να ακριβαίνουν με ένταση.
Τα φρέσκα κρέατα εμφανίζουν ετήσια αύξηση που ξεπερνά το 14%, τα είδη πρωινού και τα ροφήματα κινούνται πάνω από το 8%, ενώ σοκολάτες, μπισκότα και ζαχαρώδη προσεγγίζουν το 7%. Οι αυξήσεις αυτές συνδέονται τόσο με διεθνείς εξελίξεις, όπως οι υψηλές τιμές στο κακάο, τον καφέ και το εισαγόμενο μοσχάρι, όσο και με χρόνιες αδυναμίες της εγχώριας αγοράς, όπως το αυξημένο κόστος παραγωγής και η περιορισμένη δυνατότητα απορρόφησης των ανατιμήσεων.
Την ίδια στιγμή, τα προκαταρκτικά στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι ο εναρμονισμένος πληθωρισμός στην Ελλάδα παραμένει πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι μόνο το ύψος του δείκτη, αλλά η σύνθεσή του, καθώς οι αυξήσεις επιμένουν κυρίως σε τρόφιμα και υπηρεσίες, δηλαδή στους τομείς που καθορίζουν άμεσα το κόστος ζωής.
Η εξέλιξη αυτή φωτίζει βαθύτερες παθογένειες της ελληνικής οικονομίας. Η χαμηλή ανθεκτικότητα της εφοδιαστικής αλυσίδας, η διαχρονική έλλειψη ουσιαστικού ανταγωνισμού και η εύκολη μετακύλιση του αυξημένου κόστους στον καταναλωτή διατηρούν τις πληθωριστικές πιέσεις, ακόμη και όταν το διεθνές περιβάλλον δείχνει να εξομαλύνεται. Το αποτέλεσμα είναι η συνεχής συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης, ακόμη και σε περιόδους ονομαστικής αύξησης μισθών.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η επιμονή του δομικού πληθωρισμού πάνω από το 3%, ένδειξη ότι οι ανατιμήσεις έχουν ενσωματωθεί στη λειτουργία της οικονομίας και δεν αποτελούν παροδικό φαινόμενο. Αυτό περιορίζει σημαντικά τα περιθώρια για ταχεία επιστροφή σε καθεστώς σταθερότητας τιμών.
Ενώ μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες, όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Ιταλία, καταγράφουν ταχύτερη αποκλιμάκωση, η Ελλάδα κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη με ένα δύσκολο παράδοξο: χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής στην Ευρωζώνη, σε μια οικονομία που εξακολουθεί να παράγει πληθωρισμό. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι πιέσεις στις τιμές θα μπορούσαν εύκολα να αναζωπυρωθούν, εφόσον δεν αντιμετωπιστούν οι χρόνιες στρεβλώσεις της αγοράς.
Το πραγματικό διακύβευμα, επομένως, δεν περιορίζεται στα επόμενα δελτία πληθωρισμού, αλλά αφορά τη συνολική ανθεκτικότητα της οικονομίας. Με την κατανάλωση να παραμένει βασικός μοχλός ανάπτυξης και τις ανισότητες να διευρύνονται, η ακρίβεια συνεχίζει να λειτουργεί ως ο πιο επίμονος και διαβρωτικός κίνδυνος για την επόμενη φάση της οικονομικής πορείας της χώρας.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Συνάντηση κορυφής στο Προεδρικό: Τασούλας και Πιερρακάκης τετ α τετ