Σήμερα Γιορτάζουν:

ΕΔΟΥΑΡΔΟΣ

Η Αθήνα μπλέκει σε έναν πόλεμο που απλώνεται

Η κυβέρνηση, ελάχιστα εικοσιτετράωρα μετά το δικαιολογημένα πανηγυρικό κλίμα που συνόδευσε την αποστολή φρεγατών και μαχητικών στην Κύπρο, βρίσκεται αντιμέτωπη με κρίσιμα διλήμματα που γεννά ο συνεχιζόμενος πόλεμος κατά του Ιράν και η διαρκής όξυνση των αντιπαραθέσεων ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Ευρώπη.

Στο Μέγαρο Μαξίμου, η παρουσία του προέδρου Εμανουέλ Μακρόν στην Πάφο και στη Σούδα εκλήφθηκε αρχικά ως η κορυφαία επιβεβαίωση της ελληνογαλλικής σύγκλισης για την υπεράσπιση της Μεγαλονήσου και της ανατολικής Μεσογείου. Ταυτόχρονα, θεωρήθηκε ακόμη μία εξαιρετική ευκαιρία επικοινωνιακής αξιοποίησης, με στόχο την περαιτέρω ενίσχυση του πολιτικού προφίλ του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη.

Υπό την πίεση, όμως, των πολεμικών εξελίξεων, γίνεται σαφές ότι η σύγκλιση εκτιμήσεων απέχει σημαντικά από την ταύτιση συμφερόντων και από τον κοινό σχεδιασμό των επόμενων βημάτων. Στην ουσία, το ταξίδι του κ. Μακρόν αποτέλεσε την αφετηρία μιας νέας πρωτοβουλίας για πιο δυναμική γαλλική παρουσία, μαζί με πρόθυμους εταίρους, σε μια πολύ ευρύτερη γεωγραφική ζώνη που εκτείνεται από τη Μεσόγειο έως την Ερυθρά Θάλασσα και τα Στενά του Ορμούζ.

Πηγές με άριστη γνώση των συνομιλιών υποστηρίζουν ότι οι κ.κ. Μακρόν και Μητσοτάκης συζήτησαν την προοπτική μιας αεροναυτικής επιχείρησης στα Στενά του Ορμούζ. Ο πρωθυπουργός περιορίστηκε, πράγματι, στη διαβεβαίωση ότι οι διαβουλεύσεις θα συνεχιστούν και δεν ανέλαβε συγκεκριμένη δέσμευση έναντι του Γάλλου προέδρου για το Ορμούζ. Ως προς αυτό το σκέλος, όσα ανέφεραν ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης είναι ακριβή. Οι καθησυχαστικές τους αναφορές, πάντως, περί πλήρους απουσίας ελληνικής εμπλοκής, απέχουν από την πραγματική εικόνα. Ο κ. Μητσοτάκης φέρεται να διαβεβαίωσε παράλληλα τον κ. Μακρόν ότι η Αθήνα είναι έτοιμη να συμμετάσχει σε κάθε «αμυντική επιχείρηση» με αντικείμενο την προστασία της ελεύθερης ναυσιπλοΐας. Μάλιστα, προσέδωσε ιδιαίτερη σημασία στον πρωταγωνιστικό ρόλο της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή ναυτική επιχείρηση «Aspides», με την παρουσία φρεγάτας στην Ερυθρά Θάλασσα και στον Κόλπο του Άντεν και με το επιχειρησιακό στρατηγείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να βρίσκεται στη Λάρισα.

Κατά συνέπεια, η εικόνα που προβάλλει η κυβέρνηση είτε παραπλανά την κοινή γνώμη είτε στηρίζεται εξαρχής σε λανθασμένη ανάγνωση των δεδομένων, και αυτό για πέντε συγκεκριμένους λόγους. Πρώτον, επειδή η Γαλλία αντιμετωπίζει πλέον ως ενιαίο επιχειρησιακό πεδίο την «Aspides», την «Irini», που αφορά την ασφάλεια στη Μεσόγειο και την επιτήρηση του εμπάργκο όπλων προς τη Λιβύη, και την «Atalanta», που δρα κατά της πειρατείας στο Κέρας της Αφρικής και στον Ινδικό Ωκεανό, επιδιώκοντας τον συντονισμό τους με οποιαδήποτε μελλοντική επιχείρηση στο Ορμούζ. Ο κ. Μακρόν τόνισε στον κ. Μητσοτάκη ότι, υπό τις σημερινές συνθήκες, δεν διαφαίνεται ταχεία αποκατάσταση της ασφαλούς ναυσιπλοΐας και ότι απαιτείται άμεσος συντονισμός. Παράλληλα, όσο κι αν αυτό δεν επιβεβαιώνεται επισήμως, η «Aspides» έχει αποκτήσει αυξημένο βάρος τους τελευταίους μήνες, καθώς καταγράφει και τις κινήσεις του σκιώδους στόλου της Ρωσίας. Τα δεδομένα της διαβιβάζονται στις ηγεσίες των «Irini» και «Atalanta», στο αρμόδιο πληροφοριακό κέντρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στις ενδιαφερόμενες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, ανάμεσά τους και το Παρίσι.

Δεύτερον, ακόμη και στην περίπτωση που παραμεριστεί η ντε φάκτο ενοποίηση των τριών ναυτικών επιχειρήσεων, θεωρείται εξαιρετικά πιθανή η αύξηση του αριθμού των πλοίων που συμμετέχουν στην «Aspides». Ειδικοί του χώρου επισημαίνουν ότι, για να αποκτήσει πραγματική επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα, απαιτούνται τουλάχιστον οκτώ ή εννέα μονάδες επιφανείας και ότι η εικόνα υποχώρησης του τελευταίου έτους, με μόλις δύο ή τρία πλοία, ανάμεσά τους και ένα του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού, πρέπει να ανατραπεί άμεσα. Με δεδομένο ότι λίγοι εταίροι είναι πρόθυμοι να αναλάβουν το πολιτικό κόστος αποστολής πλοίων ακόμη και στη σχετικά ασφαλέστερη Ερυθρά Θάλασσα και ότι, ακόμη κι όταν υπάρχει τέτοια πρόθεση, οι διαθέσιμες δυνάμεις σε άμεση ετοιμότητα είναι περιορισμένες, η Ελλάδα ενδέχεται να δεχθεί πίεση ώστε να αυξήσει «προσωρινά» τη δική της συμμετοχή, με ό,τι συνήθως συνεπάγεται η μονιμοποίηση του προσωρινού.

Τρίτο πεδίο έντονου προβληματισμού συνιστά η ασαφής στάση των Χούθι και οι εκτοξεύσεις πυραύλων που είχαν αποτελέσει την αιτία έναρξης της «Aspides» τον Φεβρουάριο του 2024. Μετά τη συμφωνία ανακωχής με τη διοίκηση Τραμπ τον Μάιο του 2025, οι Χούθι τηρούν στάση αναμονής, χωρίς κανείς να μπορεί να προβλέψει εάν θα επιλέξουν αιφνιδιαστικά νέα χτυπήματα κατά δυτικών πλοίων, σε στήριξη των ιρανικών συμφερόντων. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι συνθήκες θα καταστούν εξαιρετικά επικίνδυνες, ανάλογες με όσες επικρατούν στα Στενά του Ορμούζ.

Την ίδια στιγμή, η τέταρτη εξέλιξη που μπορεί να οδηγήσει την Ελλάδα πιο κοντά σε ενεργότερη εμπλοκή είναι η πρόταση της ύπατης εκπροσώπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Κάγια Κάλας, το πρωί της περασμένης Δευτέρας, για μεταβολή της επιχειρησιακής και γεωγραφικής εντολής της «Aspides». Μετά την ολοκλήρωση του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων, η κυρία Κάλας ανέφερε ότι στις σχετικές συζητήσεις καταγράφηκε σαφής επιθυμία ενίσχυσης της επιχείρησης. Αναγνώρισε ότι δεν διαμορφώθηκε τότε διάθεση για αλλαγή της εντολής της, συνοδεύοντας όμως τη διατύπωση αυτή με τις φράσεις «προς το παρόν» και «για τώρα». Με άλλα λόγια, το ζήτημα παραμένει ανοιχτό σε ευρωπαϊκό επίπεδο, κάτι που αδειάζει τις καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις των κ.κ. Γεραπετρίτη και Μαρινάκη.

Το πέμπτο στοιχείο που μπορεί να ωθήσει την κυβέρνηση σε κάποιας μορφής εμπλοκή στην κρίση αφορά τις συνεχιζόμενες διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Γαλλία για την ανανέωση της Συμφωνίας Στρατηγικής Εταιρικής Σχέσης και για την αναθεώρηση επιμέρους προβλέψεών της. Η ελληνική πλευρά επιδιώκει, και απολύτως εύλογα, την ενίσχυση της γαλλικής στρατιωτικής παρουσίας στο Αιγαίο με συγκεκριμένους τρόπους που η Αθήνα δεν είχε εισηγηθεί προς το Παρίσι κατά την υπογραφή της πενταετούς Συμφωνίας το 2021. Εκείνη τη χρονιά, ο κ. Μητσοτάκης παρέμενε εγκλωβισμένος στην αυταπάτη ότι, μέσω της προσωπικής του διπλωματίας, οι ΗΠΑ θα αποδέχονταν κρίσιμα ελληνικά αιτήματα. Φέτος, οι συνθήκες έχουν μεταβληθεί ουσιωδώς. Οι ελληνογαλλικές σχέσεις παραμένουν εξαιρετικά στενές, όμως τα συμφέροντα διατηρούν τη δική τους αυτοτέλεια και ο πρόεδρος Μακρόν αναμένεται να ζητήσει συγκεκριμένες δεσμεύσεις πριν ικανοποιήσει τις ελληνικές επιδιώξεις και πριν μεταβεί στην Αθήνα, στα τέλη Απριλίου, για την υπογραφή της Συμφωνίας.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η θέση της κυβέρνησης ενδέχεται να καταστεί ακόμη πιο σύνθετη τις αμέσως επόμενες ημέρες, στην περίπτωση που οι αμερικανικές απαιτήσεις πάψουν να αφορούν αποκλειστικά την Ευρωπαϊκή Ένωση ως σύνολο και διατυπωθούν πλέον με ειδικό και διμερή τρόπο και προς την Ελλάδα.