Στρατιωτικές δαπάνες: Ποιες χώρες της Ευρώπης αυξάνουν περισσότερο τους εξοπλισμούς
Με τον ταχύτερο ρυθμό από το 1953 αυξήθηκαν οι στρατιωτικές δαπάνες των ευρωπαϊκών μελών του ΝΑΤΟ, καθώς οι κυβερνήσεις της ηπείρου επιταχύνουν την ενίσχυση της άμυνάς τους υπό το βάρος των γεωπολιτικών πιέσεων και των αμερικανικών απαιτήσεων.
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες φαίνεται πως περνούν από τις δεσμεύσεις στις πράξεις, αυξάνοντας σημαντικά τους αμυντικούς προϋπολογισμούς. Η πίεση από τις Ηνωμένες Πολιτείες, με τον Ντόναλντ Τραμπ να επικρίνει συστηματικά τους συμμάχους του ΝΑΤΟ για ανεπαρκείς δαπάνες, έχει επιταχύνει τη στροφή προς υψηλότερες επενδύσεις σε εξοπλισμούς και στρατιωτικές υποδομές.
Το 2025, οι αμυντικές δαπάνες στην Ευρώπη αυξήθηκαν κατά 14%, ποσοστό υψηλότερο από κάθε άλλη ήπειρο, φτάνοντας τα 739 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με το Stockholm International Peace Research Institute, πρόκειται για τη μεγαλύτερη άνοδο από τη δεκαετία του 1950 και για ποσό διπλάσιο σε σχέση με πριν από δέκα χρόνια.
Η τάση αυτή συνδέεται και με τον νέο στόχο του ΝΑΤΟ για αμυντικές δαπάνες που θα φτάνουν το 5% του ΑΕΠ έως το 2035, καθώς αρκετά κράτη-μέλη κινούνται πλέον σε τροχιά επιτάχυνσης των εξοπλιστικών τους προγραμμάτων.
Η Γερμανία περνά μπροστά στην Ευρώπη
Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι η Γερμανία. Το Βερολίνο επένδυσε το 2025 περίπου 97 δισ. ευρώ στην άμυνα, καταγράφοντας αύξηση 24% σε σχέση με το 2024.
Με αυτή την επίδοση, η Γερμανία ξεπέρασε το Ηνωμένο Βασίλειο και αναδείχθηκε στον μεγαλύτερο επενδυτή στην άμυνα στην Ευρώπη. Σε παγκόσμιο επίπεδο βρίσκεται πλέον στην τέταρτη θέση, πίσω από τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Κίνα και τη Ρωσία.
Οι ΗΠΑ παραμένουν στην κορυφή με στρατιωτικές δαπάνες περίπου 854 δισ. δολαρίων, η Κίνα ακολουθεί με 336 δισ. δολάρια και η Ρωσία με 190 δισ. δολάρια.
Σύμφωνα με το Euronews, η Γερμανία υλοποιεί ένα ευρύ πακέτο 153 μεγάλων έργων, με στόχο την απόκτηση νέων οπλικών συστημάτων, τον εκσυγχρονισμό του εξοπλισμού, την ενίσχυση των υποδομών και την αναβάθμιση της κυβερνοασφάλειας.
Ο απόστρατος συνταγματάρχης Ραλφ Τίλε, πρόεδρος του EuroDefense Germany, ανέφερε στο Europe in Motion ότι η Bundeswehr ενισχύει τις ταξιαρχίες πεζικού της με περισσότερα τεθωρακισμένα οχήματα μάχης Puma, ενώ προχωρά και σε παραγγελία πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ για 237 συστήματα Future Infantryman έως το 2029.
Το συγκεκριμένο σύστημα έχει αρθρωτή δομή και σχεδιάζεται για να προσφέρει στους στρατιώτες μεγαλύτερη ισχύ πυρός, επιβιωσιμότητα, κινητικότητα, επιχειρησιακή διοίκηση και εκπαίδευση στο πεδίο.
Αεράμυνα, ναυτικό και στρατιωτικό διάστημα
Η Γερμανία δίνει ιδιαίτερο βάρος και στην κάλυψη των κενών στην αεράμυνα. Στα σχέδια περιλαμβάνεται η απόκτηση έως 600 αντιαεροπορικών αρμάτων Skyranger 30, καθώς και 20 νέων Eurofighter.
Παράλληλα, προβλέπονται μεγάλες παραγγελίες για συστήματα κατευθυνόμενων πυραύλων, μεταξύ των οποίων Patriot, IRIS-T και Meteor, ενισχύοντας την αντιαεροπορική και αντιπυραυλική θωράκιση της χώρας.
Ενίσχυση σχεδιάζεται και για το γερμανικό ναυτικό, με προμήθεια έως 42 επανδρωμένων σκαφών, τα οποία θα συνδυάζονται με 50 μη επανδρωμένα συστήματα. Στο πρόγραμμα περιλαμβάνονται νέες κορβέτες και υποβρύχια.
Ο Ραλφ Τίλε σημείωσε ότι στις στρατηγικές προτεραιότητες της Γερμανίας εντάσσονται και τα στρατιωτικά διαστημικά προγράμματα, με επενδύσεις σε κατασκοπευτικούς δορυφόρους, διαστημικά αεροσκάφη και συστήματα άμυνας με λέιζερ στο διάστημα.
Κατά την εκτίμησή του, οι επενδύσεις αυτές μπορούν να καταστήσουν τη Bundeswehr την ισχυρότερη συμβατική ένοπλη δύναμη στην Ευρώπη.
Ποιες χώρες αυξάνουν περισσότερο τις δαπάνες
Η Ιταλία συγκαταλέγεται στις μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες που αυξάνουν δυναμικά τις στρατιωτικές τους δαπάνες. Το 2025 κατέγραψε άνοδο 20%, φτάνοντας περίπου τα 41 δισ. ευρώ, επίπεδο αντίστοιχο με τις στρατιωτικές δαπάνες του Ισραήλ.

Η Ισπανία προχώρησε σε ακόμη μεγαλύτερη αύξηση, της τάξης του 50%, φτάνοντας για πρώτη φορά από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 στο προηγούμενο όριο του 2% του ΑΕΠ που είχε θέσει το ΝΑΤΟ.
Η εικόνα αλλάζει όταν οι δαπάνες εξετάζονται ως ποσοστό του ΑΕΠ. Εκτός της Ουκρανίας, η οποία εκτιμάται ότι δαπανά περίπου 40% του ΑΕΠ της λόγω πολέμου, στην κορυφή παγκοσμίως βρίσκεται η Αλγερία με 8,8%.
Στην Ευρώπη, οι χώρες με τις υψηλότερες δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι κυρίως όσες γειτνιάζουν με τη Ρωσία. Η Πολωνία βρίσκεται πρώτη με 4,5%, ενώ ακολουθούν η Λετονία με 3,6%, η Εσθονία με 3,4% και η Νορβηγία με 3,3%.
Στον αντίποδα βρίσκονται η Ισλανδία, με σχεδόν μηδενικές στρατιωτικές δαπάνες, η Ιρλανδία με 0,2% και η Ελβετία με 0,8%.
Ανάμεσα στις πέντε μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρώπης, το Ηνωμένο Βασίλειο παραμένει πρώτο σε σχέση με το ΑΕΠ, διαθέτοντας 2,4% στην άμυνα. Ακολουθούν η Γερμανία με 2,3%, η Ισπανία με 2,1%, η Γαλλία με 2% και η Ιταλία με 1,9%.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία και η παγκόσμια εικόνα
Ο πόλεμος στην Ουκρανία εξακολουθεί να επηρεάζει καθοριστικά τη διεθνή κατανομή των στρατιωτικών δαπανών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες κατέγραψαν το 2025 μείωση 7,5% στις συνολικές δαπάνες, κυρίως επειδή δεν εγκρίθηκε νέα στρατιωτική οικονομική βοήθεια προς το Κίεβο.
Η εξέλιξη αυτή διαφοροποιείται από την προηγούμενη τριετία, κατά την οποία είχαν εγκριθεί συνολικά 127 δισ. δολάρια για την Ουκρανία.
Παρά τη μείωση, η Ουάσινγκτον εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει το 33% της παγκόσμιας αμυντικής δαπάνης ανάμεσα στις 15 χώρες με τις υψηλότερες δαπάνες. Ακολουθούν η Κίνα με 12% και η Ρωσία με 6,6%.
Το SIPRI επισημαίνει ότι, παρά τις οικονομικές πιέσεις και τις κυρώσεις, η Ρωσία έχει καταφέρει να αυξάνει κάθε χρόνο τις στρατιωτικές της δαπάνες από το 2022. Η προσαρμογή της Μόσχας συνδέεται με αλλαγές στις προμήθειες και στις επιχειρησιακές επιλογές της.
Καθώς η εισβολή στην Ουκρανία έχει εξελιχθεί σε πόλεμο φθοράς, η Ρωσία στρέφεται σε μεγάλες ποσότητες φθηνότερων οπλικών συστημάτων, επιχειρώντας να συγκρατήσει το κόστος των επιχειρήσεων.
Η συνολική εικόνα δείχνει ότι η Ευρώπη περνά σε νέα εποχή στρατιωτικών δαπανών. Η πίεση των ΗΠΑ, η ρωσική απειλή, ο πόλεμος στην Ουκρανία και η μεταβολή των ισορροπιών ασφαλείας οδηγούν τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις σε μια πρωτοφανή επανεξοπλιστική στροφή.
Πιο Δημοφιλή
Ο πατριωτισμός κατά περίπτωση και η δημοκρατία αλά καρτ