Ρήξη στις σχέσεις ΗΠΑ-Γερμανίας: Η απόσυρση 5.000 στρατιωτών και οι παρασκηνιακές αιτίες
Η πρόσφατη ανακοίνωση του αμερικανικού Πενταγώνου για την απομάκρυνση 5.000 στρατιωτών από το γερμανικό έδαφος εντός ενός έτους σηματοδοτεί μια ουσιαστική συρρίκνωση της τάξεως του 15% επί του συνόλου των εκεί δυνάμεων. Η εξέλιξη αυτή αποτελεί την κατάληξη μιας σειράς πολιτικών επιλογών και δημόσιων τοποθετήσεων του καγκελάριου Μερτς, οι οποίες ώθησαν τον Ντόναλντ Τραμπ στην οριστικοποίηση της απόφασης. Παρά τη σοβαρότητα της κατάστασης, η ηγεσία στο Βερολίνο φαίνεται να είχε αντιληφθεί το αναπόφευκτο της κίνησης, με τον υπουργό Άμυνας, Μπόρις Πιστόριους, να χαρακτηρίζει την απόσυρση ως μια προδιαγεγραμμένη εξέλιξη.
Ο Πιστόριους υπογράμμισε ότι η διατήρηση των αμερικανικών δυνάμεων στην Ευρώπη εξυπηρετεί τα στρατηγικά συμφέροντα και των δύο πλευρών, επισημαίνοντας ταυτόχρονα την ανάγκη των Ευρωπαίων εταίρων να αναλάβουν μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για την περιφερειακή ασφάλεια. Στο παρασκήνιο, η Ουάσινγκτον είχε καταστήσει σαφές ότι η μείωση του στρατιωτικού αποτυπώματος λειτουργεί ως μέσο πίεσης προς τη Γερμανία, λόγω της περιορισμένης συμβολής της στις αμυντικές δαπάνες και τις πολεμικές επιχειρήσεις. Η γερμανική πολιτική τάξη θεωρούσε μέχρι πρότινος ότι οι απειλές του Αμερικανού προέδρου αποτελούσαν μέσο διαπραγμάτευσης χωρίς άμεσο αντίκρισμα, βασιζόμενη στην εκτίμηση ότι απαιτείται έγκριση από το Κογκρέσο για τέτοιου είδους μετακινήσεις.
Η στρατηγική εξάρτηση και οι διπλωματικές τριβές
Η γερμανική κυβέρνηση διατηρούσε την πεποίθηση ότι η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στη Γερμανία είναι απαραίτητη για τους ίδιους τους Αμερικανούς. Το Βερολίνο έχει επιτρέψει τη χρήση βάσεων εντός των συνόρων του για τη διεξαγωγή επιχειρήσεων κατά του Ιράν, ενώ φιλοξενεί επί δεκαετίες κρίσιμες υποδομές, όπως το μεγάλο στρατιωτικό νοσοκομείο που περιθάλπει τραυματίες από τα μέτωπα του Αφγανιστάν και του Ιράκ. Αυτή η αίσθηση αμοιβαίας ανάγκης οδήγησε την καγκελαρία σε μια στάση αναμονής, η οποία όμως διακόπηκε από την αποφασιστικότητα του Τραμπ.
Η ένταση κλιμακώθηκε περαιτέρω από τις δημόσιες τοποθετήσεις του Μερτς, ο οποίος άσκησε δριμεία κριτική στους αμερικανικούς χειρισμούς, κάνοντας λόγο για έλλειψη στρατηγικής και ταπείνωση των ΗΠΑ από την πλευρά της Τεχεράνης. Αν και ο καγκελάριος προσπάθησε να ισορροπήσει τις εντυπώσεις αναφερόμενος σε μια σχέση εμπιστοσύνης και δίκαιου επιμερισμού των βαρών, το κλίμα παρέμεινε βαρύ. Στο ίδιο μήκος κύματος, ο αντικαγκελάριος Λαρς Κλίνγκμπαϊλ απέρριψε τις αμερικανικές υποδείξεις, εστιάζοντας στο χάος που έχει προκληθεί από τις πολεμικές εμπλοκές των ΗΠΑ.
Οι προϋποθέσεις για τη ναυσιπλοΐα και η τελική αναδίπλωση
Ένα ακόμη σημείο τριβής αποτέλεσαν οι όροι συμμετοχής της Γερμανίας στην προστασία των θαλάσσιων οδών. Το Βερολίνο έθεσε ως προαπαιτούμενα για την αποστολή ναρκαλιευτικών τη σύναψη μιας μόνιμης εκεχειρίας και τη λήψη θεσμικής έγκρισης από διεθνείς οργανισμούς, όπως ο ΟΗΕ ή η Ευρωπαϊκή Ένωση, προκειμένου να διασφαλιστεί η συνταγματική νομιμότητα. Η εμμονή σε αυτούς τους όρους ερμηνεύθηκε από την Ουάσινγκτον ως απροθυμία ουσιαστικής σύμπραξης.
Μετά την οριστικοποίηση της απόσυρσης των στρατευμάτων, η γερμανική ηγεσία επιχείρησε να μεταβάλει τη ρητορική της, με τον Μερτς να εξαίρει τη σημασία της διατλαντικής συνεργασίας. Ωστόσο, η αμερικανική διοίκηση φαίνεται να εμμένει στην απόφασή της, αγνοώντας τις εκ των υστέρων διπλωματικές προσπάθειες προσέγγισης, γεγονός που υπογραμμίζει το βάθος του χάσματος μεταξύ των δύο παραδοσιακών συμμάχων.
Πιο Δημοφιλή
Ο πατριωτισμός κατά περίπτωση και η δημοκρατία αλά καρτ