Σήμερα Γιορτάζουν:

ΓΡΗΓΟΡΗΣ

ΕΡΜΗΣ

ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΣ

7 Μαρτίου 2026

Η Δημοκρατία σε καθεστώς φόβου στην Ελλάδα του 2026

Στην Ελλάδα της διακυβέρνησης Μητσοτάκη ακόμη και οι πιο αυτονόητες ερωτήσεις προς κυβερνητικά στελέχη ηχούν σχεδόν απαγορευμένες, την ίδια στιγμή που σε άλλες δημοκρατίες του δυτικού κόσμου αποτελούν βασικό εργαλείο δημόσιου ελέγχου της εξουσίας.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η Κρίστι Νόεμ, υπουργός Εσωτερικής Ασφάλειας στην κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, βρέθηκε αντιμέτωπη με σκληρή κοινοβουλευτική εξέταση που οδήγησε τελικά στην αποπομπή της. Η υπόθεση προκλήθηκε από καταγγελίες για δαπάνη 220 εκατομμυρίων δολαρίων σε διαφημιστική καμπάνια η οποία φερόταν να προωθεί την κυβερνητική πολιτική κατά της παράνομης μετανάστευσης, ενώ στην πράξη προέβαλλε την ίδια προσωπικά. Κατά τη διάρκεια της ακρόασης τέθηκαν ακόμη και ερωτήματα σχετικά με ενδεχόμενη προσωπική σχέση με τον υφιστάμενό της, τον ειδικό σύμβουλο του Λευκού Οίκου Κόρι Λεβαντόφσκι.

Η Νόεμ απέφυγε να δώσει σαφή απάντηση, χαρακτηρίζοντας τις σχετικές ερωτήσεις «σκουπίδια ταμπλόιντ», όμως η ένταση της δημόσιας πίεσης και κυρίως οι καταγγελίες για κακή διαχείριση δημόσιων πόρων προκάλεσαν την άμεση αντίδραση του ίδιου του προέδρου Τραμπ, ο οποίος προχώρησε στην αποπομπή της από την κυβέρνηση. Η πολιτική αντιπαράθεση στις ΗΠΑ παραμένει σφοδρή, η διαδικασία δημόσιου ελέγχου εξακολουθεί να λειτουργεί με τρόπο που επιτρέπει την ανάδειξη ευθυνών ακόμη και σε κορυφαία στελέχη της εκτελεστικής εξουσίας.

Η εικόνα που παρουσιάζεται στην Ελλάδα κινείται σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση. Κατά την καθιερωμένη ενημέρωση των πολιτικών συντακτών, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης επέλεξε να απαντήσει σε ερώτηση του δημοσιογράφου Χρήστου Αβραμίδη με ευθείες απειλές για εξώδικα και δικαστικές ενέργειες. Η ένταση της αντίδρασής του καταγράφηκε δημόσια όταν δήλωσε: «Σας παρακαλώ πολύ να μην παραποιείτε τα λόγια μου, γιατί κάποια στιγμή μπορεί να υποστείτε και τις συνέπειες του νόμου, έτσι; Γιατί αυτό που κάνετε είναι ποινικό, να ξέρετε. Δηλαδή, λέγεται “παραποίηση των δεδομένων”. Και να ξέρετε ότι υπάρχουν και όρια, τα οποία πολλές φορές τα έχετε ξεπεράσει. Και επειδή πέραν όλων των άλλων έχω και τη νομική ιδιότητα, σας παρακαλώ πολύ να προσέχετε, γιατί κάποια στιγμή θα αναγκαστώ κι εγώ να κινηθώ νομικά. Να είστε πολύ προσεκτικός, δεν έχετε τον λόγο, έτσι; Και δεν θα σπιλώνετε ούτε πρόσωπα ούτε κανέναν. Αρκετά με την ασυλία σας».

Το περιστατικό ανέδειξε μια εικόνα πολιτικής εξουσίας που αντιμετωπίζει τον δημοσιογραφικό έλεγχο ως απειλή και όχι ως θεσμική υποχρέωση. Στην Ελλάδα του 2026 ο δημόσιος έλεγχος φαίνεται να συναντά όλο και μεγαλύτερα εμπόδια μπροστά σε μια κυβέρνηση που αντιδρά με νομικές προειδοποιήσεις και επιθετική ρητορική απέναντι σε δημοσιογράφους. Οι ερωτήσεις για σκάνδαλα, διαχείριση δημόσιου χρήματος ή πιθανή κατάχρηση εξουσίας μετατρέπονται σε πεδίο σύγκρουσης όπου η απάντηση συχνά αντικαθίσταται από απειλές για μηνύσεις και αγωγές.

Το αποτέλεσμα διαμορφώνει ένα περιβάλλον όπου η διαφάνεια υποχωρεί και η ενημέρωση των πολιτών εξαρτάται από τα όρια που θέτει η ίδια η εκτελεστική εξουσία, μια πρακτική που διαμορφώνει συνθήκες περιορισμού του δημόσιου διαλόγου και ενισχύει την αίσθηση ότι η πολιτική λογοδοσία έχει μετατραπεί σε έννοια όλο και πιο δύσκολη στην εφαρμογή της.