31 Ιουλίου 2026

Οι ΗΠΑ ζητούν στρατό και πλοία – Οι σύμμαχοι γυρίζουν την πλάτη στον Τραμπ

Ολοένα περισσότερες χώρες που παραδοσιακά θεωρούνται στενοί σύμμαχοι των Ηνωμένων Πολιτειών επιλέγουν να κρατήσουν αποστάσεις από τη σύγκρουση με το Ιράν, παρά τις πιέσεις της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ για ευρύτερη στρατιωτική και πολιτική συμμετοχή. Διπλωματικές πηγές από την Ευρώπη και την Ασία ξεκαθαρίζουν ότι οι κυβερνήσεις τους δεν είναι διατεθειμένες να θέσουν σε άμεσο κίνδυνο στρατιωτικό προσωπικό και πολίτες πριν υπάρξει επιβεβαιωμένη κατάπαυση του πυρός ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και την Τεχεράνη.

Η επιφυλακτικότητα των συμμάχων αποτυπώνει τη βαθιά δυσπιστία απέναντι στους αμερικανικούς χειρισμούς και στην ικανότητα της κυβέρνησης Τραμπ να περιορίσει μια κρίση που επεκτείνεται με μεγάλη ταχύτητα σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Πολλές κυβερνήσεις εκτιμούν ότι η Ουάσινγκτον διαθέτει πλέον περιορισμένες επιλογές για να σταματήσει την κλιμάκωση και να αποκαταστήσει την ασφαλή ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ.

Η περιοχή αποτελεί κομβικό πέρασμα για σημαντικό μέρος των παγκόσμιων εξαγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου. Κάθε νέα στρατιωτική εμπλοκή αυξάνει τον κίνδυνο διακοπής των ενεργειακών ροών, εκτόξευσης των τιμών και μετάδοσης του πολεμικού κόστους στην παγκόσμια οικονομία.

Τις τελευταίες ημέρες η Τεχεράνη εξαπέλυσε επιθέσεις εναντίον στόχων στην Ιορδανία, στην Αίγυπτο και στο Κουβέιτ. Παράλληλα, οι Χούθι της Υεμένης, οι οποίοι υποστηρίζονται από το Ιράν, εκτόξευσαν πυραύλους κατά της Σαουδικής Αραβίας, διευρύνοντας ακόμη περισσότερο το γεωγραφικό πεδίο της σύγκρουσης.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες απάντησαν με επιθέσεις σε δεκάδες θέσεις των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης μέσα στο Ιράν. Οι επιχειρήσεις προκάλεσαν έντονη αναστάτωση στις διεθνείς αγορές και ενίσχυσαν τον φόβο ότι μια αρχικά περιορισμένη αντιπαράθεση μπορεί να εξελιχθεί σε γενικευμένο περιφερειακό πόλεμο.

Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στο στρατιωτικό επίπεδο. Η ασφάλεια των ενεργειακών υποδομών, η μεταφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου, η ελεύθερη διέλευση των εμπορικών πλοίων και η λειτουργία των διεθνών εφοδιαστικών αλυσίδων βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο της κρίσης.

Οι σύμμαχοι απαιτούν εκεχειρία πριν από οποιαδήποτε εμπλοκή

Διπλωμάτης ασιατικής χώρας ανέφερε ότι αναμένει ανά πάσα στιγμή επίσημο αίτημα της Ουάσινγκτον για συμμετοχή σε κοινές επιχειρήσεις στον Περσικό Κόλπο. Η αποδοχή μιας τέτοιας πρότασης, ωστόσο, δεν θεωρείται δεδομένη.

Σύμφωνα με την ίδια πηγή, η στάση της συγκεκριμένης κυβέρνησης θα εξαρτηθεί από την εξέλιξη των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, καθώς και από δύο απολύτως κρίσιμες προϋποθέσεις: την επίτευξη πραγματικής εκεχειρίας και τη διασφάλιση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ.

Χωρίς αυτές τις εγγυήσεις, η αποστολή στρατιωτικών ή πολιτικών δυνάμεων θεωρείται εξαιρετικά επικίνδυνη. Οι σύμμαχοι αρνούνται να αναλάβουν το κόστος μιας επιχείρησης που μπορεί να τους καταστήσει άμεσους στόχους ιρανικών επιθέσεων, χωρίς σαφή στρατηγικό σχεδιασμό και χωρίς ορατό δρόμο αποκλιμάκωσης.

Παρόμοια στάση τηρεί ο πολυεθνικός συνασπισμός που συγκρότησαν τον προηγούμενο μήνα η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Η ενεργοποίηση της αποστολής συνδέεται επίσης με την ύπαρξη επιβεβαιωμένης και λειτουργικής εκεχειρίας ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν.

Ευρωπαίος διπλωμάτης στην Ουάσινγκτον εκτίμησε ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες, οποιαδήποτε απόφαση για ουσιαστικότερη στρατιωτική εμπλοκή των ευρωπαϊκών χωρών θα προκαλούσε έκπληξη. Η Ευρώπη εμφανίζεται πρόθυμη να συνδράμει στην αποναρκοθέτηση και στην ασφάλεια της ναυσιπλοΐας, αποφεύγει όμως να μετατραπεί σε συμπληρωματική δύναμη της αμερικανικής πολεμικής εκστρατείας.

Δεν ακολουθούν όλες οι κυβερνήσεις την ίδια γραμμή. Αξιωματούχος από χώρα της Ανατολικής Ευρώπης γνωστοποίησε ότι το εθνικό κοινοβούλιο έχει ήδη εγκρίνει ευρεία εντολή συμμετοχής σε επιχείρηση στα Στενά του Ορμούζ, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η συμμετοχή θα προσαρμοστεί στις επιχειρησιακές δυνατότητες της χώρας, ενώ η πολιτική ηγεσία της αντιμετωπίζει το Ιράν ως στενό σύμμαχο της Ρωσίας στον πόλεμο κατά της Ουκρανίας. Ο ίδιος αξιωματούχος εξέφρασε ικανοποίηση για το γεγονός ότι η Ουάσινγκτον αντιμετωπίζει πλέον την Τεχεράνη με αντίστοιχη σκληρότητα.

Η στήριξη αυτή συνοδεύεται από απαιτήσεις. Η ανατολικοευρωπαϊκή κυβέρνηση επιδιώκει μεγαλύτερη και μονιμότερη αμερικανική στρατιωτική παρουσία στις χώρες της Βαλτικής, με ανάπτυξη ταξιαρχίας αντί ενός τάγματος ή, τουλάχιστον, με αύξηση του αριθμού των αμερικανικών μονάδων.

Η τοποθέτηση αποκαλύπτει ότι ακόμη και οι πιο πρόθυμοι σύμμαχοι αντιμετωπίζουν την κρίση ως πεδίο ανταλλαγμάτων. Η Ουάσινγκτον ζητά στρατιωτική στήριξη, ενώ οι εταίροι της απαιτούν πρόσθετες εγγυήσεις ασφαλείας και ενίσχυση της αμερικανικής παρουσίας στις δικές τους περιοχές.

Η Ουκρανία διατηρεί επίσης ανοιχτή την πρότασή της να διαθέσει συστήματα αντιμετώπισης μη επανδρωμένων αεροσκαφών στις Ηνωμένες Πολιτείες και στις χώρες του Κόλπου. Το Κίεβο επιδιώκει ως αντάλλαγμα νέα οπλικά συστήματα και μεγαλύτερη στρατιωτική υποστήριξη.

Ουκρανός αξιωματούχος ανέφερε στο Politico ότι η χώρα του είναι έτοιμη να βοηθήσει όσους εξακολουθούν να τη στηρίζουν. Τόνισε ότι η Ουκρανία διαθέτει σημαντική πολεμική εμπειρία, σύγχρονες τεχνολογίες και εξειδικευμένη τεχνογνωσία στην αναχαίτιση drones, δυνατότητες που ενδιαφέρουν τόσο την Ουάσινγκτον όσο και τα κράτη της Μέσης Ανατολής.

Ο Λευκός Οίκος απέφυγε να δώσει σαφή απάντηση για το αν οι σύμμαχοι αυξάνουν τη στρατιωτική συνδρομή τους. Περιορίστηκε σε ανακοίνωση με την οποία κατηγόρησε το Ιράν για «απερίσκεπτη συμπεριφορά» και για επιθέσεις εναντίον γειτονικών χωρών, υποστηρίζοντας ότι οι ενέργειες αυτές το οδηγούν σε βαθύτερη διεθνή απομόνωση.

Η απάντηση της αμερικανικής κυβέρνησης δεν καλύπτει το εμφανές πολιτικό πρόβλημα. Οι παραδοσιακοί σύμμαχοι των ΗΠΑ εμφανίζονται απρόθυμοι να ακολουθήσουν τον Τραμπ σε μια σύγκρουση χωρίς σαφή όρια, χωρίς κοινά αποδεκτό σχέδιο εξόδου και χωρίς εγγυήσεις ότι η στρατιωτική επέκταση θα οδηγήσει σε σταθερότητα.

Η πολιτική Τραμπ βαθαίνει τη δυσπιστία Ευρώπης και Ασίας

Η κρίση με το Ιράν έχει φέρει ξανά στην επιφάνεια τις βαθιές διαφωνίες μεταξύ της κυβέρνησης Τραμπ και των παραδοσιακών συμμάχων των Ηνωμένων Πολιτειών. Ευρωπαϊκές και άλλες κυβερνήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν με έντονη δυσφορία την επιθετική εμπορική και εξωτερική πολιτική της Ουάσινγκτον.

Οι υψηλοί δασμοί σε συμμαχικές χώρες, οι απειλές για τη Γροιλανδία και οι επαναλαμβανόμενες αναφορές του Τραμπ στη μετατροπή του Καναδά σε 51η αμερικανική πολιτεία έχουν υπονομεύσει την εμπιστοσύνη. Οι κυβερνήσεις που δέχθηκαν επί μήνες δημόσιες απειλές και οικονομικές πιέσεις δεν εμφανίζονται πρόθυμες να διαθέσουν πολεμικά πλοία και στρατιωτικό προσωπικό για μια αμερικανική σύγκρουση.

Το μοναδικό πεδίο στο οποίο καταγράφεται σχετική ευρωπαϊκή προθυμία αφορά τις επιχειρήσεις αποναρκοθέτησης, τη συνοδεία εμπορικών πλοίων και την αποκατάσταση της ασφάλειας στα Στενά του Ορμούζ. Ακόμη και αυτή η περιορισμένη συμμετοχή συνδέεται με αυστηρούς όρους.

Το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχουν ενημερώσει την αμερικανική πλευρά ότι δεν θα αποστείλουν πολεμικά πλοία πριν από την εφαρμογή σταθερής κατάπαυσης του πυρός. Η Ευρώπη αρνείται να επιχειρήσει ανάμεσα σε ανταλλαγές πυραύλων και αεροπορικών πληγμάτων, αναλαμβάνοντας απεριόριστο κίνδυνο για λογαριασμό της Ουάσινγκτον.

Άλλες κυβερνήσεις διατηρούν χαμηλούς τόνους, καθώς δεν επιθυμούν να προκαλέσουν την αντίδραση του Ντόναλντ Τραμπ. Πίσω από τη διπλωματική σιωπή, όμως, καταγράφεται έντονη κόπωση από τις διαδοχικές εκεχειρίες, τις νέες κλιμακώσεις και τις συνεχείς απαιτήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών για μεγαλύτερη ευρωπαϊκή εμπλοκή.

Ο πρώην αξιωματούχος του υπουργείου Εξωτερικών της Φινλανδίας Τζόελ Λιναϊνμάκι επισήμανε ότι στην Ευρώπη κυριαρχεί αίσθημα εξάντλησης. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα την πίεση για αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες, την αστάθεια στην Ουκρανία, την ενεργειακή κρίση και νέες καθυστερήσεις στις αμερικανικές παραδόσεις οπλικών συστημάτων.

Ανάλογη επιφυλακτικότητα καταγράφεται σε χώρες της Ασίας. Ορισμένα κράτη της Νοτιοανατολικής Ασίας διατηρούν ενεργές σχέσεις με το Ιράν και έχουν εξασφαλίσει τη συνέχιση των προμηθειών πετρελαίου. Οι κυβερνήσεις τους αποφεύγουν οποιαδήποτε ενέργεια θα μπορούσε να θεωρηθεί συμμετοχή στην αμερικανική εκστρατεία κατά της Τεχεράνης.

Σύμφωνα με Ασιάτη διπλωμάτη, η Μαλαισία και η Ταϊλάνδη έχουν συνάψει συμφωνίες με το Ιράν, ώστε να συνεχιστεί η μεταφορά πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ. Οι συγκεκριμένες κυβερνήσεις προτάσσουν την ενεργειακή τους ασφάλεια και επιδιώκουν να αποφύγουν μια αντιπαράθεση που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τις προμήθειες και τις οικονομίες τους.

Οι διεθνείς πρωτοβουλίες για την προστασία των θαλάσσιων οδών αναπτύσσονται πλέον σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητα από τον αμερικανικό σχεδιασμό. Η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο συγκρότησαν τον Μάιο πολυεθνική στρατιωτική αποστολή, στην οποία συμμετέχουν περίπου 40 χώρες.

Στόχος της δύναμης είναι η ασφαλής διέλευση των εμπορικών πλοίων από τα Στενά του Ορμούζ μετά την επίτευξη εκεχειρίας. Πολεμικά πλοία από το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γερμανία, την Ιταλία και άλλες χώρες παραμένουν στην Αραβική Θάλασσα, χωρίς να έχουν λάβει εντολή ενεργού εμπλοκής.

Την Πέμπτη, η Σαουδική Αραβία ανακοίνωσε τη δημιουργία ξεχωριστού πολυεθνικού συνασπισμού θαλάσσιας άμυνας, στον οποίο συμμετέχουν 14 μουσουλμανικές χώρες. Μεταξύ αυτών βρίσκονται το Πακιστάν, η Τουρκία και το Τζιμπουτί.

Το υπουργείο Εξωτερικών της Σαουδικής Αραβίας ανέφερε ότι ο συνασπισμός θα συνδυάζει στρατιωτικούς και τεχνικούς πόρους για την προστασία του παγκόσμιου εμπορίου και των θαλάσσιων διαδρομών στην Ερυθρά Θάλασσα, στον Κόλπο του Άντεν και στα Στενά Μπαμπ ελ Μαντέμπ.

Δεκάδες ακόμη χώρες συμμετείχαν στις διαβουλεύσεις και εξέφρασαν καταρχήν στήριξη, διατηρώντας τη δυνατότητα μελλοντικής ένταξης. Η δημιουργία παράλληλων συνασπισμών δείχνει ότι οι περιφερειακές δυνάμεις αναζητούν αυτόνομες λύσεις και αρνούνται να παραδώσουν αποκλειστικά στην Ουάσινγκτον τον έλεγχο της θαλάσσιας ασφάλειας.

Μέχρι στιγμής, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και οι διπλωματικές αποστολές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Βρετανίας, της Γερμανίας, της Γαλλίας, του Καναδά και της Αυστραλίας δεν έχουν τοποθετηθεί επίσημα για ενδεχόμενη συμμετοχή στη σαουδαραβική πρωτοβουλία.

Η διεθνής απομόνωση που περιγράφει ο Λευκός Οίκος δεν αφορά μόνο το Ιράν. Η αμερικανική κυβέρνηση βρίσκεται και η ίδια αντιμέτωπη με μια συμμαχία που εμφανίζεται κατακερματισμένη, δύσπιστη και απρόθυμη να ακολουθήσει χωρίς όρους.

Η πολιτική Τραμπ έχει διαβρώσει την εμπιστοσύνη που απαιτείται για μια κοινή διεθνή επιχείρηση. Οι σύμμαχοι είναι διατεθειμένοι να προστατεύσουν τη ναυσιπλοΐα και το παγκόσμιο εμπόριο μετά την εκεχειρία. Δεν είναι πρόθυμοι να μετατραπούν σε στρατιωτικούς συνοδοιπόρους μιας σύγκρουσης που η Ουάσινγκτον δεν έχει καταφέρει ακόμη να ελέγξει.