Σήμερα Γιορτάζουν:

ΙΣΜΑΗΛ

ΦΙΛΗΞ

Η Ευρώπη έδειξε επιτέλους την πόρτα στον Ερντογάν: Η Τουρκία στο εδώλιο της Ιστορίας

Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες η Ευρώπη θυμάται τον εαυτό της. Θυμάται ότι δεν είναι απλώς μια αγορά, ένα ταμείο επιδοτήσεων, ένας ψυχρός μηχανισμός συμβιβασμών και τεχνικών ισορροπιών. Θυμάται ότι ιδρύθηκε πάνω σε αρχές, σε σύνορα, σε κανόνες, σε σεβασμό του διεθνούς δικαίου και σε μια πολιτική υπόσχεση: ότι η ισχύς δεν μπορεί να αντικαθιστά το δίκαιο. Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την Τουρκία ανήκει σε αυτές τις σπάνιες στιγμές ευρωπαϊκής διαύγειας.

Με συντριπτική πλειοψηφία, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υιοθέτησε μια έκθεση που δεν αφήνει πολλά περιθώρια διπλωματικής παρερμηνείας. Η Τουρκία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν βαδίζει προς την Ευρώπη. Απομακρύνεται από αυτήν. Δεν πλησιάζει το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Το υπονομεύει. Δεν ζητεί σχέση καλής γειτονίας. Απαιτεί ανοχή στον αναθεωρητισμό της. Δεν εμφανίζεται ως υποψήφια προς ένταξη χώρα που σέβεται κανόνες. Συμπεριφέρεται ως περιφερειακή δύναμη που θεωρεί ότι μπορεί να διαπραγματεύεται με απειλές, εκβιασμούς, παραβιάσεις, τετελεσμένα και διπλωματικό κυνισμό.

Η έκθεση είναι κόλαφος. Όχι επειδή περιέχει απλώς σκληρές διατυπώσεις. Κυρίως επειδή καταγράφει με θεσμικό τρόπο αυτό που η Ελλάδα και η Κύπρος βιώνουν επί δεκαετίες: ότι η Τουρκία δεν είναι μια «δύσκολη σύμμαχος», όπως αρέσκονται να λένε όσοι κρύβονται πίσω από βολικές λέξεις. Είναι ένα κράτος που έχει μετατρέψει την απειλή σε εργαλείο εξωτερικής πολιτικής. Είναι ένα κράτος που κατέχει ευρωπαϊκό έδαφος στην Κύπρο. Είναι ένα κράτος που απειλεί με πόλεμο την Ελλάδα, επειδή η Ελλάδα έχει δικαιώματα απορρέοντα από το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας. Είναι ένα κράτος που βαφτίζει «Γαλάζια Πατρίδα» την επεκτατική φαντασίωση μιας νεοοθωμανικής γεωπολιτικής αλαζονείας.

Η Ευρώπη αυτήν τη φορά δεν κρύφτηκε

Η Ευρώπη, αυτήν τη φορά, δεν κρύφτηκε. Και αυτό πρέπει να της αναγνωριστεί. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έστειλε σαφές μήνυμα ότι η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας δεν μπορεί να λειτουργεί ως θέατρο διπλωματικής εξαπάτησης. Δεν μπορεί η Άγκυρα να ζητεί ευρωπαϊκή προοπτική και ταυτοχρόνως να φυλακίζει την αντιπολίτευση, να εργαλειοποιεί τη Δικαιοσύνη, να φιμώνει τον Τύπο, να απειλεί κράτη-μέλη, να αμφισβητεί θαλάσσιες ζώνες, να διατηρεί ρωσικά οπλικά συστήματα και να φλερτάρει με αντιδυτικούς άξονες. Δεν γίνεται να παριστάνεις τον Ευρωπαίο στις Βρυξέλλες και τον σουλτάνο στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ο Ερντογάν έχτισε επί χρόνια μια πολιτική πάνω στην αμφισημία. Στη Δύση μιλούσε ως σύμμαχος. Στη Μόσχα ως συνομιλητής. Στον ισλαμικό κόσμο ως προστάτης. Στα Βαλκάνια ως ιστορικός κληρονόμος. Στην Ανατολική Μεσόγειο ως αναθεωρητής. Στο εσωτερικό της Τουρκίας ως αδιαμφισβήτητος ηγεμόνας. Αυτή η πολυπρόσωπη πολιτική εξαπάτησης έφτασε στα όριά της. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, έστω και καθυστερημένα, είπε το αυτονόητο: δεν μπορεί να υπάρξει ευρωπαϊκή πορεία χωρίς κράτος δικαίου, χωρίς σεβασμό των συνόρων, χωρίς ελευθεροτυπία, χωρίς δημοκρατικές εγγυήσεις, χωρίς συμμόρφωση προς το διεθνές δίκαιο.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η ευρωπαϊκή αποδοκιμασία της «Γαλάζιας Πατρίδας». Διότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια θεωρητική διαφωνία χαρτογράφων ή νομικών. Η «Γαλάζια Πατρίδα» είναι το ιδεολογικό περίβλημα μιας πολιτικής αμφισβήτησης κυριαρχικών δικαιωμάτων. Είναι η προσπάθεια της Άγκυρας να εμφανίσει ως «ζωτικό χώρο» της Τουρκίας θαλάσσιες περιοχές που ανήκουν στη σφαίρα νόμιμων δικαιωμάτων άλλων κρατών. Είναι η χαρτογραφική αποτύπωση μιας επιθετικής νοοτροπίας. Είναι ο τρόπος με τον οποίο το τουρκικό κράτος προσπαθεί να μετατρέψει τον αναθεωρητισμό σε δήθεν φυσική γεωπολιτική τάξη.

Το casus belli ως μόνιμη απειλή πολέμου

Το ίδιο ισχύει και για το casus belli. Η απειλή πολέμου κατά της Ελλάδας αποτελεί ντροπή για χώρα που παραμένει στο ΝΑΤΟ και εξακολουθεί να διεκδικεί ευρωπαϊκή σχέση. Δεν μπορείς να απειλείς κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης με πόλεμο και να ζητείς προνομιακή μεταχείριση από την ίδια Ένωση. Δεν μπορείς να θέλεις τελωνειακή αναβάθμιση, χρηματοδοτήσεις, πολιτική ανοχή και ταυτοχρόνως να κρατάς στο τραπέζι μια απόφαση που παραπέμπει σε ωμό εκβιασμό. Το casus belli δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι το επίσημο αποτύπωμα μιας Τουρκίας που δεν σέβεται την ισοτιμία των κρατών. Είναι η απειλή ως θεσμοθετημένη πολιτική.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η ευρωπαϊκή στάση απέναντι στο τουρκολιβυκό μνημόνιο. Το κείμενο αυτό υπήρξε από την πρώτη στιγμή ένα νομικό κατασκεύασμα χωρίς σεβασμό στη γεωγραφία, στο δίκαιο και στην πραγματικότητα. Η Τουρκία επιχείρησε να εξαφανίσει από τον χάρτη την Κρήτη, την Κάρπαθο, τη Ρόδο, το Καστελλόριζο. Επιχείρησε να παράγει τετελεσμένα με μια κυβέρνηση της Λιβύης, προκειμένου να εγκλωβίσει την Ελλάδα σε έναν τεχνητό γεωπολιτικό κλοιό. Η Ευρώπη ορθώς επαναβεβαιώνει ότι τέτοιου είδους συμφωνίες δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα για τρίτα κράτη. Η θάλασσα δεν κόβεται και δεν ράβεται στα μέτρα του τουρκικού αναθεωρητισμού.

Στην Κύπρο, η τουρκική υποκρισία καταρρέει ακόμη πιο ηχηρά. Η Άγκυρα μιλά για ειρήνη, ενώ διατηρεί στρατό κατοχής. Μιλά για λύση, ενώ προωθεί διχοτόμηση. Μιλά για δικαιώματα, ενώ στηρίζει τετελεσμένα στα Βαρώσια και σφετερισμό ελληνοκυπριακών περιουσιών. Η ευρωπαϊκή θέση ότι δεν υπάρχει καμία αποδεκτή βάση λύσης δύο κρατών είναι κρίσιμη. Όχι απλώς για τη Λευκωσία. Για ολόκληρη την ευρωπαϊκή έννομη τάξη. Διότι εάν η Ευρώπη αποδεχθεί ότι μια εισβολή μπορεί να παράγει κράτος, τότε παραιτείται από την ίδια της την ιστορική αποστολή.

Θρησκευτική ελευθερία, πολιτισμός και τουρκική εργαλειοποίηση

Το ίδιο σοβαρή είναι η αναφορά στα ζητήματα θρησκευτικής ελευθερίας και πολιτιστικής κληρονομιάς. Η Αγία Σοφία, η Παναγία Σουμελά, η Ίμβρος, η Τένεδος, το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν είναι περιφερειακές υποσημειώσεις. Είναι δοκιμασίες πολιτισμού. Είναι το σημείο όπου φαίνεται εάν ένα κράτος σέβεται την ιστορία ή την εργαλειοποιεί. Η Τουρκία του Ερντογάν χρησιμοποίησε επανειλημμένα τα μνημεία, τις μειονότητες και τα θρησκευτικά σύμβολα ως εσωτερικό πολιτικό καύσιμο. Αυτό δεν είναι ένδειξη αυτοπεποίθησης. Είναι ένδειξη ανασφάλειας ενός καθεστώτος που χρειάζεται διαρκώς εχθρούς, σύμβολα και συγκρούσεις για να συντηρεί την εξουσία του.

Η πιο αποκαλυπτική πτυχή της έκθεσης, όμως, είναι η αναφορά στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας. Μια χώρα που εμφανίζει ελάχιστη ευθυγράμμιση με την ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική, που κρατά τους S-400, που συνομιλεί με BRICS+ και Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης, που διατηρεί ανοιχτούς διαύλους με τη Ρωσία, που επιτίθεται ρητορικά στη Δύση όταν τη συμφέρει και ζητεί δυτικά οφέλη όταν τα χρειάζεται, δεν μπορεί να εξακολουθεί να απολαμβάνει την πολυτέλεια της στρατηγικής ασάφειας. Η Άγκυρα πρέπει να διαλέξει. Και η Ευρώπη πρέπει να πάψει να πληρώνει το κόστος της τουρκικής διπλοπροσωπίας.

Ασφαλώς, η Τουρκία είναι μεγάλη χώρα. Έχει πληθυσμό, στρατό, γεωγραφική θέση, οικονομική βαρύτητα. Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν εισηγείται να αγνοηθεί. Άλλο όμως η αναγνώριση της γεωπολιτικής σημασίας και άλλο η παράδοση σε αυτήν. Άλλο ο διάλογος και άλλο η υποταγή. Άλλο η διπλωματία και άλλο η μονιμοποίηση του εκβιασμού ως κανονικότητας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει κάθε λόγο να συνομιλεί με την Τουρκία. Δεν έχει κανέναν λόγο να την επιβραβεύει όταν αυτή παραβιάζει αρχές, απειλεί γείτονες και υπονομεύει το ευρωπαϊκό συμφέρον.

Η απόφαση έχει αξία μόνο αν γίνει πολιτική γραμμή

Γι’ αυτό η απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου έχει σημασία. Διότι βάζει μια γραμμή. Δεν λύνει όλα τα προβλήματα. Δεν σταματά αύριο τις τουρκικές προκλήσεις. Δεν ακυρώνει από μόνη της τη νεοοθωμανική στρατηγική. Αλλά αποκαθιστά μια θεμελιώδη αλήθεια: η Τουρκία δεν είναι θύμα ευρωπαϊκής προκατάληψης. Είναι υπόλογη για τις επιλογές της. Ο Ερντογάν δεν τιμωρείται επειδή είναι ισχυρός. Ελέγχεται επειδή χρησιμοποίησε την ισχύ του εναντίον του δικαίου.

Η Ελλάδα και η Κύπρος οφείλουν να αξιοποιήσουν αυτήν την απόφαση χωρίς θριαμβολογίες και χωρίς αυταπάτες. Η ευρωπαϊκή στήριξη έχει αξία όταν μετατρέπεται σε πολιτική πίεση, σε όρους, σε συνέπειες, σε πραγματικό κόστος για την Άγκυρα. Διαφορετικά, οι εκθέσεις μένουν στα χαρτιά και η Τουρκία συνεχίζει την ίδια τακτική: προκαλεί, μετρά αντιδράσεις, κάνει ένα βήμα πίσω όταν χρειάζεται, δύο μπροστά όταν βρίσκει κενό.

Η Ευρώπη έκανε ένα σωστό βήμα. Τώρα πρέπει να αποδείξει ότι δεν πρόκειται για ρητορική εκτόνωση, αλλά για πολιτική γραμμή. Η Τουρκία του Ερντογάν καταλαβαίνει μόνο τη σαφήνεια, το κόστος και την αποφασιστικότητα. Όσο η Ευρώπη την αντιμετωπίζει ως κακομαθημένο αλλά απαραίτητο εταίρο, τόσο εκείνη θα συμπεριφέρεται ως ανατολίτικος αναθεωρητής με δυτικές απαιτήσεις. Όταν όμως η Ευρώπη της λέει καθαρά ότι τα σύνορα των κρατών-μελών της είναι και ευρωπαϊκά σύνορα, ότι το διεθνές δίκαιο δεν είναι προαιρετικό, ότι η κατοχή στην Κύπρο δεν ξεπλένεται, ότι η απειλή πολέμου δεν συμβιβάζεται με ευρωπαϊκή προοπτική, τότε η Άγκυρα αρχίζει να αντιλαμβάνεται πως η εποχή της ατιμώρητης αλαζονείας έχει όρια.

Ο Ερντογάν ήθελε να εμφανίσει την Τουρκία ως αναντικατάστατη. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο του υπενθύμισε ότι καμία χώρα δεν είναι υπεράνω αρχών. Ήθελε να πουλά στην Ανατολή αντιδυτική ισχύ και στη Δύση γεωπολιτική χρησιμότητα. Η Ευρώπη του απάντησε ότι αυτή η διπλή γλώσσα δεν μπορεί να αποτελεί διαβατήριο. Ήθελε να μετατρέψει την Ανατολική Μεσόγειο σε πεδίο τουρκικών τετελεσμένων. Η Ευρώπη του υπενθύμισε ότι εκεί υπάρχουν κράτη, δικαιώματα, συνθήκες, ιστορία και νόμος.

Αυτή είναι η ουσία της απόφασης. Η Τουρκία δεν αποκλείεται από την Ευρώπη επειδή είναι Τουρκία. Απομακρύνεται επειδή ο Ερντογάν τη μετέτρεψε σε όχημα αυταρχισμού και αναθεωρητισμού. Και αυτό είναι το πραγματικό δίδαγμα: όποιος απειλεί τους γείτονές του, φυλακίζει τους αντιπάλους του, εργαλειοποιεί τη θρησκεία, περιφρονεί το δίκαιο και παζαρεύει ταυτόχρονα με Ανατολή και Δύση, δεν μπορεί να ζητεί ευρωπαϊκό εισιτήριο. Μπορεί μόνο να εισπράξει αυτό που του αξίζει: θεσμική καταδίκη, πολιτική απομόνωση και την ψυχρή διαπίστωση ότι η Ευρώπη, όταν θέλει, ξέρει ακόμη να λέει όχι.

Ετικέτες: