Η Ελλάδα εκτεθειμένη σε μια Ευρώπη που αυτοϋπονομεύεται
Τα τελευταία δραματικά γεγονότα έφεραν στο προσκήνιο της δημόσιας συζήτησης τον όρο «αλλαγή καθεστώτος», μια έννοια που περιγράφει τη ριζική μεταβολή προτεραιοτήτων, προσανατολισμών, συμμαχιών και κανόνων λειτουργίας ενός πολιτεύματος, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο διεθνές του αποτύπωμα.
Αυτό που διεθνώς αποκαλείται «αλλαγή καθεστώτος» είναι, στη δική μας πολιτική γλώσσα, αυτό που συχνά περιγράφουμε ως Μεταπολίτευση.
Το ερώτημα τέθηκε τώρα με αφορμή το θεοκρατικό καθεστώς των μουλάδων στο Ιράν. Όμως η ανάγκη για αλλαγή κατεύθυνσης, κανόνων, προτεραιοτήτων και συνολικού προσανατολισμού, δηλαδή για μια νέα Μεταπολίτευση, δεν αφορά μόνο το Ιράν, ούτε γεννιέται αποκλειστικά υπό την πίεση πολέμου ή ξένης εισβολής.
Η ιστορία προσφέρει αρκετά παραδείγματα ριζικής αλλαγής καθεστώτος χωρίς πόλεμο και χωρίς εισβολή. Το πέρασμα από τη μαοϊκή Κίνα του 1976 στην Κίνα του Ντενγκ Σιαοπίνγκ το 1980 υπήρξε μία από τις πιο συγκλονιστικές μεταπολιτευτικές τομές της σύγχρονης εποχής, χωρίς να προηγηθεί πολεμική σύγκρουση ή εξωτερική επέμβαση. Το ίδιο και η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991, μια κοσμοϊστορική ανατροπή που επίσης δεν ήρθε ούτε μέσα από πόλεμο ούτε μέσα από ξένη εισβολή.
Αν μεταφερθούμε στη σημερινή συγκυρία, βλέπουμε ότι ενώ η διεθνής ενεργειακή αγορά κρέμεται από μια κλωστή εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν, μέσα στον ίδιο τον Ατλαντικό κόσμο αναδύεται μια εντυπωσιακή και αποκαλυπτική αντίφαση.
Ο Αμερικανός πρόεδρος Donald Trump δηλώνει ότι προτίθεται να χαλαρώσει τις κυρώσεις στις ρωσικές εξαγωγές πετρελαίου. Σχεδόν την ίδια στιγμή, ευρωπαϊκές κυβερνήσεις προχωρούν σε επιχειρήσεις κατά πλοίων του λεγόμενου shadow fleet της Ρωσίας, δηλαδή δεξαμενόπλοιων που μεταφέρουν ρωσικό πετρέλαιο παρακάμπτοντας τις κυρώσεις.
Έτσι, οι ίδιες ευρωπαϊκές χώρες που για χρόνια ανέχονταν σιωπηρά την παράκαμψη των κυρώσεων σε βάρος της Ρωσίας αποφάσισαν ξαφνικά να σκληρύνουν τη στάση τους ακριβώς τη στιγμή που οι Ηνωμένες Πολιτείες δείχνουν να κινούνται προς τη χαλάρωση. Και το κάνουν σε μια περίοδο που η αύξηση της προσφοράς πετρελαίου θα μπορούσε να συγκρατήσει τις τιμές, κάτι που εξυπηρετεί πρωτίστως την πραγματική οικονομία και ιδίως την ευρωπαϊκή βιομηχανία.
Την ώρα που η Ουάσιγκτον επιχειρεί να αυξήσει την προσφορά στην αγορά ενέργειας για να ανακοπεί η άνοδος των τιμών, ευρωπαϊκές πρωτεύουσες κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση, περιορίζοντας την προσφορά. Αν αυτό δεν συνιστά στρατηγική αντίφαση, τότε δύσκολα μπορεί να βρεθεί άλλη πιο χαρακτηριστική διατύπωση.
Στην πραγματικότητα, αποκαλύπτεται κάτι βαθύτερο. Ένα ρήγμα μέσα στον ίδιο τον Ατλαντικό κόσμο, το οποίο φαίνεται πλέον πιο βαθύ και πιο σοβαρό από όσο είχε αρχικά εκτιμηθεί. Η Αμερική δείχνει να υπηρετεί με ψυχρό γεωοικονομικό ρεαλισμό τα συμφέροντά της, ενώ η Ευρώπη μοιάζει να ακολουθεί μια πορεία αυτοτραυματισμού.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν το ενεργειακό ζήτημα με λογική ισχύος, παραγωγής και ανταγωνιστικότητας. Η Ευρώπη το αντιμετωπίζει με ιδεολογικές εμμονές. Όταν περιορίζεις την προσφορά πετρελαίου μέσα σε μια περίοδο διεθνούς αστάθειας, η συνέπεια είναι προφανής, οι τιμές ανεβαίνουν. Και όταν ανεβαίνουν οι τιμές της ενέργειας, πρώτος λογαριασμός έρχεται στη βιομηχανία. Έτσι η Ευρώπη επιταχύνει η ίδια τη δική της αποβιομηχάνιση.
Την ίδια στιγμή, αποκαλύπτεται και ένα ακόμη πιο ενδιαφέρον παράδοξο. Οι υπέρμαχοι της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης διακήρυσσαν επί χρόνια την απελευθέρωση των διεθνών αγορών, ενώ στην πράξη εφάρμοζαν το ακριβώς αντίθετο, επιβάλλοντας κυρώσεις και αποκλεισμούς σε μερικούς από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς υδρογονανθράκων του κόσμου, όπως η Ρωσία, το Ιράν και η Βενεζουέλα, στο όνομα της βεβιασμένης πράσινης μετάβασης.
Αυτό δεν συνιστούσε ελεύθερη παγκόσμια αγορά. Συνιστούσε μια συνδυασμένη διαδικασία αποβιομηχάνισης της Δύσης και ταυτόχρονης περιθωριοποίησης ενεργειακών παραγωγών εκτός Δύσης.
Σήμερα οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να χαλαρώσουν αυτούς τους περιορισμούς στην παραγωγή και στις εξαγωγές υδρογονανθράκων. Και ακριβώς σε αυτό το σημείο οι globalists, κυρίως στην Ευρώπη, προβάλλουν σθεναρή αντίσταση. Δεν θέλουν επιστροφή στους υδρογονάνθρακες, δεν θέλουν χαλάρωση των κυρώσεων, δεν θέλουν πραγματική απελευθέρωση του παραγωγικού δυναμισμού και του διεθνούς εμπορίου.
Γίνεται έτσι όλο και πιο φανερό ότι Μεταπολίτευση δεν χρειάζεται μόνο το Ιράν για να τεθεί στο περιθώριο η εξουσία των μουλάδων, αλλά και η ίδια η Ευρώπη για να απομακρυνθούν οι εμμονικοί της βεβιασμένης πράσινης μετάβασης και της αναγκαστικής αποβιομηχάνισης.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες αυτή η ανατροπή έχει ήδη συντελεστεί πολιτικά με την εκλογή του Trump. Η αμερικανική πολιτική κινείται πλέον προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Με τον νόμο Inflation Reduction Act, οι ΗΠΑ προσφέρουν γενναία φορολογικά κίνητρα και επιδοτήσεις για να προσελκύσουν βιομηχανικές επενδύσεις.
Τα αποτελέσματα είναι ήδη ορατά. Ευρωπαϊκές επιχειρήσεις μεταφέρουν παραγωγικές δραστηριότητες στην Αμερική, εκεί όπου η ενέργεια είναι φθηνότερη, τα κίνητρα ισχυρότερα και το ρυθμιστικό περιβάλλον σαφώς πιο ευνοϊκό. Και την ίδια ώρα η Ευρώπη επιμένει σε μια πολιτική που διατηρεί το ενεργειακό κόστος σε υψηλά επίπεδα. Πρόκειται για μια στρατηγική αυτοκαταστροφής, πρωτίστως μη βιώσιμη.
Το παράδοξο γίνεται ακόμη πιο έντονο όταν δει κανείς τη μεγάλη γεωπολιτική εικόνα. Η χαλάρωση των ενεργειακών κυρώσεων δεν εξυπηρετεί μόνο τα συμφέροντα της αμερικανικής οικονομίας. Συμπίπτει και με τις επιδιώξεις πολλών άλλων μεγάλων δυνάμεων. Η Ρωσία επιδιώκει φυσικά την απαλλαγή από τις κυρώσεις. Η Κίνα, η Ινδία και οι αναδυόμενες οικονομίες της Ανατολικής Ασίας χρειάζονται φθηνή και σταθερή ενέργεια για να στηρίξουν την ανάπτυξή τους. Το ίδιο ισχύει και για την παγκόσμια οικονομία συνολικά.
Μια διεθνής αγορά με μεγαλύτερη προσφορά πετρελαίου σημαίνει χαμηλότερες τιμές και περισσότερη σταθερότητα. Αν προστεθεί σε αυτό το ενδεχόμενο μιας αλλαγής καθεστώτος στο Ιράν που θα επέτρεπε την πλήρη επάνοδο του ιρανικού πετρελαίου στην αγορά, καθώς και μια χαλάρωση των κυρώσεων στη Βενεζουέλα που θα άνοιγε ξανά τον δρόμο για επενδύσεις και αύξηση παραγωγής, τότε το παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα θα μπορούσε να κινηθεί προς μια εντελώς νέα ισορροπία αφθονίας. Μια τέτοια εξέλιξη θα εξυπηρετούσε σχεδόν όλους, εκτός ίσως από εκείνους που έχουν επενδύσει πολιτικά, οικονομικά και ιδεολογικά στη μόνιμη ενεργειακή φτώχια.
Ταυτόχρονα, όμως, μια τέτοια στροφή θα παρήγαγε και ένα ακόμη γεωπολιτικό αποτέλεσμα, τη διάρρηξη του λεγόμενου ευρασιατισμού. Αν η Ρωσία επανενταχθεί πλήρως στην παγκόσμια αγορά ενέργειας, μειώνεται η στρατηγική της εξάρτηση από την Κίνα. Έτσι αποδυναμώνεται η μεγάλη ευρασιατική σύγκλιση που φοβόταν περισσότερο η Δύση και ιδιαίτερα οι Ηνωμένες Πολιτείες. Η ειρωνεία είναι προφανής. Μια πιο ρεαλιστική ενεργειακή πολιτική μπορεί να διασπάσει τον ευρασιατικό άξονα αποτελεσματικότερα από μια πολιτική μόνιμης σύγκρουσης.
Μέσα σε αυτή τη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα, η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε ένα σκληρό δίλημμα. Αφού δεν μπορεί να επιμένει επ’ αόριστον στους πράσινους στόχους και στις κυρώσεις, και αφού δεν αντέχει άλλο την αποβιομηχάνιση που η ίδια έχει επιβάλει στον εαυτό της, οφείλει να εξασφαλίσει δύο θεμελιώδη πράγματα.
Το πρώτο είναι η ανάπτυξη των δικών της ενεργειακών πόρων. Οι υδρογονάνθρακες της Ανατολικής Μεσογείου, και πιθανότατα της ελληνικής και κυπριακής ΑΟΖ, αποκτούν τεράστια σημασία για την ενεργειακή αυτονόμηση της Ευρώπης. Το δεύτερο είναι η σύνδεσή της με τους νέους παγκόσμιους εμπορικούς διαδρόμους. Η Κίνα έχει ήδη προωθήσει το Belt and Road Initiative. Η Ινδία, με τη στήριξη πλέον και της Αμερικής, προωθεί τον διάδρομο IMEC. Αν η Ευρώπη θέλει να παραμείνει στο κέντρο της παγκόσμιας οικονομίας, χρειάζεται παρουσία και στους δύο. Και ακριβώς εκεί επανέρχεται με δύναμη η στρατηγική σημασία της Ανατολικής Μεσογείου. Πρόκειται ταυτόχρονα για ενεργειακή λεκάνη και για κρίσιμο θαλάσσιο διάδρομο. Είναι και τα δύο μαζί.
Η Ελλάδα με την Κρήτη και η Κύπρος βρίσκονται στο κέντρο αυτής της ζώνης. Δεσπόζουν γεωπολιτικά στην Ανατολική Μεσόγειο και αποτελούν αναντικατάστατο κρίκο της ασφάλειάς της. Οι ΑΟΖ Ελλάδας και Κύπρου μπορούν να εξελιχθούν στο μεγάλο ενεργειακό απόθεμα της Ευρώπης. Ακριβώς γι’ αυτό δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως χώρος προς διαμοιρασμό ή ως πεδίο υποχώρησης.
Η Αίγυπτος και το Ισραήλ συμπληρώνουν αυτό το στρατηγικό πλέγμα, ελέγχοντας την πρόσβαση προς το Σουέζ και προς την καρδιά της Μέσης Ανατολής. Αν διαμορφωθεί ένα σταθερό τόξο στρατηγικής σύγκλισης ανάμεσα σε Ελλάδα, Κύπρο, Αίγυπτο και Ισραήλ, η Ανατολική Μεσόγειος μπορεί να μετατραπεί σε έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς και γεωστρατηγικούς κόμβους του πλανήτη.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό ανακύπτει αναπόφευκτα και το ερώτημα για τον ρόλο της Τουρκίας. Μια Τουρκία που επιμένει σε ευρασιατικό προσανατολισμό, σε διαρκή υπερεπέκταση, σε νεοοθωμανικούς τυχοδιωκτισμούς, σε προσεταιρισμό του σουνιτικού φονταμενταλισμού, σε εκβιασμούς μέσω της διαχείρισης μεταναστευτικών ροών και σε απόπειρες φιλανδοποίησης γειτονικών κρατών καταλήγει να συγκρούεται με όλους τους γείτονές της, να λειτουργεί ως μόνιμος ταραξίας και να μετατρέπεται σε στρατηγικό βάρος για όλους. Την ώρα που επιχειρεί να εκβιάζει τους πάντες, συσπειρώνει τους πάντες απέναντί της.
Γι’ αυτό Μεταπολίτευση χρειάζεται τελικά και η Τουρκία. Οι νεοοθωμανικές φιλοδοξίες την καθιστούν liability για όλους και asset για κανέναν. Και ο τουρκικός Τύπος αρχίζει ήδη να το διαισθάνεται.
Η Ανατολική Μεσόγειος μοιάζει να επιστρέφει στο κέντρο της παγκόσμιας σκακιέρας, συμπαρασύροντας μεγάλες ανατροπές και αναθεωρήσεις στρατηγικής σε όλα τα επίπεδα και κυοφορώντας μεταπολιτεύσεις παντού.
Το πρώτο συμπέρασμα είναι ότι πυροβολούμε και εμείς τα πόδια μας όταν διακηρύσσουμε τη φιλία μας με μια χώρα που απειλεί πρωτίστως εμάς και έχει αναδειχθεί στον σημαντικότερο αποσταθεροποιητή της περιοχής.
Το δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι πραγματική εξωτερική πολιτική σημαίνει να ευθυγραμμίζεις τα δικά σου συμφέροντα με εκείνα των μεγάλων δυνάμεων που δρουν στην περιοχή σου και με εκείνα των γειτόνων που λειτουργούν συμπληρωματικά προς εσένα. Σημαίνει να μετατρέψεις την Ανατολική Μεσόγειο σε ενεργειακή λεκάνη για την Ευρώπη και σε ασφαλή δίοδο για τους στόλους της Δύσης, καθώς και για τους εμπορικούς δρόμους που συνδέουν την Ευρώπη με την Ασία.
Το τρίτο συμπέρασμα είναι ότι πολιτική δεν υπάρχει, ούτε εξωτερική ούτε ενεργειακή ούτε οποιαδήποτε άλλη, όταν αρχικά απορρίπτεις συνολικά τους υδρογονάνθρακες και τις εξορύξεις, στη συνέχεια απομακρύνεις εταιρείες που είχαν ήδη συμβόλαια για έρευνες και εκμετάλλευση, έπειτα υπογράφεις νέες συμφωνίες με δυσμενέστερους όρους που προβλέπουν απομείωση κυριαρχικών δικαιωμάτων και στο τέλος διακηρύσσεις ότι θέλεις να αξιοποιήσεις φυσικό αέριο, αλλά όχι πετρέλαιο, λες και υπάρχει εταιρεία που, αν ανακαλύψει και τα δύο, θα επιλέξει να εκμεταλλευθεί μόνο το ένα. Και όλα αυτά σε μια συγκυρία κατά την οποία οι τιμές του πετρελαίου εκτοξεύονται και ο κόσμος επιστρέφει συνολικά στους υδρογονάνθρακες.
Το τέταρτο συμπέρασμα είναι ότι έχουμε ανάγκη από μια Ευρώπη που υπερασπίζεται τα συμφέροντά της και τη στρατηγική της αυτονόμηση. Όχι από μια Ευρώπη που επιμένει να αυτοϋπονομεύεται.
Τελικά, μεγάλο αναπροσανατολισμό πολιτικής, εσωτερικής και εξωτερικής, δεν χρειάζονται μόνο το Ιράν, η Ευρώπη και η Τουρκία. Τον χρειαζόμαστε και εμείς.
Πιο Δημοφιλή
Φωτογραφίες κορυφής, κοινωνία στον πάτο
Στρατιά κυβερνητικών τρολ στήνει ψηφιακή τρομοκρατία
Πιο Πρόσφατα
Το άδειο τραπέζι: Γιατί η Δύση ξέχασε πώς να ζει;
Η εξουσία οδηγεί ξανά την ανθρωπότητα στο χάος
Λαριτζανί: ο ισχυρός άνδρας του Ιράν