Σήμερα Γιορτάζουν:

ΤΙΧΩΝ

Ανθεκτική η ελληνική οικονομία το 2026

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2% το πρώτο τρίμηνο του 2026, ξεπερνώντας τον μέσο όρο της ΕΕ.
  • Οι επενδύσεις κατέγραψαν διψήφια αύξηση 12,1%, στηριζόμενες από το Ταμείο Ανάκαμψης.
  • Ο πληθωρισμός επιταχύνθηκε στο 4,9% τον Μάιο, λόγω ενεργειακών πιέσεων.
  • Η ανάπτυξη για το 2026 εκτιμάται σε τουλάχιστον 1,8%, υπό προϋποθέσεις.

Η ελληνική οικονομία εμφάνισε αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026, παρά τις έντονες γεωπολιτικές αναταράξεις και την άνοδο των διεθνών τιμών ενέργειας. Σύμφωνα με το Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων της Alpha Bank, η οικονομική δραστηριότητα διατηρήθηκε σε θετική τροχιά, ξεπερνώντας σημαντικά τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ το οικονομικό κλίμα παρέμεινε σε επίπεδα που συνάδουν με τη φάση επέκτασης του οικονομικού κύκλου.

Η ανθεκτικότητα αυτή βασίζεται στη θετική συμβολή όλων των συνιστωσών της ζήτησης, με κύριο μοχλό τη συνεχιζόμενη άνοδο των επενδύσεων. Οι επενδύσεις υποστηρίζονται σε μεγάλο βαθμό από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, ενώ η ιδιωτική και η δημόσια κατανάλωση συνέβαλαν επίσης θετικά, αν και με χαμηλότερους ρυθμούς. Η παράλληλη εξέλιξη της δραστηριότητας και του κλίματος υποδηλώνει αυξημένη ικανότητα προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας σε διαδοχικούς εξωγενείς κραδασμούς.

Πληθωρισμός και γεωπολιτικές προκλήσεις

Ο βασικός κίνδυνος για το τρέχον έτος εντοπίζεται στην πορεία του πληθωρισμού, ο οποίος έχει επιταχυνθεί σταδιακά λόγω των ενεργειακών πιέσεων. Από 3,1% τον Φεβρουάριο, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα ανήλθε στο 4,9% τον Μάιο, επιβαρύνοντας την αγοραστική δύναμη και τη βραχυπρόθεσμη δυναμική της ζήτησης. Η κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων στη Μέση Ανατολή ενίσχυσε τις πληθωριστικές πιέσεις, ωστόσο η εγχώρια οικονομία διατήρησε θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης.

Στο πλαίσιο αυτό, η αναπτυξιακή δυναμική εκτιμάται ότι θα μετριαστεί σταδιακά κατά τα επόμενα τρίμηνα, αντανακλώντας την επιβράδυνση της εγχώριας ζήτησης. Παράλληλα, αναμένεται παγίωση της δυναμικής του τουρισμού, χωρίς να ανατρέπεται η συνολική εικόνα ανθεκτικότητας. Σε ετήσια βάση, ο ρυθμός μεγέθυνσης εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί σε επίπεδα όχι χαμηλότερα του 1,8%, υπό την προϋπόθεση ότι η συμφωνία-πλαίσιο ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν θα τηρηθεί και θα αποκατασταθεί σταδιακά η ομαλή λειτουργία των διεθνών ενεργειακών αγορών.

Επενδύσεις και ΑΕΠ: Τα δεδομένα του πρώτου τριμήνου

Το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2% σε ετήσια βάση το πρώτο τρίμηνο του 2026, υψηλότερα έναντι του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EE-27: 0,7%). Με εξαίρεση την Ιρλανδία και τη Ρουμανία, οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες κατέγραψαν θετικούς ρυθμούς μεταβολής του ΑΕΠ, ωστόσο η οικονομική μεγέθυνση των τριών μεγαλύτερων οικονομιών (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία) ήταν αδύναμη.

Όλες οι συνιστώσες του ΑΕΠ από την πλευρά της ζήτησης συνεισέφεραν θετικά, με εξαίρεση τα αποθέματα. Από τα επιμέρους στοιχεία ξεχωρίζει ο διψήφιος ρυθμός αύξησης των επενδύσεων (12,1% σε ετήσια βάση) για τρίτο διαδοχικό τρίμηνο, με αποτέλεσμα τη συνεισφορά 2 ποσοστιαίων μονάδων στην άνοδο του ΑΕΠ. Όλες οι επιμέρους κατηγορίες των επενδύσεων αυξήθηκαν σημαντικά, με το Ταμείο Ανάκαμψης να αποτελεί καταλύτη για την αναστροφή της επενδυτικής υστέρησης, ιδίως σε τομείς υψηλής προτεραιότητας όπως η πράσινη και ψηφιακή μετάβαση.

Από τις υπόλοιπες συνιστώσες του ΑΕΠ, η ιδιωτική και η δημόσια κατανάλωση αυξήθηκαν κατά 0,7% και 1,6% σε ετήσια βάση, συνεισφέροντας 0,5 και 0,3 ποσοστιαίες μονάδες αντίστοιχα. Μολονότι η ιδιωτική κατανάλωση συνεχίζει να αυξάνεται, λαμβάνοντας ώθηση από την άνοδο της απασχόλησης και την υψηλή τουριστική ζήτηση, εμφανίζει ενδείξεις αποδυνάμωσης, με τον ρυθμό αύξησης να είναι ο χαμηλότερος της τελευταίας πενταετίας. Τέλος, οι καθαρές εξαγωγές είχαν θετική συνεισφορά 0,6 ποσοστιαίων μονάδων στην αύξηση του ΑΕΠ, καθώς ο ρυθμός ανόδου των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών υπερέβη τον αντίστοιχο των εισαγωγών.

Όσον αφορά στην ανάλυση του ΑΕΠ από την πλευρά της παραγωγής, η Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία αυξήθηκε κατά 1,8% σε ετήσια βάση το πρώτο τρίμηνο, με τον δευτερογενή και τον τριτογενή τομέα να συνεισφέρουν 1 και 0,8 ποσοστιαίες μονάδες αντίστοιχα, ενώ ο πρωτογενής τομέας είχε μηδενική συνεισφορά.