Η Ελλάδα γερνά και αδειάζει: Οι περιοχές που δοκιμάζονται περισσότερο

Το δημογραφικό εξελίσσεται σε μία από τις πιο σύνθετες και μακροχρόνιες προκλήσεις για την Ελλάδα, καθώς συνδέεται άμεσα με τη γήρανση του πληθυσμού και τη σταθερή μείωσή του. Τα στοιχεία των απογραφών δείχνουν ότι μεταξύ 2011 και 2021 ο πληθυσμός της χώρας περιορίστηκε κατά 3,1%, φθάνοντας τα 10.428.487 άτομα, με έντονες γεωγραφικές διαφοροποιήσεις.

Η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε όλη τη χώρα. Ορισμένες περιφέρειες καταγράφουν ηπιότερες απώλειες, ενώ άλλες βρίσκονται αντιμέτωπες με σοβαρό κίνδυνο πληθυσμιακής συρρίκνωσης. Τρεις περιφέρειες εμφανίζουν μείωση άνω του 10%, γεγονός που δημιουργεί συνθήκες δημογραφικής ασφυξίας.

Αύξηση γεννήσεων καταγράφηκε στο Νότιο Αιγαίο και την Κρήτη, ενώ η Αττική, το Βόρειο Αιγαίο και τα Ιόνια Νησιά παρουσιάζουν μικρότερες απώλειες. Πιο έντονη μείωση, από 4% έως 7%, σημειώνεται στην Κεντρική Μακεδονία, τη Θεσσαλία, την Ήπειρο, τη Δυτική Ελλάδα και την Πελοπόννησο. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η εικόνα στη Δυτική Μακεδονία, την Ανατολική Μακεδονία – Θράκη και τη Στερεά Ελλάδα.

Τέσσερις περιοχές ξεχωρίζουν για τη δραματική πτώση του πληθυσμού τους την περίοδο 2011–2022: Γορτυνία, Ιθάκη, Γρεβενά και Ευρυτανία. Πρόκειται για περιοχές που επηρεάστηκαν έντονα από την οικονομική κρίση και συνεχίζουν να δίνουν μάχη για να ανακτήσουν δημογραφικές και αναπτυξιακές ισορροπίες.

Στη Γορτυνία, το 2025 καταγράφηκαν εκατοντάδες θάνατοι χωρίς καμία γέννηση, ενώ η αποβιομηχάνιση και το κλείσιμο μεγάλων μονάδων επιτάχυναν τη φυγή των κατοίκων. Στην Ιθάκη, η απογραφή δείχνει διψήφια μείωση, με τη δημοτική αρχή να επιχειρεί να προσελκύσει νέους επαγγελματίες, αξιοποιώντας την πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες.

Τα Γρεβενά κατέγραψαν απώλειες άνω του 16%, με τη μετανάστευση για εργασία να αποτελεί καθοριστικό παράγοντα. Στην περιοχή εφαρμόζονται πλέον προγράμματα μετεγκατάστασης και αναπτυξιακές πρωτοβουλίες, με στόχο τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Στην Ευρυτανία, η μείωση ξεπέρασε το 13%, με τις τοπικές αρχές να εστιάζουν σε κίνητρα που αφορούν κατοικία, εργασία, υγεία και παιδεία.

Σε εθνικό επίπεδο, η Ελλάδα καταγράφει μία από τις χαμηλότερες επιδόσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το 2023 ο δείκτης γονιμότητας ανήλθε σε 1,26 παιδιά ανά γυναίκα, την έβδομη χειρότερη επίδοση στην ΕΕ, με μέση ηλικία μητρότητας τα 31 έτη.

Ειδικοί επισημαίνουν ότι η απασχόληση αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την επιβράδυνση της δημογραφικής συρρίκνωσης, ιδιαίτερα σε μη τουριστικές περιοχές, όπου απαιτείται ενίσχυση του πρωτογενούς τομέα και των δραστηριοτήτων που τον πλαισιώνουν. Παράλληλα, υπογραμμίζεται ότι ακόμη και μια αύξηση της γονιμότητας δεν επαρκεί άμεσα, καθώς ο αριθμός των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας μειώνεται.

Άλλες προσεγγίσεις αναδεικνύουν τη μεταβολή των κοινωνικών αξιών, το αυξημένο κόστος ανατροφής παιδιών και την έμφαση στην επαγγελματική αυτονομία. Η δημιουργία οικογένειας μετατίθεται χρονικά, ενώ αλλάζει και ο ρόλος που αποδίδεται στο παιδί στη σύγχρονη κοινωνία. Το δημογραφικό, όπως επισημαίνεται, δεν αποτελεί μόνο αριθμητικό ζήτημα, αλλά αντανάκλαση βαθύτερων οικονομικών και κοινωνικών μετασχηματισμών.