Σοβαρά ερωτήματα για την ουσία της ελληνογαλλικής αμυντικής συνεργασίας προκαλεί η πρόσφατη συμφωνία της τουρκικής Baykar με τη γαλλική Safran, καθώς έρχεται λίγες μόνο ημέρες μετά τις πανηγυρικές αναφορές στην ανανέωση της στρατηγικής σχέσης Ελλάδας και Γαλλίας στους τομείς της ασφάλειας και της άμυνας.

Το ζήτημα φέρνει στη Βουλή ο βουλευτής και υπεύθυνος ΚΤΕ Εθνικής Άμυνας του ΠΑΣΟΚ, Μιχάλης Κατρίνης, με επίκαιρη ερώτηση προς τον υπουργό Εθνικής Άμυνας. Ο κ. Κατρίνης αναδεικνύει την πολιτική και επιχειρησιακή σημασία της συμφωνίας, η οποία ενισχύει έναν από τους πιο κρίσιμους τομείς της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας.

Σύμφωνα με όσα επισημαίνει, η συμφωνία Γαλλίας – Τουρκίας προβλέπει την ενσωμάτωση των γαλλικών ηλεκτροοπτικών συστημάτων Euroflir στα τουρκικά μη επανδρωμένα αεροχήματα Bayraktar. Παράλληλα, περιλαμβάνει την προμήθεια «έξυπνων» πυρομαχικών, καθώς και συστημάτων πλοήγησης και εντοπισμού, που αναβαθμίζουν άμεσα τις επιχειρησιακές δυνατότητες των τουρκικών drones.

Ενίσχυση του τουρκικού πλεονεκτήματος στα drones

Ο Μιχάλης Κατρίνης υπογραμμίζει ότι η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς τα μη επανδρωμένα αεροχήματα αποτελούν σήμερα ένα από τα βασικά συγκριτικά πλεονεκτήματα της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας. Η Άγκυρα έχει επενδύσει συστηματικά στην ανάπτυξη και εξαγωγή drones, μετατρέποντας τον συγκεκριμένο τομέα σε εργαλείο στρατιωτικής ισχύος, διπλωματικής επιρροής και αμυντικής βιομηχανικής αυτονομίας.

Η ενίσχυση αυτού ακριβώς του πεδίου από γαλλική εταιρεία, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα εμφανίζει τη Γαλλία ως στρατηγικό αμυντικό εταίρο, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για το πραγματικό περιεχόμενο των σχετικών δεσμεύσεων. Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή η ελληνογαλλική συμφωνία παρουσιάστηκε ως ασπίδα ασφάλειας απέναντι στις αναθεωρητικές απειλές που αντιμετωπίζει η χώρα.

Ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ συνδέει τη συμφωνία Baykar – Safran με το ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Την ώρα που η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να συγκροτήσει κοινή αμυντική ατζέντα και να ενισχύσει την ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία προς όφελος των κρατών-μελών της, μια συμφωνία που ενισχύει στρατιωτικά την Τουρκία προκαλεί πολιτική αντίφαση και θεσμική αμηχανία.

Η «Γαλάζια Πατρίδα» και οι ευθύνες της Αθήνας

Η συγκυρία είναι ακόμη πιο επιβαρυμένη, καθώς η Τουρκία συνεχίζει την αναθεωρητική πολιτική της έναντι της Ελλάδας. Η Άγκυρα προωθεί την επικείμενη ψήφιση του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας» από την Τουρκική Εθνοσυνέλευση, ενώ διατηρεί σταθερά την πρακτική των προκλήσεων και των παραβιάσεων του ελληνικού εναερίου χώρου.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ενίσχυση των τουρκικών Bayraktar με γαλλικά συστήματα υψηλής επιχειρησιακής αξίας δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως απλή εμπορική συμφωνία μεταξύ δύο εταιρειών. Αγγίζει τον πυρήνα της ευρωπαϊκής αμυντικής αξιοπιστίας και θέτει θέμα πολιτικής συνέπειας για χώρες που εμφανίζονται ως σύμμαχοι της Ελλάδας, ενώ την ίδια στιγμή ενισχύουν κρίσιμες δυνατότητες της τουρκικής πολεμικής μηχανής.

Με την επίκαιρη ερώτησή του, ο κ. Κατρίνης ζητά από τον υπουργό Εθνικής Άμυνας να απαντήσει ποιες ενέργειες έκανε η ελληνική πλευρά για να αποτρέψει τη συγκεκριμένη εξέλιξη. Παράλληλα, ζητά να αποσαφηνιστεί με ποιον τρόπο η κυβέρνηση σκοπεύει να διασφαλίσει ότι παρόμοιες συμφωνίες δεν θα επαναληφθούν στο μέλλον, αξιοποιώντας και το περιεχόμενο της ανανεωμένης ελληνογαλλικής συμφωνίας που αναμένεται να έρθει προς ψήφιση.

Ο υπεύθυνος τομεάρχης Εθνικής Άμυνας του ΠΑΣΟΚ καλεί επίσης τον υπουργό να ξεκαθαρίσει αν προτίθεται να ενημερώσει τους ομολόγους του στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να αποτραπούν ανάλογες αμυντικές συνεργασίες με την Τουρκία.

Το ερώτημα που τίθεται είναι σαφές: πώς μπορεί η Ευρωπαϊκή Ένωση να συζητά για κοινή άμυνα και στρατηγική αυτονομία, όταν εταιρείες κρατών-μελών ενισχύουν στρατιωτικά μια χώρα που αμφισβητεί κυριαρχικά δικαιώματα κράτους-μέλους της Ένωσης; Η υπόθεση Baykar – Safran δοκιμάζει στην πράξη τα όρια της ελληνογαλλικής στρατηγικής σχέσης και εκθέτει την κυβέρνηση στην ανάγκη συγκεκριμένων απαντήσεων, πέρα από τις πανηγυρικές διακηρύξεις.